to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

15:26 | 24.02.2013

πηγή: https://left.gr/91

Κοινωνία

Η τηλεόραση στον καιρό του Σουλεϊμάν...

Του Σ. Κακουριώτη


Όλα ξεκίνησαν εντελώς αθώα, το μακρινό 2005, όταν το Mega αποφάσισε να προβάλει, στα δύσκολα, τηλεοπτικά, καλοκαιρινά βράδια, την τουρκική σειρά Τα σύνορα της αγάπης, ένα φτηνά αγορασμένο, ελληνοτουρκικού ενδιαφέροντος, σίριαλ.

Αυτή η πειραματική κίνηση, με το αβέβαιο αρχικά αποτέλεσμα, κράτησε τελικά τρία χρόνια, σημειώνοντας ποσοστά τηλεθέασης της τάξης του 30% (με το μέγιστο να φτάνει το 58,4%) και ολοκληρώθηκε έπειτα από 106 επεισόδια, διαμορφώνοντας παράλληλα το ελληνικό τηλεοπτικό τοπίο έως σήμερα.

Μέσα από μια σειρά παράλληλων εξελίξεων στην Ελλάδα και την Τουρκία, φτάσαμε στις μέρες μας, μέρες κυριαρχίας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, με ένα σύνολο δέκα τουρκικών σειρών να έχουν προβληθεί έως τώρα, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία, στην περίοδο 2012-13, την ίδια στιγμή που νέες παραγωγές ελληνικής μυθοπλασίας είναι σχεδόν απούσες, με ό,τι αυτό σημαίνει για την καταβαράθρωση και την ανεργία ενός κάποτε ακμαίου κλάδου...

Οι ελληνοτουρκικές οπτικοακουστικές ανταλλαγές και διαδράσεις έχουν μια μακρά παράδοση, με τελευταία αναλαμπή τη δεκαετία του ’60 και το πρώτο μισό αυτής του ’70, όταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη έκανε θραύση με τις ταινίες της στην Πόλη και, αντίστοιχα, η πιο μελοδραματική Χούλια Κότσγιγιτ με τις δικές της στην Αθήνα. Η ύπαρξη ακόμη της κωνσταντινουπολίτικης ρωμιοσύνης, εκεί και εδώ, λειτουργούσε σαν πολιτισμική γέφυρα ανάμεσα στις δυο όχθες του Αιγαίου. Όλα αυτά όμως σταμάτησαν το 1974, μετά την εισβολή στην Κύπρο.

Τριάντα χρόνια μετά, οι «απόγονοι» της δημοφιλούς Τουρκάλας ηθοποιού επιστρέφουν και κατακυριεύουν τις μικρές μας οθόνες. Για την καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας Πηνελόπη Παπαηλία, η οποία είχε δημοσιεύσει ένα επιστημονικό άρθρο για Τα σύνορα της αγάπης («TV Across the Aegean»), η επιτυχία των τουρκικών σειρών φανερώνει μια «νοσταλγική διάθεση απέναντι στο παρελθόν, ακόμη και σε νεότερα άτομα», επικεντρώνοντας στην αναπαράσταση «γνώριμων οικογενειακών δομών και πιο οικείων σκηνών καθημερινότητας σε σχέση με αμερικανικές, όπως η συγκέντρωση της οικογένειας γύρω από το τραπέζι του φαγητού», όπως μας λέει. Στο άρθρο της επεσήμαινε ότι η σειρά έδινε για πρώτη φορά τη δυνατότητα στους Έλληνες τηλεθεατές να «κρυφοκοιτάξουν» μέσα σε ένα τούρκικο σπίτι, να ρίξουν μια ματιά στους γείτονες, μέσα όμως από τα δικά τους μάτια, και να ανακαλύψουν πολιτισμικές κοινότητες που συνέδεαν και συνδέουν τους δύο λαούς.

Η Π. Παπαηλία μας επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο ελληνικό κοινό και τονίζει την ανάγκη επισταμένης έρευνας προκειμένου να αποτυπωθεί η ανταπόκριση κάθε συγκεκριμένου τμήματος απέναντι στις σειρές αυτές. Σημειώνει επίσης τις διαφορετικές ερμηνείες που παίρνουν μέσα στα εκάστοτε εθνικά και κοινωνικά πλαίσια: «Στη Μέση Ανατολή, π.χ. αντιπροσωπεύουν ένα προοδευτικό μοντέλο, παρουσιάζοντας περισσότερο απελευθερωμένες τις γυναίκες». Για την ίδια το σημαντικό είναι ότι η επιτυχία αυτών των προϊόντων μαζικής κουλτούρας «δείχνει ότι υπάρχουν και άλλες διαδρομές της παγκοσμιοποίησης, που αμφισβητούν το μοντέλο της αμερικανοποίησης» και μας αναφέρει χαρακτηριστικά την επιτυχία που έχουν οι ινδικές ταινίες στη Νιγηρία, διαμορφώνοντας ένα μοντέλο «ενδοτριτοκοσμικής» ανταλλαγής.

Απαντώντας στο ερώτημα «Γιατί βλέπω τον Σουλεϊμάν», ο συγγραφέας Άκης Γαβριηλίδης σημειώνει από τη μεριά του στο μπλογκ Nomadic Universality ότι η παρακολούθηση τουρκικών σειρών «δεν είναι ένδειξη καμίας παθητικότητας, αλλά αποτελεί δραστηριότητα, έκφραση μιας επιθυμίας, της επιθυμίας των ανθρώπων να συνδεθούν με ένα τμήμα του εαυτού τους το οποίο λογοκρίθηκε και αναγκάστηκε να παραμείνει στη σκιά για τις ανάγκες της κατασκευής ομοιογενών και καθαρών εθνών κρατών».

 

Τα "νικηφόρα στρατεύματα" της τουρκικής τηλεοπτικής βιομηχανίας

Η τουρκική τηλεοπτική βιομηχανία άρχισε να αλλάζει σταδιακά μετά το 2001, οπότε και πωλήθηκε η πρώτη τουρκική σειρά στο Καζακστάν, και με πολύ ταχύτερους ρυθμούς μετά το 2005. Το 2009, χρονιά της παγκόσμιας κρίσης, η Τουρκία εξήγαγε 3.670 ώρες τηλεοπτικού προϊόντος, σημειώνοντας αύξηση 30% σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά.

Σήμερα, η τηλεοπτική της βιομηχανία έχει αναγνωριστεί ως εξαγωγική, κάτι που συνεπάγεται επιστροφές φόρων. Τα προϊόντα της εξάγονται σε 39 χώρες της Μ. Ανατολής, της Κ. Ασίας και των Βαλκανίων. Πρωταθλητής στη μετάδοση τουρκικών σειρών αναδεικνύεται το Καζακστάν, με 42 τίτλους (στοιχεία του 2011), για να ακολουθήσουν οι Βουλγαρία (27), Αζερμπαϊτζάν (23), ΠΓΔΜ (17), Μέση Ανατολή (14), Ουζμπεκιστάν (13) και η χώρα μας, με 10 σίριαλ φέτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι Κόσοβο, Ιράν, Ρουμανία, ακόμη και η Βοσνία βρίσκονται πίσω από την Ελλάδα σε αυτήν την κατάταξη.

Τα έσοδα αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και υπολογίζονται σε περίπου 100 εκ. δολάρια μέσα στην τελευταία δεκαετία, που τα ερχόμενα χρόνια υπολογίζεται να φτάσουν στα 300 εκ. Κάτι αναμενόμενο, αφού επεισόδια που πωλούνταν έναντι 50 δολαρίων πριν από πέντε χρόνια τώρα πωλούνται 50.000.

Η μεγάλη αυτή ανάπτυξη της τουρκικής τηλεοπτικής βιομηχανίας συμπίπτει με την κυριαρχία του AKP στην πολιτική ζωή της γείτονος και την άνοδο της μετριοπαθούς ισλαμικής μεσαίας τάξης. Παρά τις κατά καιρούς διαμαρτυρίες των συντηρητικών για την «απειλή» που συνιστούν για τα «χρηστά ήθη» σκηνές βίας ή ερωτικού περιεχομένου, το μίγμα πλούτου και παραδοσιακών αξιών που κυριαρχεί στις σειρές αυτές ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις προσδοκίες των νέων αυτών κοινωνικών στρωμάτων.

Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι αυτό το τηλεοπτικό «μπουμ» συμβαίνει παράλληλα με την εκτίναξη του τουρκικού κινηματογράφου, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, με τις διακρίσεις που κατακτά σε διεθνή φεστιβάλ.

Όλες αυτές οι εξελίξεις λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό προωθητικά για την εικόνα της Τουρκίας στο εξωτερικό, αλλά και πολλαπλασιαστικά για άλλους τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, ιδιαίτερα από χώρες της Μ. Ανατολής, όπως αναγνωρίζεται και σε έκθεση του τουρκικού Οργανισμού Διεθνών Στρατηγικών Ερευνών USAK για τη θέση της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή (Μάιος 2012). Στην ίδια έκθεση, η επιρροή που ασκούν τα τουρκικά σίριαλ για τη διαμόρφωση της εικόνας της χώρας στη Μ. Ανατολή αναγνωρίζεται ως μέρος της τουρκικής «soft power» (αντίληψη περί διπλωματίας που αφορά τη δύναμη πειθούς η οποία ασκείται χωρίς χρήση βίας ή ανταλλάγματος).

Την τουρκική αντίληψη περί «soft power» και εξαγωγικής τηλεοπτικής βιομηχανίας σχολιάζει δεικτικά, από τη μεριά του ο καθηγητής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέσεχιρ της Πόλης Ορχάν Τεκελίογλου, μιλώντας στην ειδησεογραφική πύλη Southeast European Times: «Οι πωλήσεις στο εξωτερικό χαιρετίζονται με ζητωκραυγές, λες και προέρχονται από νικηφόρα στρατεύματα -μάλλον αυτό θα είναι που αποκαλούν νεο-οθωμανισμό...»

 

Αντιδράσεις

Μπορεί το τηλεοπτικό κοινό να δίνει, μέσω του τηλεκοντρόλ, «ψήφο εμπιστοσύνης» σε κάποια (όχι όλα...) τουρκικά σίριαλ που προβάλλονται στην ελληνική μικρή οθόνη, δεν έλειψαν όμως και οι φωνές διαμαρτυρίας, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων και θα ήταν άδικο να τις τσουβαλιάζουμε όλες μαζί.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι, όπως και στην Τουρκία την ίδια, για τους διαμετρικά αντίθετους λόγους (βλ. το άρθρο του ιστορικού Β. Κεχριώτη που δημοσιεύεται παραπλεύρως), η σειρά που προκάλεσε τις εντονότερες αντιδράσεις ήταν ο Σουλεϊμάν, αν και η προβολή σκηνών γυρισμένων στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο στο παλαιότερο Εζέλ είχαν ξεσηκώσει επίσης αρκετές διαμαρτυρίες κατά του ΑΝΤ1.

Για «πολιτισμική τουρκοποίηση» και «νεο-οθωμανισμό» που εισβάλλει στις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες έκανε λόγο ο Γ. Καραμπελιάς σε άρθρο του στο περιοδικό Άρδην, για «ανθελληνική προπαγάνδα» μιλούσε ο Μίκης Θεοδωράκης σε ανοιχτή επιστολή του προς τα ελληνικά κανάλια, όπου επέσειε τον κίνδυνο να «βρεθούμε εκτός του τόπου μας και της γλώσσας μας μια μέρα που δεν είναι μακρινή».

Παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τα «σενάρια συνωμοσιολογίας», ο Γ. Μπαμπινιώτης, με άρθρο του στο Βήμα (30/9/12), υπογράμμιζε την υπερβολή που συνιστά η σε τέτοια έκταση μετάδοση σειρών που «σωρευτικά απηχούν τη ζωή και τον πολιτισμό ενός άλλου λαού» και σημείωνε την «υποχρέωση των τηλεοπτικών σταθμών να προσφέρουν και στην ψυχαγωγία κάτι πιο πρόσφορο, πιο οικείο, κάτι ελληνικό, που θα έδινε δουλειά σε Έλληνες παραγωγούς, καλλιτέχνες, τεχνικούς».

Πράγματι, ο ανταγωνισμός εις βάρος των ελληνικών παραγωγών είναι συντριπτικός, καθώς οι τουρκικές σειρές κοστίζουν περίπου το ένα δέκατο των ελληνικών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον, η ελληνική μυθοπλασία να έχει εξαφανιστεί σχεδόν από τα κανάλια (αν και μία από τις ελάχιστες καινούργιες παραγωγές, που προβάλλεται από το Mega, ισοφαρίζει τις θεαματικότητες του Σουλεϊμάν), αποτελώντας ένα ακόμη παράγοντα που πυροδοτεί την ανεργία στον κλάδο. «Η γλώσσα του ονείρου δεν είναι πια η ελληνική, ονειρευόμαστε στα αγγλικά και στα τούρκικα», παρατηρούσε με πικρία ο Μανούσος Μανουσάκης σε πρόσφατη εκδήλωση της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος…

Σε άλλο μήκος κύματος, η παρέμβαση του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ προς το ΕΣΡ καταδίκασε τον τρόπο προώθησης της πλέον πρόσφατης σειράς Φατμαγκιούλ (που έχει συγκεντρώσει έως τώρα μερίδιο τηλεθέασης περί το 15-20%), με ερώτημα «αν θα ερωτευόταν μια γυναίκα-θύμα τον βιαστή της». Το ιδιαίτερο βάρος που έχουν οι πατριαρχικές αξίες στις τουρκικές σειρές προκαλεί, ούτως ή άλλως, δυσανεξία σε μια σύγχρονη κοινωνία, όμως εδώ, όπου η ηρωίδα στο πρώτο κιόλας επεισόδιο πέφτει θύμα ομαδικού βιασμού και στη συνέχεια υποχρεώνεται από την οικογένειά της να παντρευτεί τον βιαστή της, μάλλον υπερβαίνονται τα εσκαμμένα και η σειρά καταλήγει να «προωθεί την κουλτούρα του βιασμού», ενός απεχθούς κακουργήματος.


2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)