to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η Γενούφα δεν πέθανε

Η Εθνική Λυρική Σκηνή ξεκινάει τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο παρουσιάζοντας σε πανελλήνια πρώτη την Όπερα Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ (1854 – 1928).


Θερμή υποδοχή της όπερας Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ στην πρεμιέρα του έργου, που εγκαινίασε την καλλιτεχνική περίοδο 2018/19 της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Στόχος του καλλιτεχνικού της διευθυντή, Γιώργου Κουμεντάκη είναι ο εμπλουτισμός του ρεπερτορίου με ορισμένα από τα αριστουργήματα του 20ου αιώνα.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή ξεκινάει τη φετινή καλλιτεχνική περίοδο παρουσιάζοντας σε πανελλήνια πρώτη την Όπερα Γενούφα του Λέος Γιάνατσεκ (1854 – 1928).

Η μουσική του Γιάνατσεκ είναι επηρεασμένη από την δημοτική μουσική παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μοραβίας (ιστορική περιοχή στα ανατολικά της Τσεχίας). Ωστόσο, στη Γενούφα, ο συνθέτης δεν εντάσσει αυθεντικές λαϊκές μελωδίες. Κι αν εμφανίζονται δημοτικοφανή στοιχεία περιστασιακά (όπως στο χορωδιακό των νεοσυλλέκτων που επιστρέφουν και σ’ αυτό των κοριτσιών που προσέρχονται στον γάμο) δεν βρίσκεται εκεί η πρωτοτυπία του έργου.

Ο Γιάνατσεκ χρησιμοποιεί από την παραδοσιακή μοραβική μουσική μορφικά στοιχεία όπως τους μη περιοδικούς τονισμούς, τις μη ισορροπημένες μουσικές φράσεις, τις παύσεις, τα έντονα παρεστιγμένα ρυθμικά σχήματα, και η φωνή αυτονομείται σε έναν βαθμό από την ορχηστρική συνοδεία και μοιάζει περισσότερο με ομιλία. Με τα λιμπρέτα σε πρόζα του συνθέτη, οι ιδιαίτεροι (και διαφορετικοί από τις περισσότερες δυτικές γλώσσες) τονισμοί της τσεχικής γλώσσα (στην πρώτη συλλαβή της λέξης) απελευθερώνονται και γίνονται στοιχείο του μουσικού ύφος.

Με μια λέξη, θα λέγαμε πως το μουσικό μέρος στο έργο του Γιάνατσεκ γίνεται πιο ακανόνιστο. Και είναι ακριβώς αυτό το ακανόνιστο και ανοίκειο, σε μεγάλο βαθμό για τους λάτρεις της κλασικής όπερας, στοιχείο που καθιστά το έργο εντέλει πιο δραματικό και ενδιαφέρον.

Η μουσική επιτελεί και ένα είδος σημειολογικής λειτουργίας. Τα μουσικά θέματα που επανέρχονται δηλώνουν κάτι, «σημαίνουν». Όπως, για παράδειγμα, η επαναλαμβανόμενη νότα στο ξυλόφωνο (που μιμείται τον κρότο του νερόμυλου) προοιωνίζεται το κακό.

Αυτή η σημειολογική λειτουργία εντείνει τη θεατρικότητα του έργου. Την τελευταία υπηρετεί και η κινησιολογία της παράστασης, που επιμελείται ο Φ. Νικολάου, και η σκηνοθεσία της Ν. Ράαμπ, που δεν εκπίπτουν σε θεατρινισμούς και στομφώδεις πόζες, αλλά, αντίθετα, καταφέρνουν να αναδείξουν περαιτέρω την ανθρώπινη (και άρα εύθραυστη) πλευρά των προσώπων, με έναν σχεδόν εξπρεσιονιστικό τρόπο.

Το σκηνικό του Κ. Σουγλίδη συνομιλεί μ’ αυτό το ύφος, μέσα από το ζεύγος σπίτι - δάσος, άνθρωπος – Φύση, με έντονες αντιθέσεις άσπρου, μαύρου. Η Φύση υπηρετεί τον άνθρωπο (π.χ. νερόμυλος) και άλλοτε τον αντιστρατεύεται (χειμώνας, δυνατός αέρας, πάγος). Το σχεδόν άδειο εσωτερικό του οικήματος όπου ξεχωρίζει ο σταυρός στον τοίχο όπως και το παιχνίδι με τη σκιά της Γενούφας (φωτισμοί: Ν. Ντεμπριναί), που μεγαλώνει ή μικραίνει πάνω του όταν εκείνη πηγαινοέρχεται αναστατωμένη, εντείνει την εξπρεσιονιστική αίσθηση, και προσδίδει στη σκηνή μια απειλητική, σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Ωστόσο «αυτήν την ωμότητα που καλούμε Φύση» φαίνεται να επισκιάζει η σκληρότητα των ανθρώπων, ώστε τελικά το δάσος να φαντάζει ως το μοναδικό καταφύγιο.

Οι τρεις πράξεις του έργου αντιστοιχούν σε τρεις εποχές του χρόνου (Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη) και σ’ αυτές συντελείται το δράμα και η λύτρωση. Οι εποχές αυτές, για παράδειγμα η νυχτερινή χιονόπτωση, αποδίδονται με εικόνες μεγάλης ομορφιάς, που διαθέτουν ένα παραμυθητικό χαρακτήρα, ο οποίος ούτως ή άλλως συναντάται εκεί που η Φύση γειτνιάζει με τον άνθρωπο, στο σύνορο μεταξύ της άγριας κατάστασης και του πολιτισμού (που συχνά αποδεικνύεται πιο άγριος από την πρώτη).

Οι υψίφωνοι Σ.Τ. Μπράντον (Γενούφα) και Ζ. Χογκρέφε (Νεωκόρισσα) έδωσαν συγκινητική φωνή και ζωή στα δύο βασικά πρόσωπα του δράματος. Εξίσου αξιόλογοι και οι άντρες πρωταγωνιστές,  Φρανκ βαν Ακεν (Λάτσα) και Δημήτρης Πακσόγλου (Στέβα). 
Τόσο η ορχήστρα (διεύθυνση: Λ. Καρυτινός) όσο και η χορωδία (διεύθυνση: Α. Γεωργακάτος) πέτυχαν να μας μεταφέρουν στο σύμπαν του έργου.

Το πρόγραμμα που συνοδεύει την παράσταση είναι ιδιαίτερα προσεγμένο και περιέχει και σ’ αυτήν την παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής πολύ ενδιαφέροντα κείμενα και πληροφορίες.


 

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)