to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η «μαύρη επέτειος» και η «κανονικότητα»

Με τη συμπλήρωση δύο χρόνων από το σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων, παρατηρήθηκε το εξής οξύμωρο: η αντιπολίτευση, ιδίως η αξιωματική, πρόβαλε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την επέτειο απ’ ό,τι η ίδια η κυβέρνηση, προκειμένου να τονίσει την αρνητική σημασία της. Σε τέτοιο βαθμό που, αν δεν υπήρχαν δηλώσεις, πολιτικές ομιλίες και αντιπολιτευτικά ρεπορτάζ επί τη επετείω, η ημερομηνία θα περνούσε μάλλον απαρατήρητη.


Οι κυβερνήσεις δεν έχει νόημα να γιορτάζουν εν είδει επετείου τη συμπλήρωση του πρώτου, του δεύτερου ή του τρίτου έτους από το σχηματισμό τους. Αρκεί να κάνουν κατά τακτικά διαστήματα απολογισμό του έργου τους, των θετικών και των αρνητικών πλευρών του, ενώπιον του εκλογικού σώματος. Μια πολιτική συγκέντρωση μ’ αυτό το περιεχόμενο θα είχε νόημα. Ίσως και περισσότερες διάσπαρτες στην επικράτεια, αλλά με τον πιο πάνω χαρακτήρα.
Με τη συμπλήρωση δύο χρόνων από το σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων, παρατηρήθηκε το εξής οξύμωρο: η αντιπολίτευση, ιδίως η αξιωματική, πρόβαλε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την επέτειο απ’ ό,τι η ίδια η κυβέρνηση, προκειμένου να τονίσει την αρνητική σημασία της. Σε τέτοιο βαθμό που, αν δεν υπήρχαν δηλώσεις, πολιτικές ομιλίες και αντιπολιτευτικά ρεπορτάζ επί τη επετείω, η ημερομηνία θα περνούσε μάλλον απαρατήρητη.

Σβήσιμο από το σκληρό δίσκο

Ειδικά ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ. Κυρ. Μητσοτάκης συνέβαλε πρωτίστως στην ανάδειξη της «πανηγυρικότητας» του γεγονότος. Αφιέρωσε την ομιλία του στην επί τούτου ορισθείσα πολιτική επιτροπή της ΝΔ ουσιαστικά σε μια πολεμική εναντίον της κυβέρνησης. Μια πολεμική, όμως, που θα ήταν κοινοτοπία, αν τη χαρακτηρίζαμε, όπως συνήθως, «σκληρή». Το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ότι υπήρξε απόλυτα ισοπεδωτική.
Ο στόχος της δεν ήταν να αποδομήσει απλώς τα επιχειρήματα της κυβέρνησης και να αποδυναμώσει την όποια επιρροή της κυβερνητικής ρητορικής ή επιχειρηματολογίας, ώστε να αναδειχθεί η ανάγκη προτίμησης της δικής του πρότασης. Αυτό δεν αρκεί, όπως θα αρκούσε σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση επιδίωξης μιας πολιτικής αλλαγής τα τελευταία σαράντα χρόνια. Μιλώντας για «λαίλαπα που δεν άφησε τίποτε στο πέρασμά της», για «καταστροφή και ήττα της χώρας καθολική», για «μαύρη επέτειο», δεν ασκεί μια συνηθισμένη αντιπολιτευτική ρητορική με συνηθισμένες υπερβολές. Σκοπός του δεν είναι απλώς να μηδενίσει την όποια συμβολή του κυβερνητικού έργου. Σκοπός του είναι να διαγράφει από τη συλλογική μνήμη και την ύπαρξη ακόμα της «αριστερής παρένθεσης». Δεν πρέπει καν να υπάρξει υπόνοια ότι υφίσταται, ότι υπήρξε έστω και σαν παρένθεση αυτή η περίοδος. Για τη σημερινή ηγεσία της ΝΔ είναι μια εκτροπή. Όχι μεταφορικά, στην κυριολεξία. Είναι κάποιοι στην πολιτική ηγεσία που έχουν το δικαίωμα να υπάρχουν, αλλά δεν νοείται να κυβερνούν κιόλας. «Οφείλουμε να επαναφέρουμε τη χώρα στην κανονικότητα» είπε ο κ. Μητσοτάκης, επιβεβαιώνοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό, ότι ζούμε μια εκτροπή.

Τι θα πει «κανονικότητα»

Γιατί, όμως, μετράει με τόση ακρίβεια τα λόγια του; Προφανώς, ούτε το έργο της κυβέρνησης είναι επαναστατικό, ούτε ο κ. Μητσοτάκης τόσο ανόητος, ώστε να πιστεύει πως βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο το καθεστώς εδώ, σ’ αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, εν μέσω γενικής υποχώρησης σε παγκόσμια κλίμακα. Η «κανονικότητα» στην οποία ο κ. Μητσοτάκης νιώθει το χρέος να επαναφέρει τη χώρα, έχει δύο σκέλη: το πρώτο αφορά τη μη αμφισβήτηση του δόγματος της λιτότητας και της παραδοχής της προτεραιότητας του συμφέροντος της διεθνούς του νεοφιλελευθερισμού έναντι οποιασδήποτε «εκτροπής» από τη διεθνή κανονικότητα· το δεύτερο αφορά τη διατήρηση της εσωτερικής «ομαλότητας» στην ισορροπία πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, με τη διασφάλιση της αδιατάρακτης εναλλαγής (ή και συνεργασία) στην κυβέρνηση δυνάμεων που δεν έχουν κανένα συμφέρον να θίξουν αυτή την ισορροπία, έστω κι αν αποδεδειγμένα αναπαράγει την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος, ή του συλλογικού, ή των πολλών.
Το μπλέξιμο στα πόδια των στυλοβατών αυτού του συστήματος μιας πολιτικής δύναμης που δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αφήσει άθιχτα αυτά τα σκέλη –γιατί δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει ως τέτοια, ακόμα κι αν αποφάσιζε να γίνει μέρος του συστήματος και, καθ’ υπόθεσιν, την έκανε αποδεκτή το σύστημα– αποτελεί κίνδυνο για την ίδια την ισορροπία και τη διαιώνισή του. Αυτά τα «αγαθά» προστατεύει μ’ αυτή την ισοπεδωτική και ακυρωτική πολεμική η σημερινή ηγεσία της ΝΔ.
Η ρητορική χρήση των εννοιών της «λαίλαπας», της «καταστροφής», της «επιστροφής στην κανονικότητα» συναντάται μόνο σε περιπτώσεις πολεμικών καταστροφών, ή δικτατορικών κυβερνήσεων. Περιόδων, δηλαδή, που πρέπει να αναιρεθούν και να μεταβληθούν σε «κενά» στην ιστορική συνέχεια, σε μιαρά απόβλητα από το σώμα της και από το κοινωνικό σώμα κατά συνέπεια.

Το επικίνδυνο περιεχόμενο του «κενού»

Το περιεχόμενο αυτών των «κενών» πρέπει να κλειστεί ερμητικά στο κέλυφος της μη κανονικότητας, ώστε να μην ξαναπροσβάλει το κοινωνικό σώμα ούτε ως ουτοπία. Τι επικίνδυνο περιέχει, όμως, αυτό το συγκεκριμένο «κενό»;
Πρώτον, την πεποίθηση ότι, ακόμα κι αν διαβλέπεις τον κίνδυνο να υποχρεωθείς σε συνθηκολόγηση, δεν πρέπει να παραδοθείς αμαχητί.
Δεύτερον, ακόμη κι αν συνθηκολογήσεις, δεν σημαίνει ότι ξεχνάς για πάντα τους στόχους σου, ενδιάμεσους και απώτερους, ούτε παύεις να τους επιδιώκεις.
Τρίτον, την ανάγκη να ασκείς πολιτική, ακόμα και στο πλαίσιο της επιβολής της λιτότητας, υπέρ των αδυνάτων, μοιράζοντας αν χρειαστεί ακόμα και τις συνέπειές της μεροληπτικά υπέρ των πιο αδύνατων.
Τέταρτον, την έμπρακτη απόδειξη ότι, ακόμα και στις πιο πιεστικές για τις λαϊκές τάξεις συνθήκες, υπάρχει περιθώριο να σημειωθούν νίκες μικρές ή μεγάλες στα μέτωπα της διαπλοκής, της διαφθοράς, της φοροδιαφυγής, των δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος, των κοινωνικών αντιλήψεων, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας των φύλων…
Πέμπτον, την ανάγκη να θεμελιωθούν προοδευτικές μεταρρυθμίσεις σε μείζονα πεδία, όπως σε υγεία, παιδεία, κράτος, δικαιώματα, εργασία, παραγωγή, περιβάλλον κ.α που συγκροτούν ένα πρόγραμμα μετασχηματισμού με αριστερό πρόσημο.
Έκτον, την αμφισβήτηση, τελικά, της «αλήθειας» ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την ολόψυχη αποδοχή του θεωρήματος του νεοφιλελευθερισμού και, συνεπώς, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε όλοι, είναι να αποδεχθούμε με ρεαλισμό την πραγματικότητα και να την ευχαριστηθούμε.

Φαντάζουν κάπως γενικά και αόριστα αυτά, ελάχιστα χειροπιαστά ή θεωρητικά και άπιαστα από τους πολλούς. Ο καθένας μπορεί να κρατήσει τη γνώμη του και γι’ αυτά και για πολλά άλλα. Πάντως, όλοι αυτοί που θέλουν τόσο φανερά πια να σβήσουν, να ακυρώσουν ως ανύπαρκτα όσα συμβαίνουν εδώ και δύο χρόνια, για να μας επιστρέψουν στην «κανονικότητα», φαίνεται πως έχουν διαφορετική γνώμη.

tags: άρθρα

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)