to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η έξαρση της πανδημίας και η απουσία κυβερνητικού σχεδιασμού

Παρά τις εξαγγελίες για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας, το ΕΣΥ καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει το δεύτερο κύμα της πανδημίας με 5.000 λιγότερους υγειονομικούς λόγω συνταξιοδοτήσεων, με εκατοντάδες επικουρικούς υγειονομικούς σε κίνδυνο απόλυσης, με απλήρωτο το λοιπό προσωπικό και χωρίς επαρκή μέσα προστασίας.


Η πανδημία του κορονοϊού επανακάμπτει παγκόσμια και με ιδιαίτερη ένταση. Ακόμα και στην Ελλάδα η καθημερινή αύξηση και η διασπορά των κρουσμάτων προκαλεί έντονη ανησυχία και θέτει εύλογους προβληματισμούς για τον τρόπο διαχείρισης της πανδημίας από την κυβέρνηση, δεδομένου ότι υπήρχε χρόνος και οικονομικοί πόροι ώστε να θωρακιστεί η χώρα και οι συνάνθρωποί μας.

Αντίθετα, η κυβέρνηση της Ν.Δ. και το επιτελικό κράτος Μητσοτάκη κατασπατάλησε τη θετική παρακαταθήκη που εξασφάλισε η συλλογική προσπάθεια και η αλληλεγγύη των πολιτών.

Παρά τις εξαγγελίες για την ενίσχυση της δημόσιας υγείας, το ΕΣΥ καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει το δεύτερο κύμα της πανδημίας με 5.000 λιγότερους υγειονομικούς λόγω συνταξιοδοτήσεων, με εκατοντάδες επικουρικούς υγειονομικούς σε κίνδυνο απόλυσης, με απλήρωτο το λοιπό προσωπικό και χωρίς επαρκή μέσα προστασίας.

Η κυβέρνηση δεν έχει αναλάβει καμία δέσμευση αναφορικά με την ανανέωση των συμβάσεων του συνόλου του επικουρικού προσωπικού πέραν τις 31.12.2020 και πολύ περισσότερο να προκηρύξει μόνιμες θέσεις με ειδική μοριοδότηση για τους ήδη υπηρετούντες συμβασιούχους, όπως είχε πράξει στο παρελθόν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον οι μόνες μόνιμες θέσεις αφορούν προκηρύξεις του 2019, οι οποίες εκδόθηκαν με καθυστέρηση ενός έτους και που είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα στελεχωθούν εγκαίρως.

Στα νοσοκομεία των Ιωαννίνων (Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο: ΠΓΝΙ και Νοσοκομείο Γ. Χατζηκώστα) υπηρετούν 630 συμβασιούχοι και μεγάλο ποσοστό τους θα απολυθεί, παρά το γεγονός ότι διαθέτει σημαντική εμπειρία. Το Μάρτιο πραγματοποιήθηκαν 125 προσλήψεις, εκ των οποίων 15 επικουρικοί ιατροί, ενώ στο ΠΓΝΙ εκκρεμεί η πρόσληψη 11 ιατρών στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών από προκήρυξη του 2018.

Μείζον ζήτημα για την Ηπειρο συνολικά αποτέλεσε η υψηλή επίπτωση της νόσου στη γειτονική Αλβανία. Αν και η κυβέρνηση ισχυριζόταν πως τα «σύνορα είναι κλειστά και υγειονομικά θωρακισμένα», περισσότερες από 4.000 διελεύσεις πραγματοποιούνταν εβδομαδιαία δίχως τον απαραίτητο υγειονομικό έλεγχο και χωρίς την παρουσία κινητών μονάδων του ΕΟΔΥ.

Χαρακτηριστική ήταν η εσκεμμένα ασαφής τοποθέτηση του υφυπουργού Υγείας Βασίλη Κοντοζαμάνη στη Βουλή, ο οποίος υπερθεμάτιζε για τη μη αναγκαιότητα τακτικών ελέγχων στα σύνορα, τονίζοντας πως η απαγόρευση των διελεύσεων είναι σε βάρος της οικονομίας και πως είναι ανέφικτο να γίνουν εκτεταμένοι έλεγχοι.

Μετά τις έντονες αντιδράσεις όλων των θεσμικών φορέων της Ηπείρου, τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων στο συνοριακό σταθμό και την επιτόπια επίσκεψη κλιμακίου του ΣΥΡΙΖΑ Ιωαννίνων, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να λάβει μέτρα. Παρότι τα μέτρα ήταν σε θετική κατεύθυνση, υλοποιήθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση και απέδωσαν περιορισμένα λόγω του μεγάλου όγκου ανθρώπων που μετακινήθηκε όσο τα σύνορα ήταν… κλειστά.

Παράλληλα η απουσία προγραμματισμού και η προχειρότητα στην ανακοίνωση των επιπρόσθετων μέτρων (αρνητικό τεστ 72 ώρες πριν από την είσοδο και επταήμερη καραντίνα μετά τις 17 Αυγούστου) οδήγησαν σε δραματικές εικόνες συνωστισμού στα ελληνοαλβανικά σύνορα θέτοντας εκ νέου σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών.

Συμπληρωματικά η κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση δημιουργίας δομής του ΕΟΔΥ στην Ηπειρο, την ενεργό εμπλοκή των Τοπικών Ομάδων Υγείας (ΤΟΜΥ) και τη συνεργασία με τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας της Περιφέρειας.

Στο ίδιο μήκος κύματος, το υπουργείο Υγείας δεν προχώρησε στην ουσιαστική ενδυνάμωση του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, παρά τον κομβικό ρόλο του στη γρήγορη έκδοση ασφαλών και αξιόπιστων αποτελεσμάτων, αγνοώντας τις επίμονες προσπάθειες του Πανεπιστημίου, αλλά και θεσμικών φορέων, με αφορμή την αύξηση του επιπολασμού της νόσου κατά το δεύτερο κύμα της πανδημίας στην περιοχή μας.

Μετά από τρεις μήνες απραγίας και επανάπαυσης, υποτίμησης του κινδύνου αναζωπύρωσης της πανδημίας και παλινωδιών στο άνοιγμα της οικονομίας και του τουρισμού, η κυβέρνηση πλέον «τρέχει και δεν φτάνει» πανικόβλητη. Υλοποιεί πρόχειρα σχέδια γεμάτα αντιφάσεις και χωρίς ξεκάθαρη επιδημιολογική στρατηγική.

Η κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Πρέπει να σταματήσει τη μετάθεση ευθυνών στους πολίτες και ειδικά στους νέους και τις νέες, ειδικά όταν για τόσο μεγάλο διάστημα υποτίμησε την ανάγκη των μαζικών τεστ, άνοιξε εσπευσμένα τις πύλες εισόδου, ενώ έκανε ελάχιστα για τη θωράκιση της δημόσιας υγείας και το υγειονομικά ασφαλές άνοιγμα των σχολείων.

Οι συνθήκες απαιτούν τη διαμόρφωση ενός νέου και αποτελεσματικού σχεδίου υγειονομικής διαχείρισης της πανδημίας. Προϋποθέτει την πλήρη γνώση των επιδημιολογικών δεδομένων, τόσο κεντρικά όσο και κατά τόπους, ώστε να υπάρχουν στοχευμένες και όχι οριζόντιες παρεμβάσεις. Προϋποθέτει την άμεση ενδυνάμωση των νοσοκομείων και των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας με μόνιμες προσλήψεις προσωπικού και εξοπλισμό.

Δυστυχώς οι επιλογές αυτές δεν περιλαμβάνονται στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, με το μνημονιακό «σχέδιο Πισσαρίδη» να δείχνει τον δρόμο για την περαιτέρω υποβάθμιση του δημόσιου συστήματος υγείας. Σε συνδυασμό με τις διαρκείς διαχειριστικές παλινωδίες και αντιφάσεις του «επιτελικού κράτους», η συμμόρφωση των πολιτών θα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη μπροστά σ' ένα φθινόπωρο πολύ «κρίσιμο» υγειονομικά, οικονομικά και κοινωνικά.

* H Mερόπη Τζούφη είναι βουλευτίνα Ιωαννίνων ΣΥΡΙΖΑ

tags: άρθρα

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)