to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η προφανής απάντηση δεν είναι η καλύτερη

Οι τελευταίες εξελίξεις στο Κίνημα Αλλαγής –διαφοροποίηση πέντε ή έξι βουλευτών από τη γραμμή υπερψήφισης του νομοσχεδίου για τις δημόσιες συναθροίσεις και απουσία δύο εξ αυτών, του Γ. Παπανδρέου και Χ. Καστανίδη, από την ονομαστική ψηφοφορία– προκάλεσαν αναταραχή στους κόλπους του και ανησυχία στην ηγεσία του. Λογικό, ωστόσο, είναι να προκαλούν προβληματισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ, που δημόσια έχει ευχηθεί και ζητήσει τη συνεργασία του ΚΙΝΑΛ, μετά τις επόμενες εκλογές –με απλή αναλογική– απέναντι στη ΝΔ.


Οι τελευταίες εξελίξεις στο Κίνημα Αλλαγής –διαφοροποίηση πέντε ή έξι βουλευτών από τη γραμμή υπερψήφισης του νομοσχεδίου για τις δημόσιες συναθροίσεις και απουσία δύο εξ αυτών, του Γ. Παπανδρέου και Χ. Καστανίδη, από την ονομαστική ψηφοφορία– προκάλεσαν αναταραχή στους κόλπους του και ανησυχία στην ηγεσία του. Λογικό, ωστόσο, είναι να προκαλούν προβληματισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ, που δημόσια έχει ευχηθεί και ζητήσει τη συνεργασία του ΚΙΝΑΛ, μετά τις επόμενες εκλογές –με απλή αναλογική– απέναντι στη ΝΔ.

Συμμαχίες και σύμμαχοι

Η τελευταία τοποθέτηση του ΚΙΝΑΛ στη συγκεκριμένη ψηφοφορία, όπως σωστά παρατήρησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλ. Τσίπρας, είναι η τρίτη στρατηγικής σημασίας επιλογή της ηγεσίας του στο πλευρό της ΝΔ, μετά την απόρριψη της απλής αναλογικής και την αντίθεσή της στη συμφωνία των Πρεσπών. Επιλογές που δικαιολογημένα ερμηνεύονται ως προσέγγιση προς τη ΝΔ με μόνιμα και όχι ευκαιριακά χαρακτηριστικά. Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, πόσο μπορεί κάποιος να ελπίζει σε μια συνεργασία με το ΚΙΝΑΛ και πόσο μπορεί να διατηρηθεί η ενότητά του με δεδομένη την εμμονή της ηγεσίας του σ’ αυτή την επιλογή;
Με όλα αυτά είναι φυσικό γεννιούνται στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ερωτήματα για την πολιτική συμμαχιών, που δεν είναι δα και τόσο σταθερή, επεξεργασμένη και καλοχωνεμένη, μην τυχόν και μείνει πολιτική χωρίς αποδέκτη. Είναι γνωστό, εξάλλου, πως έχει διατυπωθεί και η άποψη, που ίσως ενισχύεται τώρα, ότι η μόνη εφικτή στάση απέναντι στο ΚΙΝΑΛ είναι η διεκδίκηση στελεχών, μελών και εκλογικού σώματος, καθώς όλα τα άλλα είναι μάταια.
Στα ερωτήματα αυτά θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς κάτι που μοιάζει με ευφυολόγημα, αν και δεν είναι: η πολιτική συμμαχιών ενός μεγάλου, ενός υπολογίσιμου κόμματος με στρατηγικές στοχεύσεις μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση κατάλληλων συνθηκών για την ύπαρξη συμμάχων. Πέρα από αυτό, όμως, που είναι ουσιώδες και σημαντικό, δεν έχει νόημα να συζητάει κανείς για πολιτική συμμαχιών αντικαθιστώντας το πρόβλημα της απουσίας αποδέκτη με την άρνηση της ανάγκης να αναζητηθεί με επιμονή στο πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο ένας ή περισσότεροι. Γιατί αυτό θα έδειχνε μια σπουδή για να επωφεληθεί απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ οργανωτικά, πολιτικά και εκλογικά από μια διάλυση του πολιτικού κέντρου, αδιαφορώντας για το τι μπορεί αυτό να σημάνει τόσο για τη διάταξη του πολιτικού σκηνικού, τους γενικότερους πολιτικούς συσχετισμούς, αλλά και για το δικό του χαρακτήρα και ρόλο.

Το πολιτικό, το κοινωνικό και η σύνδεσή τους

Όταν οι πρόγονοι του ΣΥΡΙΖΑ μιλούσαν για την ανάγκη ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που αποτελεί και τον πυρήνα της λογικής για μια συγκεκριμένη πολιτική συμμαχιών, ήθελαν να τονίσουν δύο τουλάχιστον πράγματα. Πρώτον, ότι δεν αρκούν κάποιες κινήσεις κορυφής, αν θέλουμε να υπάρξουν μονιμότερα αποτελέσματα, γιατί ό,τι συντελείται στο πολιτικό επίπεδο καλό είναι να εκφράζει διεργασίες και στο κοινωνικό. Δεύτερον, ότι οι πολιτικοί οργανισμοί με κάποια ιστορία δεν αποτελούν δημιουργήματα προσωπικών φιλοδοξιών, αλλά εκφράζουν κοινωνικά σύνολα με τις ανάγκες και τα συμφέροντά τους. Συνεπώς, μια πολιτική συμμαχιών χρειάζεται να απευθύνεται και να αναπτύσσεται και στα δύο πεδία, ώστε αδυναμίες που τυχόν εμφανίζονται στο ένα να αναπληρώνονται από τις δυνατότητες που τυχόν εμφανίζονται στο άλλο. Η κατάργηση της πολιτικής συμμαχιών διά της εις άτοπον απαγωγής αποτελεί παράλογη άρνηση της ίδιας της πραγματικότητας, η οποία το πιο πιθανό είναι να οδηγήσει απογοητευμένα εκλογικά μερίδια του κέντρου και κοινωνικές μερίδες των μεσοστρωμάτων στη δεξιά, που λόγω των επιλογών της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ, αλλά και των πολιτικών αναδιατάξεων της τελευταίας δεκαετίας, βρίσκονται πια πλησιέστερα σε μια τέτοια επιλογή.
Πώς μπορεί να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη ένα κόμμα της αριστεράς; Ας μιλήσουμε καλύτερα με ένα παράδειγμα. Στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση, αλλά όχι μόνο σ’ αυτή, εκείνοι που θεωρούν πιο αναποτελεσματική και βλαπτική για τους ίδιους την κυβερνητική πολιτική και γι’ αυτό χρωματίζουν με μελανότερα χρώματα την προοπτική τους, είναι τα μεσοστρώματα. Τα στρώματα αυτά εκφράζονται εκλογικά σε σημαντικό βαθμό από το ΚΙΝΑΛ. Η απογοήτευσή τους, όμως, από την κυβερνητική πολιτική μπορεί με ελιγμούς της ΝΔ να αμβλυνθεί, ανοίγοντας διάπλατα τη δίοδο επικοινωνίας με τη δεξιά προς λεηλάτηση του εκλογικού μεριδίου του. Αν όμως κερδηθούν στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων σαν σύμμαχοι, θα ριζοσπαστικοποιηθούν και θα αποστασιοποιηθούν από τη ΝΔ προσεγγίζοντας την αριστερά, είτε παραμένοντας στο ΚΙΝΑΛ είτε μέσα από έναν νέο κεντρώο σχηματισμό.

Αστοχία στον τίτλο, ευστοχία στο πρόγραμμα

Για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι πιο εφικτό να διατηρήσει κοντά του τις κοινωνικές δυνάμεις αυτές μ’ αυτό τον τρόπο, δηλαδή με την ανασυγκρότηση της πολιτικής έκφρασής τους, παρά να επιχειρήσει να τις αφομοιώσει επιθετικά με κίνδυνο να τις απομακρύνει στην πραγματικότητα. Το όφελος τελικά θα είναι μικρό, με δεδομένη τη συρρίκνωση του διεκδικούμενου χώρου, ενώ οι πιθανές απώλειες από ενδεχόμενες αβαρίες που θα κάνει για να το πετύχει, ίσως είναι πιο σημαντικές και μακροπρόθεσμες, γιατί θα θολώνουν τη φυσιογνωμία του και θα του στερούν αριστερό ακροατήριο και δυνατότητες συμμαχιών από τα αριστερά του. Αυτά τα στρώματα, αν δεν ριζοσπαστικοποιηθούν στο κοινωνικό πεδίο, θα εξακολουθήσουν να είναι προσεγγίσιμα από τη δεξιά, ιδίως όταν εμφανίζεται σαν κεντροδεξιά. Τελικά, μάλλον βιάστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ να διαλέξει την προσθήκη «Προοδευτική Συμμαχία» στον τίτλο ενός ενιαίου κόμματος, τη στιγμή που θα του χρειαζόταν μάλλον για ένα γνήσιο συμμαχικό σχήμα.
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο και η ουσία της διεκδίκησης του «συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων». Αυτή η δυνατότητα ριζοσπαστικοποίησης, που ισχύει προφανώς και για άλλα στρώματα, κερδίζεται στο πεδίο της μάχης, με τη συμβολή τού καθενός κόμματος στην εμβάθυνσή της. Στο εκλογικό πεδίο, κατόπιν, μπορεί να διεκδικηθεί με την αντανάκλασή της στο πρόγραμμα του κόμματος. Το οποίο αποτελεί το ελκτικό στοιχείο, όταν σ’ αυτό αναγνωρίζει ο καθένας τις βέλτιστες απαντήσεις στα ερωτήματά του. Ακόμα κι αν δεν μπορέσει να εφαρμοστεί απόλυτα, θα έχει τη δυνατότητα να συγκεραστεί σε ένα κυβερνητικό σχέδιο με συγγενικά προγράμματα πολιτικών δυνάμεων, που έχουν επηρεαστεί από τις κοινωνικές διεργασίες ριζοσπαστικοποίησης των ίδιων των στρωμάτων. Το τελικό μείγμα και οι τελικοί συσχετισμοί θα είναι έτσι σε προοδευτική κατεύθυνση, και αυτό είναι που κάθε φορά μετράει.

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)