to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η «ζυγαριά του θανάτου»

Ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε στην πρόσφατη συνέντευξη του ότι παρ’ ότι το 2021 είχαμε 16.000 νεκρούς από την πανδημία, «κρατήσαμε την οικονομία ανοιχτή, δεν κάναμε lockdown, σώσαμε τον τουρισμό και είχαμε και μια ανάπτυξη εξαιρετικά υψηλή».


Για πολλούς η σύγκριση των νεκρών της πανδημίας με τη «σωτηρία του τουρισμού» και την «ανοικτή οικονομία» ήταν σοκαριστική.

Έδειξε τη γνωστό έλλειμα συναισθηματικής ευφυίας και ενσυναίσθησης προς τους συγγενείς των νεκρών. Η κριτική αυτή είναι σωστή αλλά περιορισμένη. Η απόφαση να υπερισχύσει ο «τουρισμός» επί της ζωής δείχνει μια βαθιά ανήθικη πολιτική επιλογή.

Γιατί όλες οι σημαντικές κυβερνητικές αποφάσεις έχουν και ηθικά στοιχεία. Στον καιρό της πανδημίας, η πολιτική ηθική έγινε θέμα ζωής και θανάτου. Αποτελεί δουλειά της ηθικής φιλοσοφίας να διασαφηνίζει ποιες αξίες και επιλογές βρίσκονται πίσω από τις αποφάσεις.

Ωφελιμισμός

Η πιο συνηθισμένη κυβερνητική ηθική είναι ο «ωφελιμισμός». Κάθε απόφαση αποβλέπει, υποτίθεται, στην προώθηση της συνολικής ανθρώπινης ευτυχίας εξασφαλίζοντας «το μεγαλύτερο όφελος για τον μεγαλύτερο αριθμό». Η θεωρία αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα από τους Άγγλους φιλοσόφους Τζον Στιούαρτ Μιλ και Τζέρεμι Μπένθαμ και χρησιμοποιήθηκε για να οργανώσει τη βιομηχανική επανάσταση και την αποικιοκρατία. Η ωφελιμιστική «κοινωνική μηχανική» διαχειρίστηκε πληθυσμούς και διαμόρφωσε τους εργάτες, τους στρατιώτες και τα στελέχη των αποικιών.

Ο ωφελιμισμός αποτελεί μια τεχνική της εξουσίας που προωθεί τη χρησιμότητα και την «ευτυχία» της πλειοψηφίας. Οι κυβερνώντες σταθμίζουν τα αντιτιθέμενα συμφέροντα και επιλέγουν εκείνα που μπορούν να πετύχουν αθροιστικά τη μεγαλύτερη χρησιμότητα.

Μπορούμε να φανταστούμε μια υποθετική «ζυγαριά οφέλους και κόστους» (felicific calculus) πάνω στην οποία σταθμίζονται τα πλεονεκτήματα  και τα μειονεκτήματα των εναλλακτικών αποφάσεων.

Στη σύγχρονη πολιτική, η συντριπτική πλειοψηφία των αποφάσεων ακολουθεί τη λογική της «ζυγαριάς». Σ’ αυτή μπαίνουν με ειδικό βάρος και οι συνέπειες των εναλλακτικών αποφάσεων στις εκλογικές προοπτικές της κυβέρνησης και τα συμφέροντα των φίλων της.

Σκεφτείτε την απόφαση για την απολιγνιτοποίηση της ενέργειας: από την μια έχουμε απώλεια θέσεων εργασίας, από την άλλη την ατμοσφαιρική μόλυνση και τα συμφέροντα του «πράσινου» καπιταλισμού. Ή, τη μεταφορά των αρχαίων από τον σταθμό του μετρό στην Θεσσαλονίκη: από τη μια τα συμφέροντα των κατασκευαστών, από την άλλη η καταστροφή της αρχαιολογικής ακεραιότητας.

Τέλος, τον εγκλεισμό των προσφύγων σε στρατόπεδα-φυλακές – από τη μια παραβίαση των δικαιωμάτων τους και του διεθνούς δικαίου, από την άλλη αντιρρήσεις των δεξιών στην παρουσία τους.

Ο τρόπος με τον οποίο περιγράφονται τα αντιτιθέμενα συμφέροντα που μπαίνουν στην πλάστιγγα συνήθως προϊδεάζει για το αποτέλεσμα της στάθμισης. Ήταν ηθικά αποδεκτός ο πυρηνικός βομβαρδισμός της Χιροσίμα; Οδήγησε στον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων, ενώ το κέρδος ήταν η συντόμευση του πολέμου. Αλλά τη στιγμή της απόφασης δεν υπήρχε ασφαλής αιτιακός συσχετισμός μεταξύ της άμεσης θανάτωσης χιλιάδων αθώων πολιτών και του μελλοντικού «θετικού» αποτελέσματος που εξαρτάτο από άγνωστους εξωγενείς παράγοντες. Ή σκεφτείτε ένα υποθετικό σενάριο σύγκρουσης αξιών από αυτά που χρησιμοποιούν τα σεμινάρια πρακτικής φιλοσοφίας. Κάτω από ποιες συνθήκες θα βασανίζατε κάποιον αν πιστεύατε ότι μπορεί να έχει πληροφορίες για επικείμενη έκρηξη βόμβας; Ποιον από δύο ανθρώπους που πνίγονται θα σώζατε, ένα ηλικιωμένο σολίστα βιολιστή ή έναν νέο φοιτητή; Τα σενάρια αυτά βοηθούν να ξεκαθαρίσουμε τον τρόπο που οι κοινωνίες ιεραρχούν αντιτιθέμενες αξίες. 

Ο βωμός της αγοράς

Αυτά τα αφηρημένα παραδείγματα έγιναν απαιτητικές ερωτήσεις στην πανδημία. Η πολιτική της «ανοσίας της αγέλης» αποτελεί την πιο χαρακτηριστική εφαρμογή ενός μηδενιστικού ωφελιμισμού. Αν δεν ληφθούν περιοριστικά μέτρα, θα μολυνθεί το 80% του πληθυσμού και θα αποκτήσει ανοσία, αλλά θα πεθάνουν εκατοντάδες χιλιάδες ηλικιωμένοι και ευπαθείς πολίτες. Στη Βρετανία ο Μπόρις Τζόνσον και o μέχρι πρόσφατα έμπιστος σύμβουλος του Ντόμινικ Κάμμινγκς είπαν κυνικά στην αρχή της πανδημίας «αν πεθάνουν πολλοί, τι να κάνουμε;». Αναγκάστηκαν όμως να αλλάξουν πολιτική καθώς ανέβαινε ο αριθμός των νεκρών και η πίεση στο δημόσιο σύστημα υγείας.

Καθώς παρατείνεται η ανάγκη των περιορισμών με τα αλλεπάλληλα κύματα της αρρώστιας, η στάθμιση γίνεται πια μεταξύ της αρρώστιας και της ανθρώπινης ζωής από τη μια και του καπιταλισμού και του κέρδους από την άλλη. Ο γνωστός μας Σόιμπλε δήλωσε πως η διάσωση της ανθρώπινης ζωής «δεν έχει απόλυτη» προτεραιότητα έναντι της οικονομίας. Ο  αντικυβερνήτης του Τέξας Νταν Πάτρικ, πιο σαφής και κυνικός, είπε ότι οι ηλικιωμένοι οφείλουν να προθυμοποιηθούν να πεθάνουν προκειμένου να σώσουν την οικονομία για τους νεότερους.  Στη Βρετανία, σχολιαστής στην συντηρητική Telegraph έγραψε ότι «ο COVID-19 μπορεί να αποδειχθεί ευεργετικός καθώς εξολοθρεύει δυσανάλογα τα γηραιότερα εξαρτημένα άτομα». Για τους Sunday Times  «ο υπερβολικός φόβος της αρρώστιας και του θανάτου έχει αδρανοποιήσει το έθνος και διαβρώνει την εργασιακή ηθική μιας γενιάς».

Τι είδους κριτήρια χρησιμοποίησε ο κ. Μητσοτάκης όταν στάθμισε την αρρώστια με τον τουρισμό, τις χαμένες ζωές με τον καπιταλισμό; Δεν ρωτήθηκε στην συνέντευξη και πιθανότατα δεν το είχε σκεφτεί ιδιαίτερα. Σε όλη την σταδιοδρομία του έχει δείξει σαφείς ταξικές προτιμήσεις και ελάχιστους ηθικούς περιορισμούς. Τέτοια διλήμματα λύνονται φαντάζομαι άμεσα και διαισθητικά.

Αλλά έχουν υπάρξει προσπάθειες δημιουργίας μεθόδου στάθμισης. Ο Τζόναθαν Σάμπτιον, δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου της Βρετανίας, πρότεινε μια τέτοια. Τα περιοριστικά μέτρα της πανδημίας, είπε, τιμωρούν δυσανάλογα πολλούς «δήθεν για το κοινό καλό». Αλλά «δεν έχουν όλες οι ζωές την ίδια αξία». Η ζωή μιας γυναίκας με καρκίνο είναι «λιγότερο πολύτιμη» από τις ζωές των παιδιών και των εγγονών του.

Η «υστερική» αντιμετώπιση της πανδημίας με την νομοθέτηση άχρηστων περιοριστικών μέτρων μπορεί να είναι χειρότερη από την αρρώστια.  Ο δικαστής υποστήριξε ότι πρέπει να γενικευθούν τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι γιατροί όταν αποφασίζουν ποιόν ασθενή θα θεραπεύσουν όταν δεν υπάρχουν αρκετές ΜΕΘ ή άλλα αναγκαία εφόδια για όλους, το περίφημο triage. Τα δύο πιο σημαντικά είναι τα «ποιοτικά προσαρμοσμένα προσδόκιμα χρόνια»  (quality-adjusted life-years ή QALYs) και τα «προσαρμοσμένα στην αναπηρία προσδόκιμα χρόνια» (disability-adjusted life-years ή DALYs). Τα QALYs μετρούν χρόνια με τέλεια υγεία που κερδήθηκαν με την παράταση της ζωής οδηγώντας στην επιλογή των νεότερων και υγιέστερων. Τα DALYs συγκρίνουν χρόνια που χάθηκαν λόγω της αναπηρίας με αυτά κάποιου με «ιδανική» υγεία με προφανή αποτελέσματα για τους ανθρώπους με αναπηρία.

Τέτοιες σταθμίσεις έγιναν στο Μπέργκαμο αλλά και σε μας. Αυτού του είδους η στάθμιση γενικεύθηκε από νοσοκομεία με ανεπαρκείς πόρους στα περιοριστικά μέτρα της πανδημίας. Η πολιτεία της Ουάσιγκτον έχει υιοθετήσει τη στάθμιση συνιστώντας την παροχή περιορισμένων ιατρικών πόρων μόνο σε νεότερους, υγιείς ανθρώπους. Η Αλαμπάμα έχει διευκρινίσει ότι τα άτομα με διανοητική αναπηρία δεν «είναι πιθανοί υποψήφιοι για τη χρήση αναπνευστήρα».

Ο δικαστής υποστηρίζει ότι αυτού του είδους η στάθμιση πρέπει να χρησιμοποιείται όταν μια κυβέρνηση χαλαρώνει τα περιοριστικά μέτρα. Είχε την παρρησία ή την αναίδεια να αποκαλύψει και να δικαιολογήσει αυτό που κάνουν οι κυβερνήσεις χωρίς να το αναγνωρίζουν. Μια και όλες οι ζωές δεν είναι ίδιες, στη μια μεριά της πλάστιγγας μπαίνουν λοιμώξεις και θάνατοι, στην άλλη οικονομικές απώλειες. 16.000 νεκροί από δω, «σωτηρία του τουρισμού» από την άλλη. Έτσι εξελίσσεται ένας άγριος κοινωνικός Δαρβινισμός, μια σύγχρονη μορφή «ευγονικής» που ντρέπεται να πει το όνομά της. Η θυσία αίματος στον καπιταλισμό είναι η πιο τραγική εξέλιξη και η αποθέωση της «νεκροπολιτικής»: ο κυρίαρχος αποφασίζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει στον βωμό της αγοράς.

Αλλά πως θα προστατευτεί η οικονομική επιβίωση των εργαζομένων και των μικρο-επιχειρήσεων, αν η προστασία της ζωής κατευθύνει την κυβερνητική πολιτική όπως έγινε στην αρχή της πανδημίας; Η απάντηση είναι προφανής αλλά προϋποθέτει μια τελείως διαφορετική ηθική στάση. Το κράτος έδωσε πολλά δισεκατομμύρια για να σώσει τις τράπεζες το 2008. Με πολύ λιγότερα θα μπορούσε να βοηθήσει όσους χάσουν το εισόδημα τους από αναστολή των εργασιών τους. Ένας ειδικός φόρος στους πολύ πλούσιους, το εισόδημα και ο πλούτος των οποίων εκτινάχθηκε στην πανδημία, θα βοηθούσε στην ίδια κατεύθυνση. Δεν πρόκειται να το κάνει μια κυβέρνηση που βάζει το κέρδος πάνω από τη ζωή. Θα ήταν τίμιο λοιπόν όταν υιοθετεί μέτρα που διακινδυνεύουν τις ζωές με «μικρή αξία» - μέτρα όπως το άνοιγμα των σχολείων, των πανεπιστημίων, του τουρισμού ή τα ασφυκτικά γεμάτα μέσα μεταφοράς - να μας ενημερώνει επίσης πόσοι άνθρωποι υπολογίζεται ότι θα αρρωστήσουν, πόσοι θα πεθάνουν. Έτσι θα ξέρουμε πως λειτουργεί η «ζυγαριά του θανάτου».

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)