to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η ευθύνη γεννιέται όταν δεν λέμε εγκαίρως «όχι»

Για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο και όχι μόνο


Η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προσφάτως, έθεσε σε σύντομη διαβούλευση ένα ογκωδέστατο νομοσχέδιο το οποίο επιχειρεί να ρυθμίσει κάθε πτυχή της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Το πνεύμα του νομοσχεδίου συνολικά, καθώς και οι επιμέρους διατάξεις του βάλλουν κατά της δημόσιας και δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εισάγοντας στοιχεία και πρακτικές που διαρρηγνύουν βασικές αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας και του αυτοδιοίκητου των ελληνικών πανεπιστημίων και αντανακλά τις γενικευμένες νεοφιλελεύθερες αξιώσεις ώστε να καταστούν ορατοί όλοι οι  «αόρατοι» έως τώρα για τις επιχειρήσεις και την Αγορά κλάδοι, ανάμεσά τους και το Δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Οι ίδιες ωμές  αξιώσεις διαπερνούν  οριζοντίως και καθέτως και το Προσχέδιο του Σύμβουλου του Κ. Μητσοτάκη κ. Χριστόφορου Πισσαρίδη, πάνω στο οποίο «πάτησε» η υπουργός Παιδείας Ν. Κεραμέως για να καταρτίσει το νέο νόμο πλαίσιο για τα ΑΕΙ.

Το Σχέδιο παρουσιάστηκε δημόσια για πρώτη φορά μετά από σχετική «πρωτοβουλία» του Ιδρύματος Μποδοσάκη στις 22 Νοεμβρίου 2021 στο Μέγαρο Μουσικής και τέθηκε αμέσως υπό την αιγίδα της προέδρου της Δημοκρατίας. Την τελική πρόταση προς την κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου ετοίμασε Επιστημονική Επιτροπή με συντονίστρια την κατεξοχήν απολογήτρια του ακαδημαϊκού νεοφιλελευθερισμού κ. Βάσω Κιντή, Καθηγήτρια του ΕΚΠΑ.

Το συνδυασμένο εγχείρημα επιχειρηματοποίησης, αυταρχικής απαξίωσης και εκφυλισμού ενός δημοκρατικού θεσμού, ο οποίος παρά τις όποιες αδυναμίες του παρείχε τη δυνατότητα πρόσβασης σε νέους-ες από όλα τα κοινωνικά στρώματα και διευκόλυνε την κοινωνική κινητικότητα, αφορά ως μοντέλο και στοίχημα, όχι μόνο την προοπτική της επιβίωσης της ΝΔ και της ανακατάληψης της εξουσίας στις επερχόμενες εκλογές αλλά κάτι περισσότερο. Αποτελεί πρόπλασμα για σαρωτικές αλλαγές σε κάθε τομέα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στην περίπτωση που η ΝΔ κερδίσει αυτές τις εκλογές. Κάθε τι που έχει απομείνει όρθιο θα σαρωθεί από το κυνικό πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό μπορεί να φαίνεται υπερβολικό αλλά πρέπει να θυμόμαστε πως αρχικά η υπουργός Παιδείας αλλά και ο ο πρωθυπουργός πρόσφατα, παρά τον αρνητικό αντίκτυπο της ασύμμετρης αστυνομικής βίας και των πειθαρχικών και ποινικών μέτρων που επί διετία λαμβάνονται απέναντι σε φοιτητές-τριες που διαμαρτύρονται, δεν έκαναν βήμα πίσω, αντίθετα αναβάθμισαν επικοινωνιακά το εγχείρημα τους, εργαλειοποιώντας ανενδοίαστα προς τούτο και την  πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Υπάρχει κάτι στον επικοινωνιακό ζήλο με τον οποίο περιβάλλουν το αφήγημά τους ο κ. Μητσοτάκης και η κ, Κεραμέως του οποίου το «άρωμα» αναδύεται από τον πιο σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο στην αήθη προσπάθεια εκμαυλισμού των ακαδημαϊκών δασκάλων, στους οποίους η κ.Κεραμέως με την πρόσφατη επιστολή που τους απηύθυνε τάζει λαγούς με πετραχήλια ώστε να συναινέσουν στην διάλυση του δημοκρατικού χαρακτήρα του Πανεπιστημίου.

Πρόκειται για το μίγμα αυταρχισμού και έπαρσης που ξεχειλίζει όταν ο κ. Μητσοτάκης καταφεύγει στη φτηνή πρόζα, την αμετροέπεια και την οίηση για να μιλήσει για την Παιδεία και τη μόρφωση, χρησιμοποιώντας προς τούτο φανφαρόνικες εκφράσεις με τις οποίες τον εφοδιάζει για κάθε χρήση το επικοινωνιακό του επιτελείο, όπως είναι αυτή με την οποία διαφήμισε πρόσφατα το νόμο-πλαίσιο ως «επανάσταση».

Πέρα από την αυθόρμητη θυμηδία που προκαλεί η πομπώδης αποστροφή, ο προσβλητικός για την κοινή αίσθηση ναρκισσισμός του πρωθυπουργικού λόγου -narcissistic abuse χαρακτήρισε η Ολλανδή δημοσιογράφος Ingeborg Beugel τη συμπεριφορά του κ. Μητσοτάκη στις συνεντεύξεις τύπου και στα διαγγέλματα τα οποία αρέσκεται να απευθύνει, προκαλεί σε ένα άλλο επίπεδο.

Αυτό το αυταρχικό στοιχείο κινητοποιεί αρνητικά ανακλαστικά στο δημοκρατικό κόσμο, επειδή τις χοντροκομμένες ατάκες του πρωθυπουργού δείχνουν να απολαμβάνουν περισσότερο ακόμη και από τους κήνσορες του νεοφιλελευθερισμού οι ακροδεξιοί που κατέχουν υπουργικούς θώκους στην κυβέρνησή του, δηλαδή οι νοσταλγοί μιας κανονικότατης χούντας που κάποτε αυτοαποκαλούνταν «επανάσταση».

Περισσότερο όμως από τις ηθελημένες ή αθέλητες συνηχήσεις και τους αναπόφευκτους συνειρμούς ανησυχούν τα σημαντικά σημεία-προτάσεις, τόσο του αρχικού Σχεδίου όσο και του νομοσχεδίου που θα έρθει σύντομα προς ψήφιση στο Κοινοβούλιο, όπως τα περιγράφουν τα ίδια τα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής με την επιτηδευμένη χρήση Αγγλικών όρων π.χ modules,aliated,clinical ή research professors, professors of practice, endowed chairs, recruitment, όροι που μαρτυρούν την επίδραση και το ενδιαφέρον συγκεκριμένων ακαδημαϊκών λόμπι των Ηνωμένων Πολιτειών που επηρέασαν το πνεύμα του νομοσχεδίου, αν δεν το επέβαλλαν κιόλας.

Η σημερινή κυβέρνηση δυσφήμισε, καταδίωξε, ταπείνωσε φοιτητές και φοιτήτριες, νέους και νέες, ανθρώπους του πολιτισμού και της τέχνης με κάθε ευκαιρία που της δόθηκε. Οι βουλευτές της ψήφισαν την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, η οποία πέρυσι πέταξε εκτός πανεπιστημίων 18.000 υποψήφιους στους οποίους-ες προστίθενται φέτος άλλες 9.000, αφού πρώτα «ισοτίμησαν»- δηλαδή ξεφτίλισαν- τα πτυχία των ΑΕΙ με αυτά των κολλεγίων και ανέστειλαν προληπτικά το αυτοδιοίκητο  των πανεπιστημίων, τον δημοκρατικό θεσμό τον οποίο η πλειοψηφία των μελών της Συγκλήτου ΑΠΘ  δυστυχώς απεμπόλησε με την ακατανόητη, μοναδική μέχρι σήμερα στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο απόφαση αποδοχής του νομοσχεδίου.

Σε αυτή τη συγκυρία οι πρυτανικές αρχές και η πλειοψηφία της Συγκλήτου του ΑΠΘ, η οποία παίρνει αποφάσεις ελαφρά τη καρδία για το τεράστιο θέμα της μεταλλαγής του πανεπιστημίου σε επιχείρηση και στρατώνα, χωρίς καν τα περισσότερα μέλη της να συγκαλέσουν συνελεύσεις των Σχολών και των Τμημάτων τα οποία εκπροσωπούν, είναι ηθικά και θεσμικά βαθύτατα εκτεθειμένες. Το αυτοδιοίκητο όπως και κάθε άλλη δημοκρατική κατάκτηση, δεν είναι αυτονόητη αξία, χρειάζεται να το υπερασπίζονται με αγώνα τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας κάθε φορά που αυτό κινδυνεύει.

Σε ότι αφορά στο φοιτητικό κίνημα: στο βαθμό που μέσω του διαρκούς εκφυλισμού της δημοκρατικής διαδικασία η αστική δημοκρατία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, τις οποίες υπερασπίζεται με πάθος η πλειοψηφία των έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων,απομονώνει συνειδητά τον εαυτό της από κάθε ποιοτική αλλαγή, οι αντιδράσεις των νέων στον τόπο μας θα εντείνονται. Οι μορφές αυτής της δραστηριότητας δεν ακολουθούν πάντα παραδοσιακές διαδρομές. Κινούνται σε ένα δυναμικό και συχνά αντιφατικό πεδίο.

Κάποτε η συγκρουσιακή αντιπολίτευση γίνεται για τους νέους-ες η μόνη μορφή αμφισβήτησης και πολιτικής ανυπακοής. Στην περίπτωση του στεκιού στο Βιολογικό του ΑΠΘ, μιας κατάληψης 30 και πλέον ετών, που εκκενώθηκε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς από αστυνομικές δυνάμεις χωρίς απόφαση της Συγκλήτου, η προσχεδιασμένη πολιτική εκμετάλλευση της έντασης που ακολούθησε για μήνες εξελίχθηκε σε μια μόνιμη δίνη αστυνομοκρατίας, δικαστικών διώξεων, χαφιεδισμού, λεκτικής και σωματικής βίας απέναντι σε φοιτητές-τριες. Η άγρια καταστολή και ο αυταρχισμός περιορίστηκαν κακόβουλα στις φοιτήτριες-ες ενώ άφησαν και εξακολουθούν να αφήνουν στο απυρόβλητο τους αυτουργούς των καταστροφών.

Υπάρχει ασφαλώς διακύμανση στον τρόπο και το βαθμό αντίστασης η αποδοχής του αυταρχισμού. Ανάλογα με το τόπο, την εποχή και τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της, οι τόποι, οι μηχανισμοί και οι πρωταγωνιστές του έργου της καταστολής αλλάζουν. Η βασική ιδέα όμως παραμένει η ίδια: μίσος απέναντι στους νέους και σε ότι αυτοί διεκδικούν και εκπροσωπούν.

Η βία στο ΑΠΘ είναι προμελετημένη και αναζωπυρώνεται όποτε κρίνει η κυβέρνηση ότι τη συμφέρει. Ο αυταρχισμός που σφραγίζει την διαχείρισή της είναι το ορατό αποτύπωμα της στρατηγικής επιλογής της από την αρχή ήδη της θητείας της να τελειώνει με αυτό που οι δεξιοί παλαιάς κοπής αλλά και οι νεοφώτιστοι που ενσωμάτωσε η δεξιά στη σφαίρα επιρροής της θεωρούν προκλητική πολιτική ανωμαλία, το «καρκίνωμα της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς» όπως το ονόμασε ο νοσταλγός των ορθοπαιδικών και χειρουργικών μεθόδων της χούντας, υπουργός και αντιπρόεδρος της ΝΔ Άδωνις Γεωργιάδης.

Εν όψει της επίτευξης αυτού του στρατηγικού στόχου παραβιάστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη το ταμπού όλων των κυβερνήσεων της μεταπολιτευτικής περιόδου, της μόνιμης παρουσίας της αστυνομίας μέσα στα πανεπιστήμια.

Η πιλοτική επίδειξη πυγμής και αυταρχισμού για την επίτευξη αυτού του στόχου έγινε μόλις ενάμιση χρόνο πριν, όταν εφαρμόστηκε μέχρι κεραίας το ισχυρό ακόμη και σήμερα «δόγμα Χρυσοχοΐδη», δηλαδή η μηδενική ανοχή και η ωμή αστυνομική βία απέναντι στις διαμαρτυρίες που ακολούθησαν τα γεγονότα του 2021 στο κτίριο διοίκησης του ΑΠΘ.

Αυτή δεν ήταν μόνον πολιτική αντιπερισπασμού και πράξη εκδικητική με υψηλό συμβολισμό από τη μεριά της κυβέρνησης. Υπήρξε ταυτόχρονα ένδειξη βαθιάς ανασφάλειας του πρύτανη του ΑΠΘ Παπαϊωάννου και όσων τον περιβάλλουν. Η άγρια καταστολή διευκολύνθηκε από κάποιον που ακυρώνει σε όλη τη διάρκεια της θητείας του, η οποία του χρησιμεύει, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, ως εφαλτήριο πολιτικής καριέρας, όλους τους θεσμούς που κανονικά θα έπρεπε να συντονίζει και να σέβεται. Αυτοί οι θεσμοί είναι οι μόνοι που εγγυώνται το αυτοδιοίκητο του Δημόσιου Πανεπιστημίου το οποίο βρίσκεται εν κινδύνω κάτω από το βάρος μιας συντριπτικής επίθεσης σε όλη την Παιδεία που όμοιά της δεν υπήρξε μεταπολεμικά σε καμμιά ευρωπαϊκή χώρα της οποίας ενδεχόμενη αρνητική έκβαση  επιφυλάσσει για  την Παιδεία μια μοίρα που εφαρμόζεται στην εκπαίδευση χωρών που έχουν οριστικά χρεωκοπήσει.

Το φοιτητικό κίνημα, απέναντι στο οποίο ορισμένοι-ες αντιδρούν με ένοχο, σπασμωδικό αυτοματισμό, είναι ζωντανό, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις από «κροκόδειλους» που έχουν μονίμως το ένα μάτι γεμάτο δάκρυα για την υποτιθέμενη κατάντια του ενώ το άλλο μόνιμα στραμμένο στην Αγορά, δηλαδή στη τσέπη τους.

Έχει καθαρό πρόσωπο και δεν φορά κουκούλα. Αναζητεί μορφές οργάνωσης και δράσης οι οποίες θα αντιστοιχούν και θα αντίκεινται στην ύστερη καπιταλιστική κοινωνία και την ελληνική μαφιόζική εκδοχή της που αδιαφορεί για τους νέους, ενώ «γουστάρει πτώματα και δικηγόρου πρόζα», όπως λέει το γνωστό τραγούδι. Κάποτε φανερώνεται και το ίδιο διχασμένο. Έχουν διεισδύσει εντός του άνθρωποι που δεν υπηρετούν τον κοινό στόχο όλων μας. Αλλά πρέπει να τηρούμε την ευπρέπεια των διαχωρισμών ανάμεσα στις ποικίλες συμπεριφορές. Πρέπει να αποδοκιμάζουμε, όχι μόνο με τα λόγια τις πράξεις που εκπορεύονται όχι τόσο από απελπισία όσο από περιφρόνηση. Όμως σε καταστάσεις όπως αυτή που ζούμε σήμερα, με τη γενικευμένη επίθεση στα καθολικά δικαιώματα, το κύριο καθήκον μας είναι να βοηθήσουμε όσο μπορούμε αυτό το κίνημα και να το υπερασπιστούμε απέναντι στην καταπίεση και τη συκοφαντία χωρίς ενοχές, ιδιοτέλεια ή πατερναλισμό.

Ούτε ασφαλώς πρέπει να το αποδοκιμάζουμε εξ αρχής ως ανίσχυρη δύναμη, όταν είναι συζητήσιμο εάν μπορούμε καν να μιλάμε με καθαρή συνείδηση για οποιαδήποτε ισορροπία στο συσχετισμό δυνάμεων όταν το πενιχρό αυτό κίνημα συγκρίνεται με τα απεριόριστα μέσα και τους πόρους που διαθέτουν οι άνθρωποι της εξουσίας που το συκοφαντούν.

Πρέπει να αναρωτηθούμε τι εξυπηρετεί καλύτερα τους κοινούς μας αντιπάλους: η διαβεβαίωση από ασφαλή απόσταση ότι το κίνημα είναι ανίσχυρο, ή η ενίσχυση του; Οι φοιτητές-τριες γνωρίζουν πολύ καλά τα αντικειμενικά όρια της διαμαρτυρίας τους – δεν χρειάζονται εμάς να τους τα υποδείξουμε, αλλά ίσως μας χρειάζονται για να τους βοηθήσουμε να τα ξεπεράσουν προς μια πιο θετική και αποτελεσματική κατεύθυνση. Η χρήση από την άλλη μεριά θεσμικής και επικοινωνιακής  βίας, οι απαράδεκτοι χαρακτηρισμοί όπως αυτοί του κ. Μητσοτάκη για «επαγγελματίες τραυματίες» και «εραστές της βίας και της βαριοπούλας», όλα αυτά χαλκεύονται από το στρατόπεδο των αντιπάλων του ιδεώδους της μόρφωσης που αφορά όλους και χειραφετεί τους καταπιεσμένους και αντιμάχονται τις αξίες που πρεσβεύουμε.

Πρέπει να μας ανησυχεί όμως στα σοβαρά και η αδυναμία που δείχνουμε οι ίδιοι όταν ανεχόμαστε τις συκοφαντίες και επιτρέπουμε έστω άθελά μας σε καθάρματα να απαξιώνουν το φοιτητικό κίνημα.

Περισσότερο όμως από το καθήκον της υποστήριξης στη νέα γενιά, πρέπει να υπερασπιστούμε με αποφασιστικότητα και αυταπάρνηση τους δημοκρατικούς θεσμούς που καταργεί το νομοσχέδιο, που είναι οι μόνοι που εγγυώνται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση,την ακαδημαϊκή ελευθερία, τη δημιουργική εργασία και την αξιοπρέπεια. Αυτοί δεν αποδιαρθρώνονται από τη φοιτητική διαμαρτυρία αλλά από αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους ιδιοκτήτες του πανεπιστημίου. Από τα θολά νερά αυτής της απειλητικής κατάστασης πραγμάτων και όχι από την επιθυμία τους για άνοιγμα σε Ανοικτούς Ορίζοντες ψάρεψαν την ιδέα της «επανάστασης» που θα διαλύσει το  Πανεπιστήμιο η κ. Κεραμέως και ο κ.Μητσοτάκης.

Η άγρια επίθεση των ελίτ απέναντι στην Παιδεία που έχει καθολικό χαρακτήρα έχει βαθιές ρίζες στην γενικευμένη κρίση του καπιταλισμού.

Η στρατηγική της έκπτωσης των ανεπιθύμητων χωρών και κοινωνιών από το ευρωπαϊκό, γερμανικής κοπής ιδεώδες της Normalität δηλαδή της «κανονικότητας» που είχε διαμορφωθεί σε λιγότερο χαλεπούς καιρούς, υπονομεύει όχι μόνο την ιδέα της ακαδημαϊκής ελευθερίας ή της μόρφωσης ως καθολικού αγαθού και κοινωνικού δικαιώματος για όλους-ες αλλά όλες τις σφαίρες της ζωής.

Αυτή η έννοια κορυφώθηκε εν μέσω της χρηματοπιστωτικής κρίσης και οδήγησε στην δραματική απόκλιση και την έκπτωση της χώρας μας από τη συμπερίληψή της στο υψηλό επίπεδο ευρωπαϊκής κανονικότητας στο οποίο νόμιζε λανθασμένα πως είχε εισέλθει.

Η μεθόδευση της έκπτωσης των ανεπιθύμητων χωρών και κοινωνιών από την ισχύουσα «κανονικότητα» έχει βαθύτερες ρίζες στην κακοφορμισμένη δυτική συνείδηση. Η ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα της κανονικοποίησης όλων των πλευρών της ζωής και της υπαγωγής τους μέσω της στατιστικής πρόβλεψης σε άτεγκτες και μετρήσιμες νόρμες, κατάγεται από την δυτική νεωτερικότητα.

Τις τελευταίες δεκαετίες ως αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής και πολιτισμικής αντίληψης και ταυτόχρονα μιας επιθετικής απέναντι στο κοινωνικό κράτος οικονομικής στρατηγικής, η αμερικάνικης προέλευσης έννοια και πρακτική της στατιστικής πρόβλεψης κατέστη εξαιρετικά δημοφιλής στις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές ελίτ, την εποχή της βίαιης ανάδυσής τους και της επικράτησής τους σε βάρος του κοινωνικού κράτους που είχε διαμορφωθεί ως αξία στην μεταπολεμική πολιτική σκηνή των Ευρωπαϊκών κρατών, πρώτα σε αυτή της θατσερικής Βρετανίας.

Η πρόβλεψη ως το κυριότερο εργαλείο του νεοφιλελευθερισμού, της καθαρόαιμης έκφρασης του πιο επιθετικού καπιταλισμού, αποτέλεσε ταυτόχρονα το σημαντικότερο εργαλείο χειραγώγησης και υποταγής της κοινής γνώμης. Η απροκάλυπτη βιαιότητά των πολιτικών της νεοφιλελεύθερης εκδοχής του καπιταλισμού έδειξε αλάθητα σε όσους είχαν την παραμικρή αμφιβολία την μοίρα των καθολικών κοινωνικών αγαθών (υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης) στις χρεωκοπημένες χώρες, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η Ελλάδα.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα με την επίθεση στην Παιδεία αποτελεί έναν μόνον από τους άδηλους στόχους της λεγόμενης «μεταβλητής κοινωνικής γεωμετρίας», ενός σετ πολιτικοοικονομικών εργαλείων, εξαιρετικά βολικού για την χειραγώγηση των προοπτικών θυμάτων των ελίτ- ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και το Πανεπιστήμιο ως δημοκρατικός θεσμός- ενός σετ χρήσιμου επιπλέον στην επιβολή η την εφαρμογή αυταρχικών διαχωρισμών και στις ειδικές κοινωνικές σφαίρες. Το αποκαλούμενο «νορμάλ» φάσμα κοινωνικών και ψυχικών συμπεριφορών που περιλαμβάνεται σε αυτό το σετ και αυθαίρετα προσδιορίζει κανονιστικά το φυσιολογικό, το οριακό και το ανώμαλο, ταυτόχρονα εξειδικεύει μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν σε ποικίλους τομείς, από την σεξουαλική προτίμηση μέχρι τον οικονομικό τομέα, την  πολιτική, την τέχνη, τη θρησκεία, τη γνώση ακόμη και το σωφρονιστικό σύστημα. Ενδεικτική ως προς τούτο στο παρόν νομοσχέδιο, είναι η απροκάλυπτη απέχθεια των κρατούντων για την ισότητα των φύλων. Δεν υπάρχει σε αυτό καμμιά πρόβλεψη π.χ για την μη σεξιστική χρήση της γλώσσας που στα πανεπιστήμια της χώρας ήδη επιβάλλει τη χρήση και του θηλυκού γένους όπως την επιβάλλει η μέχρι τώρα νομοθεσία και στα επίσημα έγγραφα και στους θεσμικούς εκπροσώπους του Υπουργείου. Η προοπτική να διατηρηθεί το υπάρχον καθεστώς φαίνεται πως για την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ,αλλά και την κ. Κεραμέως προσωπικά, αποτελεί ανάθεμα.

Σε αυτή την κατεύθυνση τα πολλαπλά προβλήματα επί του σχεδίου νόμου του υπουργείου Παιδείας για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, επεσήμανε μέσα από κείμενό του και το Δίκτυο Επιτροπών Ισότητας των Φύλων στα ΑΕΙ.

Από το ογκώδες νομοσχέδιο απουσιάζουν εντελώς διατάξεις για την ισότητα των φύλων στον ακαδημαϊκό χώρο, όπως και οποιαδήποτε ρητή αναφορά στην σεξουαλική βία και παρενόχληση ως διακριτά πειθαρχικά παραπτώματα, προκαλώντας αρνητική εντύπωση, δεδομένου μάλιστα και του κινήματος του #MeΤoo και των καταγγελιών που έχουν έρθει στο φως αλλά και των πολυάριθμων γυναικοκτονιών. Επιπλέον, όπως τονίζεται στη σχετική ανακοίνωση του Δικτύου Επιτροπών, «στο Σχέδιο Νόμου για τα ΑΕΙ το οποίο η υπουργός Ν. Κεραμέως έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση, παρατηρείται γλωσσικός σεξισμός, με τη γενικευτική χρήση του αρσενικού φύλου για άτομα διαφορετικών φύλων. Δηλαδή, το αρσενικό φύλο εμφανίζεται να εκπροσωπεί όλα τα φύλα, καθώς νομιμοποιείται να «ομιλεί» για λογαριασμό όλων (καθηγητές, φοιτητές, ερευνητές κ.ά.)». Από εκεί η εξουσία προχωρά στη ρύθμιση κατά βούληση της ένταξης η του αποκλεισμού στην «κανονικότητα» ακόμη και αναδρομικά ατόμων η και ολόκληρων ομάδων.

Δύο τελευταία λόγια για τις ανυπόστατες και ευκολόπεπτες θεωρίες που βρίσκονται πέραν της ντροπής και της αλήθειας και αφορούν στην κατάσταση των πανεπιστημίων της χώρας.

Η ανυπόληπτη ανάμεσα σε σοβαρούς ανθρώπους θεωρία περί της βαριάς εγκληματικότητας στα πανεπιστήμια της χώρας εκπορεύεται από ένα μοχθηρό, διεφθαρμένο πολιτικό και δημοσιογραφικό μόρφωμα με θολό ηθικό κέντρο βάρους.

Αυτή η θεωρία αντλεί το υποτιθέμενο κύρος της από την υπερπροβολή μιας σειράς σποραδικών περιστατικών τα οποία χρήζουν όντως πραγματικής αντιμετώπισης, την οποία επιτρέπει η μέχρι τώρα ισχύουσα νομοθεσία. Η εσκεμμένη και υποβολιμαία μεγέθυνση της σημασίας τους συνεπάγεται την εγκατάσταση της πανεπιστημιακής αστυνομίας, τις διαβόητες, οπλισμένες πλέον, ΟΠΠΙ, δηλαδή για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, συνεπάγεται τα ΜΑΤ που μονίμως θα τις υποστηρίζουν επιχειρησιακά, θα επιτηρούν και θα καταστέλλουν κάθε μορφή διαμαρτυρίας με ότι αυτό συνεπάγεται για την ακαδημαϊκή ειρήνη, την αξιοπρέπεια και την ασφάλεια όλων των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Το νομοσχέδιο ως πείραμα και ως μοντέλο γενικευμένης επίθεσης στη κοινωνία στηρίχθηκε εν πολλοίς στον παροξυσμό της εντεταλμένης αρνητικής δημοσιογραφίας η οποία ξεπέρασε πλέον τα όρια της απλής δυσφήμησης φοιτητών και ακαδημαϊκών δασκάλων και κινείται στην κατεύθυνση της απροκάλυπτης συκοφαντίας και της συνειδητής επιδίωξης πειθαρχικών και ποινικών κυρώσεων για όσους-ες αντιστέκονται ακόμη.

Βρίσκεται στο σύνολό του στον αντίποδα της σύγχρονης, δωρεάν και υψηλού επιπέδου Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης που έχει ανάγκη η νέα γενιά και η χώρα. Όχι μόνο δεν απαντά στα αυξημένα προβλήματα της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης, αλλά αντιθέτως την υπονομεύει περαιτέρω. Η συνολική λογική του σχεδίου νόμου επιχειρεί τη μετατροπή του Πανεπιστημίου από χώρο παραγωγής και μετάδοσης γνώσης, από χώρο ελεύθερης διακίνησης ιδεών και δημιουργίας ακαδημαϊκού και δημοκρατικού πνεύματος σε επιχείρηση παροχής υπηρεσιών, κατάρτισης προς φοιτητές-πελάτες και παροχής υπηρεσιών προς τρίτους προς εξασφάλιση εσόδων. Η πρόταση με τον παραπλανητικό τίτλο «ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΕΙ» είναι διπρόσωπη: δείχνει αρετή ενώ υιοθετεί αντικοινωνικές πολιτικές. Τη συνέχει, ως συγκολλητική ύλη, ένα πλέγμα νουθεσιών και υποδείξεων από νοσηρά tips ατομιστικής επιβίωσης που προτείνονται στα μέλη ΔΕΠ, έως την επίδειξη ταπεινοφροσύνης και νομιμοφροσύνης απέναντι σε «υπερκείμενες αρχές» από όλους. Αυτές οι ταπεινωτικές πρακτικές όπως και άλλες πολύ σοβαρότερες που θα ακολουθήσουν αποτελούν για όσους-ες τις υιοθετούν σήμερα απλώς post shame politics για εσωτερική κατανάλωση και ίδιον όφελος,τίποτε περισσότερο.

Υπονομεύουν και αυτές όπως και η απάθεια και η αδιαφορία το κοινό μας μέλλον που σημαδεύτηκε οδυνηρά αλλά μάλλον αναμενόμενα από την κυβέρνηση των «αρίστων», την πανδημία, το βούλιαγμα της οικονομίας, την υπονόμευση του εργασιακού και του ασφαλιστικού, την καταστροφή της υγείας και της παιδείας, την εφιαλτική ακρίβεια και τελευταία τις συνέπειες της εισβολής της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ουκρανία.

Όμως το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: Όσο αυτοί που μας κυβερνούν καταφεύγουν όλο και πιο συχνά στην άγρια καταστολή, τον αυταρχισμό και την βία για να φέρουν το μέλλον στα μέτρα τους,  εμείς  τι θα κάνουμε;

Γιατί για όσα υφιστάμεθα σήμερα, όσα υφίστανται και θα υφίστανται στο μέλλον τα παιδιά μας- βιολογικά και πνευματικά- θα φταίμε και οι ίδιοι αν δεν αντιδράσουμε. Η ευθύνη πρέπει να θυμόμαστε γεννιέται όταν δεν λέμε εγκαίρως «όχι».

* Ο Τριαντάφυλλος Τρανός είναι μέλος ΕΔΙΠ στο ΑΠΘ

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)