to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η συνδικαλιστική δράση μετά την πανδημία (μέρος 1ο)

Η πανδημία υπενθύμισε σε όλους τη σημασία και την κρισιμότητα των εργασιακών σχέσεων


Ποια είναι η ιστορία του συνδικαλισμού; Είναι η ιστορία της καταπολέμησης της επισφαλούς εργασίας με στόχο τη βελτίωση και τον εξανθρωπισμό των συνθηκών εργασίας. Δυστυχώς, έπειτα από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού, μοιραία οι περισσότερες μελέτες για το παρόν και το μέλλον των συνδικάτων ξεκινούν με την παράθεση απογοητευτικών στοιχείων για τη διαχρονική πορεία της συνδικαλιστικής πυκνότητας και του ποσοστού των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Οι πρόσφατες μεγαλειώδεις νίκες των εργαζομένων στην Amazon, στα Starbucks ή στα εργοστάσια της βιομηχανία ζάχαρης στην Τουρκία (που ιδιωτικοποίησε ο Ερντογάν) αποτελούν μικρές νησίδες σε έναν μεγάλο ωκεανό απορρύθμισης της εργασίας.

 

Αν και οι νίκες αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνουν ότι ο συνδικαλισμός και μπορεί να ανθίσει σε πολύ αντίξοες συνθήκες, και μπορεί να είναι ελκυστικός στους νέους εργαζόμενους, δεν αλλάζουν το γεγονός ότι η εργατική τάξη παραμένει στη συντριπτική της πλειονότητα μη οργανωμένη. Αυτό έχει ως συνέπεια την αύξηση των ανισοτήτων και του ιδιωτικού χρέους, την περιστολή των δημόσιων δαπανών καθώς και την πλήρη αποσύνδεση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας από τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού εισοδήματος. Η περιστασιακή εργασία δεν συνιστά πλέον έγκλημα και παθογένεια, όπως κάποτε (Beveridge), αλλά γέφυρα για την ένταξη και την επανένταξη των λεγόμενων ευπαθών ομάδων στην αγορά εργασίας.

Όλα αυτά εκφράστηκαν με τον πιο εύγλωττο τρόπο με το ξέσπασμα της πανδημίας. Εκατομμύρια εργαζόμενοι έχασαν την εργασία τους και μπήκαν σε καθεστώς μερικής επιδότησης, εκατομμύρια άλλοι αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν σε δομικές αλλαγές στο πρότυπο οργάνωσης της εργασίας και να απασχοληθούν σε ιδιαίτερα πιεστικές και συχνά απάνθρωπες συνθήκες. Αντιθέτως, οι προνομιούχες οικονομικές ομάδες είδαν τα κέρδη τους να αυξάνονται τόσο από την άνοδο στις τιμές της αγοράς γης όσο και από τη χρηματιστηριακή αξία των μεγάλων εταιρειών πληροφορικής.

Παρ’ όλα αυτά, η πανδημία είχε και κάποιες θετικές επιδράσεις στο πεδίο της συζήτησης για το μέλλον της εργασίας τις οποίες δεν πρέπει να αγνοήσουν τα συνδικάτα, όπως θα δούμε στο δεύτερο μέρος της ανάλυσής μας.

Οι θετικές επιδράσεις της πανδημίας

Η πρώτη έχει να κάνει με αυτό που επισημαίνουν ο Martinez Lucio και ο Andy Hodder, αλλά και ο Guy Ryder (διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, ILO). Η πανδημία υπενθύμισε σε όλους τη σημασία και την κρισιμότητα των εργασιακών σχέσεων. Η πανδημία έκανε αντιληπτό σε όλους το πόσο σημαντική είναι η εργασία κάποιων εργαζομένων, όπως το νοσηλευτικό προσωπικό, οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, στη διανομή, στις ταχυμεταφορές και οι καθαρίστριες, για τη λειτουργία της οικονομίας. Οι εργαζόμενοι αυτοί έπαψαν να είναι αόρατοι στα μέσα ενημέρωσης, η εργασία τους σταμάτησε να απαξιώνεται -τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό- και αναδείχθηκαν τα χρόνια προβλήματά τους στους χώρους εργασίας. Σε αυτούς τους κλάδους και σε αυτές τις επαγγελματικές κατηγορίες παρατηρείται παγκοσμίως δραματική αύξηση της απεργιακής δράσης, η οποία είτε σπανίως καταγράφεται ή δεν καταγράφεται με αξιόπιστο τρόπο (Azzellini).

Η δεύτερη επίδραση της πανδημίας στη συζήτηση για το μέλλον της εργασίας έχει να κάνει με το τέλος της αυταπάτης και των υποσχέσεων ότι η έξυπνη επιχειρηματικότητα, οι πεφωτισμένοι tech founders, οι φιλάνθρωποι καπιταλιστές, το επιχειρηματικό κράτος και κυρίως η ψηφιακή τεχνολογία μπορούν να δώσουν λύση στα προβλήματα της κοινωνίας. Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση δεν είναι μια κατά βάση τεχνολογική επανάσταση, αλλά μια επανάσταση που έχει κυρίως πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, είναι πολιτικό ζήτημα το ότι οι κολοσσοί του Διαδικτύου με σχεδόν κλειστή την παγκόσμια οικονομία εξασφάλισαν τεράστια κέρδη στα μεγάλα χρηματιστήρια.

Όπως αναφέρει και ο Louis Hyman στους New York Times, «πιστεύουμε ότι η gig οικονομία καθορίζεται από τις δυνάμεις της τεχνολογίας όταν στην πραγματικότητα καθορίζεται από επιχειρηματικές αποφάσεις». Για παράδειγμα, οι πρόσφατες απολύσεις 900 και 800 εργαζομένων μέσω μιας ολιγόλεπτης zoom τηλεδιάσκεψης στη Better.com και στην P&O Ferries στις ΗΠΑ και στη Βρετανία αντίστοιχα, αλλά και η εκβιαστική προσέγγιση της efood με το γνωστό SMS στην Ελλάδα συνιστούν επιχειρηματικές επιλογές για την περιστολή του κόστους εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, η πανδημία δυνάμωσε τις φωνές εκείνων που μιλούν ανοιχτά για ριζοσπαστικές μεταβολές στον σύγχρονο καπιταλισμό και για την ανάγκη ανάληψης ενός πιο ενεργού ρόλου του κράτους και του πλαισίου κοινωνικής ρύθμισης, ειδικά στα θέματα της υγείας και της πρόνοιας.  Όπως άλλωστε κατέδειξαν και πολλές έρευνες, η επίδραση της πανδημίας είχε βαθιές ταξικές απολήξεις. Για παράδειγμα, ένας 40χρόνος ισπανόφωνος στις ΗΠΑ είχε 12 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνει λόγω κορωνοϊού συγκριτικά με έναν λευκό συνομήλικό του. Ο Jeff Bezos, ο Elon Musk και άλλοι είδαν τις περιουσίες τους να εκτοξεύονται μέσα στην πανδημία, ενώ μόνο στην Κίνα 257 επιχειρηματίες έγιναν δισεκατομμυριούχοι το 2020 (Goldin), όταν οι ανισότητες στην πρόσβαση υπηρεσιών Υγείας, τη διατροφή, τη στέγαση, την ανάγκη μετακίνησης με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς είχαν ως αποτέλεσμα υψηλότερη θνησιμότητα από την πανδημία στα πιο φτωχά στρώματα του πληθυσμού.

Στο πλαίσιο αυτό και εν μέσω της ενεργειακής κρίσης και της αύξησης του πληθωρισμού τα ζητήματα της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων καθίστανται πλέον πολύ πιο σημαντικά. Οι κυβερνήσεις, αλλά και οι επιχειρήσεις και τα συνδικάτα καλούνται να ανταποκριθούν στην κοινωνική οργή και την ανασφάλεια και δυσφορία των εργαζομένων με πιο καθαρές και αποφασιστικές πρωτοβουλίες. Αυτή είναι η νέα συνθήκη του σύγχρονου καπιταλισμού και γι’ αυτό παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα αναφορικά με τις αλλαγές στο πρότυπο οργάνωσης και ρύθμισης της εργασίας. Αυτή όμως η συνθήκη και οι ρυθμίσεις που προκύπτουν δεν παύουν να αντανακλούν τους συσχετισμούς πολιτικής δύναμης μεταξύ της εργατικής και της εργοδοτικής πλευράς. Και γι’ αυτό ακόμη και για το ίδιο ζήτημα παρατηρούνται διαφορετικές προσεγγίσεις.

εργασια

Το παράδειγμα των ΗΠΑ

Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ η κυβέρνηση Μπάιντεν (Amazon here we come) υπό την πίεση και του Μπέρνι Σάντερς προωθεί νομοθετικές ρυθμίσεις με στόχο την ενίσχυση των εργατικών σωματείων και τονίζει με κάθε τρόπο δημοσίως ότι τα συνδικάτα δημιούργησαν την Αμερική και τη μεσαία τάξη, ενώ στην Ελλάδα η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεσμοθέτησε εμμέσως την κατάργηση του οκταώρου και τον ασφυκτικό έλεγχο της συνδικαλιστικής και απεργιακής δράσης.

 

Αλλο παράδειγμα αφορά τη μείωση του χρόνου εργασίας, καθώς πολλοί μεγάλοι εργοδότες και πολυεθνικές ωθούν πλέον την εφαρμογή της τετραήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (Soojung Kim Pang) και της επέκτασης της τηλεργασίας για λόγους που αφορούν την ευεξία (well-being) των εργαζομένων και την αρμονική συμφιλίωση των οικογενειακών υποχρεώσεων με τις επαγγελματικές (work-life balance). Στην πραγματικότητα όμως, πίσω από αυτές τις πρωτοβουλίες κρύβεται το γεγονός ότι στην πανδημία οι εργοδότες ανακάλυψαν τα οφέλη της τηλεργασίας στους ρυθμούς εντατικοποίησης της εργασίας.  Άλλωστε, οι περισσότερες σχετικές εργοδοτικές πρωτοβουλίες μείωσης των ημερών εργασίας λαμβάνουν χώρα σε αγορές εργασίας που χαρακτηρίζονται από παρατεταμένα ωράρια και απουσιάζουν οι ρυθμίσεις για το δικαίωμα της αποσύνδεσης.

Αντιθέτως, στις σκανδιναβικές χώρες, τόσο πριν όσο και μετά την πανδημία, το ποσοστό της τηλεργασίας παραμένει σε υψηλά επίπεδα, γεγονός το οποίο συνδέεται μεταξύ άλλων και με την κατοχύρωση του δικαιώματος της αποσύνδεσης, αλλά και ενός πιο διευρυμένου πλαισίου θεσμικής προστασίας της εργασίας, συμπεριλαμβανόμενης της επέκτασης των γονικών και λοιπών αδειών (Ευρωπαϊκό  Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθήκων Διαβίωσης και Εργασίας). Η περίπτωση της Ισλανδίας είναι ίσως η πιο ενδεικτική, καθώς κατάφερε να μειώσει με επιτυχία τον χρόνο εργασίας δίχως μείωση αποδοχών σε δύο στάδια (2015 και 2017), με αποτέλεσμα σήμερα το μέτρο να καλύπτει το 90% των εργαζομένων (Haraldsson).

Αντιστοίχως, πολλές κυβερνήσεις έχουν ανοίξει τη συζήτηση για το ποιοι κλάδοι και δραστηριότητες θα δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας στο μέλλον. Στο επίκεντρο αυτών των συζητήσεων, που φουντώνουν ενόψει και της πιο συστηματικής εφαρμογής των τεχνολογιών υψηλής νοημοσύνης και προηγμένου αυτοματισμού (Acemoglu και Restrepo, Frey και Osborne, Levy και Murnane, Rosenbland), εντοπίζονται οι πολιτικές reskilling (απόκτηση νέων δεξιοτήτων για μια νέα απασχόληση) και upskilling (αναβάθμιση και διεύρυνση των γνώσεων των εργαζομένων στο υφιστάμενο αντικείμενο εργασίας τους).

Πολιτικές επιδιώξεις και επιχειρηματικές σκοπιμότητες

Αν και η συγκεκριμένη ατζέντα πολιτικής είναι απαραίτητο να προεξάρχει στο μείγμα των δημόσιων πολιτικών για την αγορά εργασίας, εντούτοις παρατηρείται μια βασική αδυναμία που υποκρύπτει πολιτικές επιδιώξεις και επιχειρηματικές σκοπιμότητες. Αυτή έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι πολιτικές reskilling και upskilling συνήθως δημιουργούνται γι’ αυτούς που την έχουν ανάγκη μέσω top-down κυβερνητικών αποφάσεων και όχι γι’ αυτούς που πραγματικά τη χρειάζονται. Η παραγωγή πολιτικής δηλαδή δεν είναι το αποτέλεσμα μιας δυναμικής διαδικασίας διαπραγμάτευσης, διαλόγου και συνδιαμόρφωσης μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των πολιτών στις οποίες αναφέρεται η εκάστοτε πολιτική παρέμβαση, αλλά το αποτέλεσμα συναλλαγής μεταξύ των κυβερνόντων και των απαραίτητων «ανεξάρτητων» εμπειρογνωμόνων και τεχνοκρατών της κοινωνικής μιζέριας που νομιμοποιούν ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το Tussell Report οι περισσότερες αναθέσεις έργων του Δημοσίου (15,7 δισ. λίρες) το 2021 στη Βρετανία δόθηκαν σε 38 μεγάλες εταιρείες, μεταξύ των οποίων η Microsoft και οι λεγόμενες μεγάλες εταιρείες παροχής συμβούλων. Τα ευρήματα αυτά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά και το σκάνδαλο της παράλληλης εργασίας πολλών βουλευτών με αφορμή την υπόθεση του συντηρητικού βουλευτή Owen Peterson. Στην Ελλάδα, όπου περίπου το 5% του ΑΕΠ δαπανήθηκε σε απευθείας αναθέσεις, είναι επιτακτική η ανάγκη μιας αντίστοιχης μελέτης.

Ακόμη όμως κι αν θεωρήσουμε ότι δεν υπάρχει διαφθορά, πόσο αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί η παραγωγή νομοθετημάτων από στελέχη εταιρειών που κοιτούν πρώτα το μέλλον των επιχειρήσεων και συνηθίζουν να βαφτίζουν τα βάσανα της εργατικής τάξης σε προκλήσεις για το μέλλον; Πώς, για παράδειγμα, θα κάνεις πολιτική για τις δεξιότητες και την ανεργία δίχως τους άνεργους; Χρειάζεται να κατανοήσουμε καλύτερα τις ανάγκες της βιομηχανίας και των επιχειρήσεων ή να βοηθήσουμε τον μετασχηματισμό τους ώστε να προσφέρουν θέσεις εργασίας που ενισχύουν την ποιότητα της εργάσιμης ζωής; Μπορεί να γίνει αυτό αν δεν αμφισβητηθεί η κυριαρχία των αγορών (Klein και Pettis);

Και εδώ οφείλουμε να θυμηθούμε την εύστοχη κριτική της Mariana Mazzucato ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις λειτουργούν με στόχο τη θεραπεία των προβλημάτων της αγοράς και επενδύουν στο να στηρίζουν νέες ή παλιές αγορές αντί να λειτουργούν αποφασιστικά και με όραμα θέτοντας τους στόχους που ζητά η κοινωνία.

Βιώσιμη ανάπτυξη δίχως ταξική σύγκρουση

Στο σημείο αυτό όμως εντοπίζεται και η αυταπάτη που τρέφουν και ορισμένοι κύκλοι της αριστερής διανόησης και των συνδικάτων και η οποία μεταφέρεται συχνά με άκριτο τρόπο στα διακηρυκτικά κείμενα μεγάλων υπερεθνικών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή  Ένωση. Η προσπάθεια επίτευξης βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης που υποτίθεται πως θα επιφέρει μεγαλύτερη δικαιοσύνη στην αγορά εργασίας και περισσότερες αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας έχει μια βασική αντίφαση. Ταυτίζει τις αγορές με τον καπιταλισμό, αποφεύγει να θίξει τις ταξικές διαστάσεις των σύγχρονων προβλημάτων και θεωρεί με μονοδιάστατο τρόπο ότι περισσότερη δημοκρατία σημαίνει λιγότερος καπιταλισμός και λιγότερη ανθρώπινη εκμετάλλευση (Schulze-Cleven και Vachon).

Και εδώ ερχόμαστε στον κομβικό και ιστορικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει το σύγχρονο εργατικό κίνημα.  Ένα εργατικό κίνημα που λειτουργεί με πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά και το οποίο χτίζει γέφυρες και συμμαχίες με άλλες οργανώσεις, κινήματα και θεσμούς.  Ένα εργατικό κίνημα που χρησιμοποιεί στρατηγικές δημοσιοποίησης των αθέμιτων εργοδοτικών πρακτικών και καταργεί στην πράξη τις αντεργατικές κυβερνητικές επιλογές, όπως στην περίπτωση της efood. Αν απέδειξε κάτι αυτή η πετυχημένη κινητοποίηση, είναι ότι οι νίκες των εργαζομένων δεν είναι απαραίτητο να προέρχονται από συνδικάτα που διαθέτουν μεγαλύτερη θεσμική δυνατότητα και περισσότερους πόρους, αλλά από τη σύζευξη των συμφερόντων των εργαζομένων με την ευρύτερη κοινωνία, όπως θα παρουσιαστεί στο επόμενο μέρος της ανάλυσης.

* Ο Λευτέρης Κρέτσος είναι πρώην υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)