to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ιωάννα Τσίγκανου: «Η πολιτεία πάσχει σοβαρά στην αντιμετώπιση της έμφυλης βίας»

Και αυτή η χρονιά, πριν καλά–καλά αρχίσει, σημαδεύεται από συνεχείς δημοσιοποιήσεις περιστατικών έμφυλης βίας, από βιασμούς και ξυλοδαρμούς μέχρι απόπειρες γυναικοκτονίας. Πέραν της αύξησης των καταγγελιών και της ορατότητας του θέματος στον δημόσιο λόγο, γνωρίζουμε αν έχουμε και αύξηση της βίας;


Στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) μόλις ολοκληρώσαμε μία έρευνα για την ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών, που διεξήχθη και σε περίοδο πανδημίας, από το 2020 και μετά δηλαδή. Τα συμπεράσματα είναι πως παρά το γεγονός ότι έχουμε προχωρήσει πολύ ως κοινωνία και βρισκόμαστε σε μια φάση εκσυγχρονισμού, που ακολουθεί τις κοινωνίες στα μητροπολιτικά κέντρα, στη χώρα μας δυστυχώς ακόμα, όσο και αν ακούγεται κοινότοπο, η πατριαρχία καλά κρατεί. Η ελληνική κοινωνία, και ειδικά ο ανδρικός πληθυσμός, δεν έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε να δεχτεί τις όψεις χειραφέτησης των γυναικών σήμερα. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα και μέσα στο σπίτι και στην εργασία και στις σχέσεις εν γένει ανδρών–γυναικών, με αποτέλεσμα και τέτοια περιστατικά βίας. Οι διάφορες κρίσεις, βέβαια, έχουν επιδράσει κι αυτές καταλυτικά. Και η οικονομική κρίση δημιούργησε ασφυκτικές πιέσεις και ούσα η ίδια βίαιη, έδωσε ώθηση στην εμφάνιση διάφορων φαινομένων βίας, μεταξύ των οποίων και η έμφυλη, και η πανδημία με τους τρόπους αντιμετώπισής της (εγκλεισμός κτλ) προσέδωσε και αυτή νέα χαρακτηριστικά στην εμφάνιση τέτοιων φαινομένων. Είναι πολύ σημαντικό ότι εξελίχθηκε και εδώ το κίνημα του MeToo, όπως και καμπάνιες ευαισθητοποίησης, που έδωσαν τη δυνατότητα στις γυναίκες να ξέρουν πού να απευθυνθούν για αυτά τα περιστατικά και τη δύναμη να μιλήσουν, εντείνοντας παράλληλα και την ωριμότητα σ΄ αυτά τα θέματα και βοηθώντας τις επιζήσασες να ξεπεράσουν τον φόβο και την ντροπή από το λεγόμενο victim blaming (ενοχοποίηση του θύματος). Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που παλιότερα δεν γίνονταν τόσο συχνά καταγγελίες. Αυτό πλέον σπάει και φαίνεται ότι οι γυναίκες και αναγνωρίζουν ποιες συνιστούν κακοποιητικές συμπεριφορές (σε λεκτικό, ψυχολογικό, σωματικό επίπεδο κτλ) και ότι δεν πρόκειται να τις ανεχτούν πια. Από εκεί και πέρα, δεν μπορούμε να μιλήσουμε με σιγουριά για αύξηση των κρουσμάτων έμφυλης βίας, γιατί δεν έχουμε παλαιότερα αξιόπιστα δεδομένα για να κάνουμε συγκρίσεις. Από εδώ και πέρα θα μπορούμε να εξετάσουμε καλύτερα τη δυναμική του φαινομένου, καθώς τα συστήματα καταγραφής έχουν αναβαθμιστεί.

Ένα από τα περιστατικά των τελευταίων ημερών είναι ο βιασμός της 24χρονης στη Θεσσαλονίκη, που παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς έγινε προσχεδιασμένη νάρκωσή της για αυτό τον σκοπό, οι δράστες έχουν οικονομική επιφάνεια, δημιουργώντας ανησυχίες τυχόν συγκάλυψης κ.ά. Να πούμε λίγα περισσότερα γι’ αυτό;

Η έμφυλη βία είναι ένα διαταξικό φαινόμενο, που συμβαίνει και στα «καλύτερα» σπίτια και τις «καλύτερες» οικογένειες. Αυτό ισχύει, αλλά όπως φάνηκε και από την έρευνά μας, δεν σημαίνει ότι η διάκριση και ανισότητα κατά φύλο έχει υπερκεράσει τις ταξικές διαιρέσεις. Οι ταξικές διαιρέσεις υφίστανται και σ’ αυτό το ζήτημα. Περισσότερο ευάλωτες είναι οι «φτωχές και καταφρονεμένες» γυναίκες και σ’ αυτές τις περιπτώσεις συνήθως αντλούμε λιγότερες πληροφορίες για τέτοια περιστατικά. Στο συγκεκριμένο περιστατικό βιασμού αναδεικνύονται πολλά κοινωνικά ζητήματα, όπως είναι τα πρότυπα καταναλωτισμού και διασκέδασης, η χρήση ουσιών κτλ. Επίσης τίθεται το θέμα κακοποίησης μέσα σε σχέσεις εμπιστοσύνης, όπως φάνηκε από την περίπτωση του φίλου της γυναίκας που εμπλέκεται, και βέβαια θέματα παιδείας για το ποιους σεβόμαστε ή θεωρούμε υποδεέστερους κ.ο.κ. Αναδεικνύεται, όμως, και το θάρρος και η δύναμη της κοπέλας να καταγγείλει έναν βιασμό, με ιδιαίτερα μάλιστα χαρακτηριστικά που προσιδιάζει σε περιστατικά μαστροπείας, ακόμη και οργανωμένου εγκλήματος.

Πώς κρίνετε τη στάση της πολιτείας στο θέμα; Από τη μία είδαμε να ζητείται η ανώτατη εποπτεία από τον Άρειο Πάγο, η υπουργός Πολιτισμού να ακυρώνει την χορηγία που είχε δοθεί από έναν εκ των δραστών, μετά και την κατακραυγή, και να τοποθετείται και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη για το ζήτημα. Την ίδια ώρα, όμως, στην πράξη χρειάστηκαν να περάσουν τρεις μέρες μέχρι να εξετασθεί η γυναίκα από ιατροδικαστή, τα αποτελέσματα των εξετάσεων αργούν, δεν της παρέχεται δωρεάν νομική υποστήριξη από κάποιον κρατικό φορέα κ.ά.

Ιδίως στο ιατρικό σκέλος γι’ αυτά τα ζητήματα, όπως διαπιστώσαμε και εμείς στην έρευνά μας, η πολιτεία πάσχει σοβαρά. Δεν υπάρχει πάντα ιατροδικαστής εν υπηρεσία σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, όπως θα έπρεπε. Πολλοί γιατροί δε, όταν διαπιστώνουν ότι μια γυναίκα έχει πάει σ’ αυτούς κακοποιημένη και λέει πχ ότι έπεσε από τις σκάλες, δεν παρεμβαίνουν, συνήθως επικαλούμενοι αναρμοδιότητα κτλ. Εδώ είναι σημαντικό η πολιτεία να προωθήσει ειδικά πρωτόκολλα για το πώς οι γιατροί θα πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις περιπτώσεις. Πρέπει, βέβαια, να κάνει και πολλά ακόμη για τη στήριξη των γυναικών θυμάτων. Χρειάζεται, όμως, να κινηθεί και σε δύο ακόμα κατευθύνσεις. Η μία είναι ότι οπωσδήποτε πρέπει να γίνει μια συνολική παρέμβαση στα σχολεία, που μέσα από τα μαθήματα και τα προγράμματα θα διδάσκονται ζητήματα έμφυλης ισότητας και σεβασμού, με στόχο ταυτόχρονα και την κάμψη των στερεοτύπων. Δεν γίνεται τα αγόρια να παίζουν μόνο με πιστόλια, τα κορίτσια μόνο με κούκλες και μετά να πέφτουμε από τα σύννεφα. Θα πρέπει να αλλάξουμε αυτά τα ζητήματα με βιωματικό τρόπο, γιατί είναι βαθιά ριζωμένες οι αντιλήψεις για τον άντρα–κυρίαρχο και είναι πολύ δύσκολο, για παράδειγμα, άνδρες με τέτοια κοινωνική διαπαιδαγώγιση να δεχθούν ότι μπορεί και η γυναίκα να είναι το δυναμικό πρόσωπο μιας οικογένειας. Το δεύτερο αφορά στους δράστες. Πέραν της αυστηροποίησης των ποινών και την έκτιση των πραγματικών ποινών, όπως και της προσθήκης βέβαια της γυναικοκτονίας στον ποινικό κώδικα, θα πρέπει να ιδρυθούν ειδικές δομές και γι’ αυτούς.

Να πούμε λίγο περισσότερα γι’ αυτό, καθώς είναι σημαντικό ζήτημα το κατά πόσο υπάρχει σωφρονισμός των δραστών μετά, ιδίως για τα ζητήματα έμφυλης βίας, με το υπάρχον σύστημα.

Ιδιαίτερα στα σεξουαλικά εγκλήματα, παγκοσμίως, ο σωφρονισμός αυτού του τύπου δεν λειτουργεί απ’ ό,τι διαπιστώνουμε, καθώς σε πολλές περιπτώσεις έχουμε εκ νέου διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων, όταν πρώην δράστες βγουν από τη φυλακή. Το να απομονώσεις κάποιον, ώστε να μην είναι κίνδυνος για την κοινωνία, είναι η μία πλευρά μόνο της ιστορίας. Όταν θα επανακυκλοφορήσει, θα έχει λύσει τα θέματά του; Πώς θα γίνει η επανένταξή του στην κοινωνία και τι μέτρα μετασωφρονιστικής μέριμνας έχουμε λάβει; Θα πρέπει να υπάρξει ψυχολογική υποστήριξη και εκμάθηση, προκειμένου να λυθούν τα θέματα βίας που έχει ο δράστης, που πιθανά να προέρχεται και ο ίδιος από κακοποιητικό περιβάλλον.

Τέλος, η ορατότητα που λαμβάνουν τα περιστατικά έμφυλης βίας είναι πολύ θετική εξέλιξη. Παρόλ’ αυτά οι όροι που δημοσιεύονται από κάποια ΜΜΕ, είτε αφορά το victim blaming, είτε την αφήγησή τους σαν σκληρό πορνό ή θρίλερ, μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα και να καλλιεργήσει από απάθεια μπροστά στη βία, μέχρι μιμητές; Πώς μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό;

Επειδή σήμερα υπάρχει η πληροφόρηση, αλλά υπάρχει και η παραπληροφόρηση, τίθεται ο κίνδυνος του κορεσμού. Το πότε ένα θέμα είναι ελκυστικό και πώς παρουσιάζεται για να προσελκύσουν το κοινό, το ξέρουν καλύτερα απ’ όλους οι δημοσιογράφοι. Εφόσον συμβαίνουν τέτοια περιστατικά θα πρέπει να τα παρουσιάζουν, αλλά το θέμα είναι μέχρι ποιου σημείου φτάνουν και πώς θα τηρούν μια δεοντολογία. Γιατί και εδώ υπάρχει ευθύνη, ώστε αφενός να μην θρέφεται η αδηφαγία του κοινού και αφετέρου να προστατεύονται τα θύματα και οι δράστες, αλλά και να μην υπάρξει ο κορεσμός και οδηγήσει στην αδιαφορία για αυτά τα θέματα. Αν συμβεί αυτό, θα γυρίσει μπούμερανγκ και θα είναι κατά της κοινωνίας. Θα συμβεί αυτό που συνέβαινε στον πόλεμο, που ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους και επειδή ήταν τόσοι πολλοί, κανείς δεν γύριζε να τους κοιτάξει. Τα μίντια θα πρέπει να είναι προσεχτικά όταν παρουσιάζουν αυτά τα περιστατικά και στον λόγο τους και στην έκταση της κάλυψης, για να μην οδηγήσουν στην απάθεια του κοινωνικού σώματος.

* Η Ιωάννα Τσίγκανου είναι διευθύντρια ερευνών στο ΕΚΚΕ

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)