to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

8:44 | 05.01.2016

Tη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

πηγή: Εποχή

Πολιτική

Κ. Δουζίνας: Ζούμε σε πολλαπλές χρονικότητες

Λίγο πριν φύγει το 2015 και υποδεχτούμε το 2016, ο Κώστας Δουζίνας κάνει έναν απολογισμό στη χρονιά που πέρασε και θέτει τους στόχους της επόμενης. Για τον Κ. Δουζίνα οι μήνες που θα ακολουθήσουν από τώρα μέχρι το Πάσχα είναι οι δυσκολότεροι και οι κρισιμότεροι και γι' αυτό «χρειάζεται τώρα ανθεκτικότητα και αντοχή», ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην υλοποίηση του προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού.


Τη συνέντευξη στην Εποχή πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Το 2015 ήταν για την αριστερά, τον ΣΥΡΙΖΑ, μια πολύ έντονη χρονιά. Η εκλογική νίκη του Ιανουαρίου, η ανατροπή στο δημοψήφισμα, η κατάρρευση από την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και η τρίτη εκλογική νίκη στις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Τι πρόσημο θα έδινες στην περσινή χρονιά, κάνοντας ένα σύντομο απολογισμό;
Το 2011, τη χρονιά των μεγάλων αντιστάσεων σ’ όλο τον κόσμο, ο Ζίζεκ έγραψε το βιβλίο «Η χρονιά που ονειρευόμαστε επικίνδυνα». Κάνοντας έναν απολογισμό του 2015, θα έδινα τον τίτλο «Η χρονιά που ζήσαμε και ζούμε επικίνδυνα». Από τη μια πλευρά, είχαμε τις τρεις μεγάλες εκλογικές επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ, που σηματοδότησαν την πρώτη προσπάθεια στη Δυτική Ευρώπη να ξεκινήσει ο κοινωνικός μετασχηματισμός, που θα ανακόψει και αντιστρέψει τον άγριο καπιταλισμό που βιώνουμε. Αυτό κάνει το 2015 μια ιδιαίτερη, διαφορετική χρονιά αγώνα και ελπίδας. Από την άλλη πλευρά, η χρονιά στιγματίστηκε από την εκβιασμένη υποχώρηση της κυβέρνησης στη μάχη των διαπραγματεύσεων και τη διάσπαση του κόμματος. Έχουμε, λοιπόν, και πολύ θετικά συμβάντα, πρωτοφανή στην ευρωπαϊκή ιστορία, και αρνητικές πλευρές. Επομένως, θα έλεγα πως ήταν μια χρονιά με προσδοκίες και κινδύνους, οι οποίοι συνεχίζονται, η χρονιά που τόσες δεκαετίες περιμέναμε αλλά δεν πιστεύαμε ότι θα δούμε, η χρονιά της ελπίδας που ακολουθείται  πάντα από αντιφάσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αποφύγει τους κινδύνους ή η ήττα που υπέστη, τον οδήγησε σε αλλαγή πορείας;
Ο Κινέζος ηγέτης Ντεγκ Σιάο Πινγκ, όταν του ζητήθηκε το 1989, διακοσιοστή επέτειο της Γαλλικής Επανάστασης, να την κρίνει, απάντησε ότι είναι πολύ νωρίς ακόμη. Δεν νομίζω ότι είμαστε σε θέση αυτή τη στιγμή να αποτιμήσουμε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Και γιατί είναι πολύ νωρίς και γιατί βρισκόμαστε ακόμη in media res, στη μέση των εξελίξεων. Γι’ αυτό επιμένω στη σημασία της αντίφασης. Για τη μαρξιστική παράδοση αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι ένα ριζοσπαστικά αριστερό κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση. Και αυτό διότι το κράτος είναι ένας εχθρικός προς την αριστερά μηχανισμός. Όπως έλεγε ο Πουλαντζάς, στην καλύτερη περίπτωση η Αριστερά πρέπει να είναι μέσα και έξω από το κράτος, στις δομές του αλλά και εναντίον του. Στη δική μας περίπτωση, η αντίφαση παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή, καθώς η μεν κυβέρνηση με χαμηλούς τόνους, το δε κόμμα δυνατά και περήφανα δηλώνουν ότι είναι αντίθετοι στις υφεσιακές και κοινωνικά άδικες πολιτικές, που τους επιβλήθηκαν και καλούνται να εφαρμόσουν. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ και η αντιπολίτευση θεωρούν αυτή τη στάση τρελή, σουρεαλιστική. Αντίθετα, είναι η αναμενόμενη και επιβεβλημένη πολιτική ενός αριστερού κόμματος, που έχει την κρατική διακυβέρνηση, αλλά δεν έχει ακόμα την εξουσία, ούτε έχει κατακτήσει την αριστερή κυβερνησιμότητα.

Ούτε βολονταρισμός, ούτε δογματική προσκόλληση

Ορισμένοι, αυτό που αποκαλείς αντίφαση, το αποκαλούν ενσωμάτωση, προδοσία, υποκρισία. Πώς είναι δυνατόν να εφαρμόσεις μνημονιακό πρόγραμμα και να μη χάσεις το στόχο σου, που είναι στην αντίθετη κατεύθυνση;
Αυτού του είδους οι επιθέσεις περί προδοσίας, ξεπουλήματος, κωλοτούμπας είναι χαρακτηριστικές μιας παλαιοκομουνιστικής και παλαιοκομματικής τακτικής, η οποία μεταφέρει πολιτικά και ιδεολογικά αντίθετες απόψεις σε προσωπικό και ηθικό επίπεδο και οι οποίες θα ήταν καλό να εκλείψουν. Πολλές φορές η οξύτητα της επίθεσης εκφράζει την ματαίωση προσωπικών φιλοδοξιών και αποτελεί αυτό που ονομάζει η ψυχανάλυση «μετάθεση» και «υπεραναπλήρωση».
Η Αριστερά είναι η σκέψη στην πράξη, η χρησιμοποίηση θεωρητικών αναλύσεων, για να προγραμματίσουμε τη δράση μας, η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Το θέμα δεν είναι να επαναλαμβάνουμε τι είπε ο Μαρξ τον 19ο αιώνα, αλλά να φανταστούμε τι θα έλεγε ο Μαρξ στον ύστερο καπιταλισμό. Αυτή η σχέση σκέψης, θεωρίας και πράξης μπορεί να αποτύχει με δύο τρόπους. Ο ένας είναι αυτό που θα ονομάζαμε βολονταρισμό, η πράξη χωρίς σκέψη, η πλήρης αποδοχή μιας λογικής συνεχούς πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης, χωρίς να γίνεται σαφής ανάλυση της συγκυρίας και εκτίμηση της ισορροπίας δυνάμεων. Πολλές από τις αποτυχίες της «πρώτης φοράς αριστερά» έχουν σχέση με αυτή την έλλειψη θεωρητικής κατανόησης, αλλά και της ισορροπίας των δυνάμεων εντός των οποίων εκινείτο η κυβέρνηση.

 

Δεν θα υπάρξει, βέβαια, κάποια στιγμή που θα αναφωνήσουμε «φτάσαμε, έχουμε δημοκρατικό σοσιαλισμό, ισοδημοκρατία, πετύχαμε». Ο ορίζοντας δεν είναι ούτε εσχατολογική ουτοπία που συνεχώς αναβάλλεται, ούτε κάποιο καθεστώς σαν τον «υπαρκτό», που το ξέρουμε από τα πριν και μπορούμε να πιστοποιήσουμε την πραγμάτωση του κάποια μελλοντική στιγμή.



Ο άλλος είναι η θεωρητική προσκόλληση, η δογματική επιμονή της θεωρητικής σκέψης, που δεν πρέπει να μετασχηματιστεί ή να προσαρμοστεί στα πολιτικά δεδομένα της εποχής, αυτό, δηλαδή, που ονόμαζε ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία «όμορφη ψυχή». Επειδή, λοιπόν, η πραγματικότητα δεν μας επιτρέπει να ακολουθήσουμε αυστηρά την ιδεολογική και θεωρητική μας άποψη, αλλά μας επιβάλλει ορισμένους συμβιβασμούς ή προσαρμογές, γι’ αυτό το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να απέχουμε, διατηρώντας την ιδεολογική μας καθαρότητα και κατηγορώντας για προδοσία όσους αναλαμβάνουν το δύσκολο έργο. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα γίνουν λάθη στην προσπάθεια προσαρμογής και συμβιβασμών που σου επιβάλλει η πραγματικότητα, η κακή συγκυρία, η αρνητική ισορροπία δυνάμεων. Πολιτική σημαίνει να παρεμβαίνεις στην πραγματικότητα, να αλλάζεις τους άλλους και αν είναι δυνατόν να αλλάζεις και τον εαυτό σου. Αριστερή πολιτική σημαίνει να συνεχίζεις ακόμη κι αν πρέπει να υποχωρήσεις για να επανεκκινήσεις. Η απόρριψη της πολιτικής παρέμβασης για να μη λερώσουμε τα χέρια μας, δεν έχει σχέση με την Αριστερά. Αυτό το ήξεραν όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες.
Το 1922 οι  Μπολσεβίκοι είχαν κερδίσει τον εμφύλιο, αλλά αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν την Νέα Οικονομική Πολιτική που πολλοί θεώρησαν προδοσία. Ο Λένιν χρησιμοποιεί μια περίεργη παραβολή για να περιγράψει την κατάσταση. Ένας ορειβάτης προσπαθεί να ανεβεί σε μια απάτητη βουνοκορφή. Ανεβαίνει πιο ψηλά από τους προηγούμενους, αλλά φτάνει σ’ ένα σημείο όπου είναι αδύνατο να συνεχίσει. Αναγκάζεται λοιπόν να κατεβεί, να ψάξει άλλο μακρύτερο μονοπάτι, που θα του επιτρέψει, όμως, να φτάσει στην κορυφή. Η κάθοδος είναι πιο δύσκολη από την αναρρίχηση, συνεχίζει ο Λένιν. Οι εχθροί φωνάζουν χαιρέκακα, «κοιτάξτε θα γκρεμιστεί, του λέγαμε να μην επιχειρήσει αυτή την τρελή ανάβαση», ενώ οι πολύ αριστεροί τον προτρέπουν να ξεχάσει τον κίνδυνο και να συνεχίσει προς σίγουρο θάνατο. Ευτυχώς, προσθέτει ο Λένιν, ο ορειβάτης δεν μπορεί να ακούσει αυτούς τους «πραγματικούς φίλους». Αν τους άκουγε, θα πάθαινε ναυτία, και η «ναυτία δεν σε βοηθάει να έχεις καθαρό κεφάλι και σταθερό βήμα, ειδικά σε μεγάλο ύψος».
Αν εγκαταλείψεις, λοιπόν, τον αγώνα στο όνομα της ανυπέρβλητης δυσκολίας ή της θεωρητικής καθαρότητας, τότε φοβάμαι ότι δεν είσαι αριστερός, με οποιαδήποτε έννοια αριστεροσύνης κανείς υιοθετεί.

Το «παράλληλο πρόγραμμα»

Ένα πρώτο δείγμα του παράλληλου προγράμματος κατατέθηκε πριν δύο βδομάδες, για να αποσυρθεί και να κατατεθεί μεγάλο τμήμα του με τη μορφή της πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Πιστεύεις ότι το παράλληλο πρόγραμμα πρέπει να έρθει σταδιακά ή συνολικά;
Αυτό που ονομάστηκε παράλληλο πρόγραμμα, εγώ θα αποκαλούσα συνέχεια του προγράμματος αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης που εισήγαγε η κυβέρνηση στις αρχές του χρόνου. Το πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού, όπως το περιγράφω, θέτει την ισότητα και τη δημοκρατία ως τον ορίζοντα όλων των επιμέρους πολιτικών και, επομένως, προσαρμόζει τα μέτρα που παίρνει σε αυτούς τους δύο άξονες. Στόχος του, δηλαδή, είναι η μείωση των ανισοτήτων στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης και η εμβάθυνση της δημοκρατίας με τη δημιουργία αυτόνομων, αυτοδιοικούμενων ομάδων που θα παίρνουν πρωτοβουλίες στο χώρο δράσης τους, έτσι ώστε σιγά σιγά μεγαλύτερα μέρη της κοινωνικής πρακτικής να περνούν στις συλλογικές διαδικασίες. Αυτό είναι το πρόταγμα, κατά τη γνώμη μου, του δημοκρατικού σοσιαλισμού του 21ου αιώνα. Δεν έχουμε κανένα πρότυπο ή εγχειρίδιο να εφαρμόσουμε και επομένως πρέπει συνεχώς να πειραματιζόμαστε, να παίρνουμε ρίσκα, να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας και τις δεξιότητες που έχει η κοινωνία μας και κυρίως η νεολαία. Γι αυτό μας παρακολουθεί με ενδιαφέρον και αγωνία η παγκόσμια Αριστερά, εμάς που περάσαμε από πειραματόζωα καταστροφής σε πειραματόζωα ελπίδας. Το πρόγραμμα, λοιπόν, δεν έχει, απλώς, στόχο να βοηθά τις φτωχές κοινωνικά ομάδες, δεν είμαστε μόνο ανθρωπιστές, αλλά μας οδηγεί βήμα το βήμα προς τον ορίζοντα της ισοδημοκρατίας, που όσο τον πλησιάζουμε τόσο θα ξεμακραίνει και θα μας θέτει νέα καθήκοντα.

Τα κινήματα έχουν πολλές μορφές

Είναι εντυπωσιακό το πώς έχει εξαπλωθεί το κίνημα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες ή το πόση κοινωνική στήριξη υπήρξε στην ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης. Ποιος είναι ο ρόλος των κινημάτων σήμερα;
Είναι αυτός που υπονόησα πριν, το βάθεμα της δημοκρατίας και το πέρασμά της από τους τύπους της κοινοβουλευτικής μορφής (που πρέπει βέβαια να υποστηρίξουμε και αναβιβάσουμε), σ’ ένα δρόμο όπου συλλογικότητες, κινήματα, δίκτυα παίρνουν στα χέρια τους σημαντικά κομμάτια τής ζωής τους. Τα κινήματα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι στο δρόμο προς το δημοκρατικό σοσιαλισμό. Τα κινήματα, μην ξεχνάμε, δεν έχουν μία μόνο μορφή. Από τη μια έχουμε μονοθεματικά κινήματα, όπως για παράδειγμα οι Σκουριές ή ο αγώνας για την κατάργηση των φυλακών τύπου Γ, που στόχο έχουν να ανατρέψουν μια συγκεκριμένη πολιτική. Κρίνουν και κρίνονται σε σχέση με το συγκεκριμένο αίτημα. Μετά έχουμε τα ταυτοτικά κινήματα, όπως το φεμινιστικό, το οικολογικό ή το κίνημα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Αυτά αποσκοπούν στην αλλαγή νοοτροπιών και λειτουργούν, επομένως, στη μακρά διάρκεια. Όταν κερδίσουν ένα αίτημα προχωρούν σε επόμενους στόχους, όπως έγινε με το σύμφωνο συμβίωσης. Τέλος, έχουμε τον ταξικό προσδιορισμό της κοινωνίας με τα ποικίλα οικονομικά και κοινωνικά αιτήματα και την εκπροσώπησή τους. Ο διαχωρισμός μνημόνιο-αντιμνημόνιο, που ήταν μια ηγεμονική διαίρεση της κοινωνίας, επέτρεψε για μεγάλο διάστημα τις ταξικές διαφοροποιήσεις να συγκλίνουν και να συμπορεύονται με κινηματικές ομάδες και εκπροσωπήσεις. Τώρα εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο αυτή η πολυμορφία των κινημάτων. Και αυτό δεν πρέπει να το προσπεράσουμε, αλλά να προσπαθήσουμε να βρούμε μια νέα ηγεμονική διαχωριστική γραμμή. Άλλωστε, η αλληλεπίδραση κινήματος-κόμματος και κυβέρνησης, όπως και η σχέση της άμεσης με την έμμεση δημοκρατία, δεν είναι εργαλειακή, αλλά ουσιαστική, ένα απαραίτητο κομμάτι του τρόπου με τον οποίο θα φτιάξουμε την νέα κοινωνία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν πάντα ένα αμάλγαμα πολιτικών ιδεών, που εκπροσωπούν ταξικά συμφέροντα, πολιτικών ταυτοτήτων και γενικότερων κινηματικών συνθέσεων. Ζούμε, λοιπόν, σε πολλαπλές χρονικότητες -σύντομες και πυκνές αλλά και μακρόχρονες και αργές- και πολλαπλές θέσεις υποκειμενικότητας -συγκεκριμένες και άμεσες, αλλά και καθολικές και οραματικές- που δημιουργούν εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ μας αλλά και στον καθένα μας. Η αντίφαση και η αντίθεση, όμως, δεν είναι κάτι αρνητικό και καταστροφικό, είναι ο τρόπος που προχωρά η διαλεκτική. Χωρίς αυτές τις αντιφάσεις και χωρίς την προσπάθεια διαλεκτικής υπέρβασής τους δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει το κόμμα, η κυβέρνηση, η κοινωνία. Το όνομα της Αριστεράς στην κυβέρνηση είναι η «αντίφαση στην εξουσία».
 


Τρεις κρίσιμοι κύκλοι

Αναφέρθηκες στον αντιφατικό χαρακτήρα της αριστερής κυβέρνησης. Πώς εκφράζεται αυτή η αντίφαση;
Και ο πολιτικός και ο προσωπικός χρόνος που βιώνουμε ως μέλη του κόμματος, ως βουλευτές και φαντάζομαι και ως υπουργοί, είναι πολυδιάστατος και διασπασμένος. Ζούμε όλοι μας σε τρεις διαφορετικούς πολιτικούς χρόνους, τρεις ομόκεντρους κύκλους, που επικαλύπτονται, αλλά και συγκρούονται. Ο πρώτος είναι ο παρόντας χρόνος, ο χρόνος της κυβέρνησης, που νομοθετεί και εφαρμόζει το μνημονιακό πρόγραμμα. Ο δεύτερος είναι ο μεσοπρόθεσμος, διάρκειας τριών με πέντε χρόνων, όπου η κυβέρνηση πειραματίζεται και σταδιακά μεταβάλλεται σε αριστερή διακυβέρνηση. Ο τρίτος κύκλος είναι ο πιο αργός και μακροπρόθεσμος, ο κύκλος του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η αντίφαση είναι, λοιπόν, ότι ο κάθε κύκλος έχει τις δικές του προτεραιότητες που συγκρούονται με τις απαιτήσεις των άλλων. Ζει ο καθένας μας, λοιπόν, σε μια πολλαπλή και αντιφατική χρονικότητα
Ο πρώτος κύκλος, αυτός του «εδώ και τώρα», των έξι μηνών, μέχρι το Πάσχα, είναι ο δυσκολότερος. Όλοι μας αγωνιστήκαμε την προηγούμενη περίοδο εναντίον των μέτρων που νομοθετούμε και εφαρμόζουμε. Έτσι αντιμετωπίζουμε υπαρξιακά προβλήματα, ιδεολογικές και πολιτικές αμφιβολίες. Αλλά ταχθήκαμε στην υπόθεση του μετασχηματισμού -στους δύο άλλους κύκλους που βρίσκονται ως ίχνη και στο δύσκολο παρόν. Χρειάζεται, λοιπόν, τώρα ανθεκτικότητα και αντοχή, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας πως ο πρώτος κύκλος είναι ο μικρότερος και επικαλύπτεται από τους άλλους δύο.  
Ο δεύτερος είναι ο κύκλος του «παράλληλου προγράμματος», που αρχικά θα περιορίσει και μετά θα αντικαταστήσει τις υφεσιακές και άδικες μνημονιακές πολιτικές. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την ορολογία «παράλληλο πρόγραμμα», που δίνει την εντύπωση ότι εξαρτάται από το μνημόνιο, και να του δώσουμε το πραγματικό του όνομα: πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού. Και βέβαια ο τρίτος κύκλος, ο οραματικός, ανοίγεται στο μέλλον και δεν ολοκληρώνεται ποτέ, καθώς φέρει εντός του συνεχή κύματα ριζοσπαστικοποίησης. Ποιο είναι όμως το όραμα της Αριστεράς του 21ου αιώνα;
Ένα τέτοιο αφήγημα πρέπει να είναι απλό, καθαρό και εφαρμόσιμο. Ξεκινάει από γενικές αξίες και αρχές και εξειδικεύεται κατά κλάδο και περιοχή. Το στοίχημα είναι να κτίσουμε το δημοκρατικό σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, να προχωρήσουμε προς την ισοδημοκρατία. Ο νεολογισμόςισοδημοκρατία αντιμετωπίζει τον προγραμματισμό και τις δράσεις κυβέρνησης και κόμματος σαν μια συνεχή διαδικασία, μια πορεία προς έναν ορίζοντα ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας. Ο ορίζοντας αποτελεί διαχωριστική γραμμή, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε. Παραμένει ανοικτός και άπιαστος, αλλά οδηγεί σαν φάρος την καθημερινή μας πρακτική. Αποτελεί, λοιπόν, ένα είδος «κανονιστικής» ιδέας. Κάθε επί μέρους εφαρμογή της ανοίγεται σε παραπέρα βάθεμα αλλάζοντας και το στρατηγικό στόχο και το πολιτικό υποκείμενο, και κυβέρνηση και κόμμα. Η διαχωριστική του παρέμβαση είναι διαρκής αλλά η λειτουργία αλλάζει, καθώς κάθε επιτυχία ή και ήττα οδηγεί στον επαναπροσδιορισμό του επόμενου βήματος, σε νέο κύμα ριζοσπαστικοποίησης.
Δεν θα υπάρξει, βέβαια, κάποια στιγμή που θα αναφωνήσουμε «φτάσαμε, έχουμε δημοκρατικό σοσιαλισμό, ισοδημοκρατία, πετύχαμε». Ο ορίζοντας δεν είναι ούτε εσχατολογική ουτοπία που συνεχώς αναβάλλεται, ούτε κάποιο καθεστώς σαν τον «υπαρκτό», που το ξέρουμε από τα πριν και μπορούμε να πιστοποιήσουμε την πραγμάτωση του κάποια μελλοντική στιγμή. Υπάρχει εδώ και τώρα, ενσωματωμένος σε κάθε σχέση, σε κάθε αγώνα, σε κάθε νίκη, ακόμη και στις αποτυχίες μας. Μετά από κάθε επιτυχία ο ορίζοντας συνεχίζει να μας οδηγεί, αλλά ο επιμέρους στόχος αλλάζει.

Έτσι το μέλλον γίνεται συστατικό τού παρόντος.
Αυτή τη στιγμή είμαστε σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο. Ανοίγει ο κύκλος του παρόντος, της εκβιασμένης κυβέρνησης στον μεσοπρόθεσμο και οραματικό σχεδιασμό; Οι επόμενοι έξι μήνες θα απαντήσουν το ερώτημα. Σε αυτό το διάστημα θα αρχίσει σιγά σιγά να σταθεροποιείται η κυβέρνηση και να προχωρεί στα επόμενα βήματα. Η αντιπολίτευση το καταλαβαίνει. Και όσο δεν έχει προγραμματικές προτάσεις, θα στοχοποιεί συνεχώς πρόσωπα, θα ανακαλύπτει ανύπαρκτα σκάνδαλα ελπίζοντας να κάμψει την αντοχή βουλευτών και κόμματος. Ζούμε μια σειρά στιγμιαίων και ψευδεπίγραφων ηθικοπολιτικών πανικών, που αποσκοπούν να ρίξουν την κυβέρνηση. Κυριαρχούν την συζήτηση για δυο-τρεις μέρες και μετά ξεχνιούνται (ποιος θυμάται σήμερα την «υπόθεση» Κατρούγκαλου ή Σταθάκη ή Πανούση), αλλά, αμέσως, τις διαδέχεται η επόμενη υστερική επίθεση σε μια απελπισμένη προσπάθεια ανατροπής. Έξι μήνες ή δέκα χρόνια στην κυβέρνηση είναι, λοιπόν, το στοίχημά μας και πιστεύω ότι θα το κερδίσουμε.

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)