to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

9:58 | 10.09.2012

left.gr

Διεθνή

Η εποχή Μπλερ επιτέλους τέλειωσε. Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουν οι Εργατικοί τον "μεσαίο χώρο". Tου Πίτερ Ουίλμπι

Και τώρα που ο πρώτος ανασχηματισμός του Ντέιβιντ Κάμερον (David Cameron) έστρεψε το κέντρο βάρος της κυβέρνησής του προς τα δεξιά, πώς πρέπει να αντιδράσει ο Εντ Μίλιμπαντ (Ed Miliband);


Οι μπλερικοί θα πουν πως ο Κάμερον κάθε άλλο παρά εγκατέλειψε τον στρατηγικό του στόχο να κάνει τους Συντηρητικούς ηπιότερους, ευγενέστερους, πιο «πράσινους», ενώ οι «φιλελεύθεροι δημοκράτες» (LibDems) αφέθηκαν να συρθούν πίσω του προς τα δεξιά. Στις βρετανικές εκλογές επικρατούν τα κόμματα που κυριαρχούν στο χώρο του κέντρου, θα συνεχίσουν οι μπλερικοί. Ο Μίλιμπαντ πρέπει να το συνειδητοποιήσει αυτό. Οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες του Τζορτζ Όσμπορν (George Osborne), που οι συνέπειές τους δεν έχουν γίνει ακόμα αισθητές, θα κάνουν τα υπόλοιπα. Οι Εργατικοί κινδυνεύουν μόνο αν ως το 2015 οι LibDems «πουλήσουν» τον Νικ Κλεγκ (Nick Clegg), εγκαταλείψουν τους κυβερνητικούς τους εταίρους και αποκαταστήσουν το κεντρώο τους στίγμα.
 
Αλλά ο Μίλιμπαντ καλά θα κάνει να αμφισβητήσει αυτές τις αναλύσεις -και να κοιτάξει τι συμβαίνει γύρω του:
Η Γαλλία εξέλεξε έναν πρόεδρο που υποσχέθηκε φορολογικό συντελεστή 75% στους πλούσιους, μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης (στα 60 από τα 62 έτη), «φόρο Τόμπιν» στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, περισσότερη κοινωνική στέγαση, 60,000 περισσότερους δασκάλους, μια τράπεζα δημοσίων επενδύσεων και επιδότηση της νεανικής απασχόλησης.
Στην Ελλάδα, το αριστερό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ αύξησε το ποσοστό του κατά 12% τον Μάιο και άλλο 10% τον Ιούνιο.
Στην Ολλανδία, η προεκλογική περίοδος ενόψει των εκλογών της επομένης εβδομάδας, ανέδειξε το άλλοτε μαοϊκό «σοσιαλιστικό κόμμα» (SΡ), που επιθυμεί να αυξήσει τον φορολογικό συντελεστή των ανώτατων εισοδημάτων στο 65%. Εντωμεταξύ οι κεντροδεξιοί χριστιανοδημοκράτες, που θεωρούνταν άλλοτε φυσικό κόμμα εξουσίας, μπορεί να λάβουν μόλις 12 έδρες.
Δεν είναι εύκολο να εξηγήσει κανείς αυτές τις πολιτικές κινήσεις. Στην Ολλανδία παρατηρείται μια αργή ανάκαμψη του πιο κεντρώου «εργατικού κόμματος» ενώ στην Γαλλία οι επικριτές του Φρανσουά Ολάντ (François Hollande) τον κατηγορούν πως ξεχνάει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη ουδέποτε εναγκαλίσθηκαν τον νεοφιλελευθερισμό με τον τρόπο που το έκαναν οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί, ούτε επέτρεψαν στον χρηματοπιστωτικό τομέα να κυριαρχήσει στις οικονομίες τους. Κι έτσι τρέμουν λιγότερο στην προοπτική να τους εγκαταλείψουν οι διαχειριστές των κεφαλαίων και να μετακομίσουν στην Ζυρίχη.
 
Κατά τα άλλα, από το 2008 όλες οι εκλογές τιμωρούν τα κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία. Καθώς επιδεινωνόταν η οικονομική κρίση, στην Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο τα αριστερά κόμματα που βρίσκονταν στην κυβέρνηση έχασαν τις εκλογές και κάποια στιγμή φάνηκε πως η χειρότερη κρίση του καπιταλισμού εδώ και σχεδόν 80 χρόνια θα ευνοούσε την δεξιά. Τώρα που τα κεντροδεξιά κόμματα οδεύουν με την σειρά τους προς την προσπάθεια να επανεκλεγούν, αντιμετωπίζουν με την σειρά τους την οργή των ψηφοφόρων, που δεν παρατηρούν καμία βελτίωση στην οικονομική κατάσταση. Έχοντας όμως ήδη τιμωρήσει την κεντροαριστερά, και μη βλέποντας άλλη διέξοδο, οι ψηφοφόροι ψάχνουν πέραν του κέντρου, κάποτε δεξιά, κάποτε αριστερά. Στην Βρετανία ανθούν το «κόμμα ανεξαρτησίας» (UKIP) όπως και -κάπως πιο σπασμωδικά- το κόμμα της «αξιοπρέπειας».
 
Θα ήταν λάθος να θεωρήσει κανείς τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα και τις δημοσκοπήσεις ως αναβίωση της μαζικής υποστήριξης προς τον παραδοσιακό σοσιαλισμό. Αλλά το νεοφιλελεύθερο πολιτικό πρόταγμα έχει δεχθεί καίρια πλήγματα. Αν η αριστερά κατορθώσει να προτείνει μια ρεαλιστική εναλλακτική λύση -αντί απλώς να κάθεται και να περιμένει να βρέξει ψήφους- οι προοπτικές της είναι οι ευνοϊκότερες εδώ και μισό αιώνα.
 
Η μεγάλη ιδέα της βρετανικής και της αμερικανικής δεξιάς μετά το 1970 ήταν πως ο καθένας θα μπορούσε να γευθεί τα αγαθά του καπιταλισμού: να αποκτήσει ιδιόκτητη στέγη (μετατρέποντας την στέγαση σε τομέα αισχροκερδούς επενδυτικής δραστηριότητας)· να συμμετέχει σε ανταποδοτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα στα οποία το ύψος των συντάξεων εξαρτιέται από την πορεία του χρηματιστηρίου· να κατέχει μετοχές και τραπεζικά «προϊόντα» συνδεόμενα με το χρηματιστήριο· να απολαμβάνει πολλαπλασίων ευκαιριών ελέω της απορύθμισης που επέτρεπε σε κάθε καταναλωτή να αναζητεί τα πιο συμφέροντα «deals» στην ενέργεια, την τηλεφωνία, την απόδοση καταθέσεων και την ασφάλιση.
 
Επιτέλους, θα μπορούσαμε όλοι, τουλάχιστο στην ιδιωτική μας ζωή, να ανήκουμε στην μπουρζουαζία και να συμπαθούμε φυσιολογικά τους «δημιουργούς πλούτου» και τους πολιτικούς τους εκφραστές. Αλλά μόλις το 1% ήταν αληθινά πλούσιοι, ενώ το υπόλοιπο 99% χρωστούσε ό,τι πλούτη διέθετε, σπίτια και άλλα ανταλλάξιμα αγαθά, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούσε.
 
Για ένα διάστημα αυτή η στρατηγική απέδωσε. Οι ψηφοφόροι δίσταζαν να υποστηρίξουν οποιοδήποτε κόμμα απειλούσε πως θα παρενέβαινε την οικονομία με τρόπο που θα μείωνε την αξία των ακινήτων ή των μετοχών. Οι «νέοι Εργατικοί» φτιάχτηκαν ακριβώς για να διασκεδάσουν αυτούς τους φόβους. Αλλά σήμερα η νεοφιλελεύθερη επανάσταση πνέει τα λοίσθια. Στην Αγγλία το ποσοστό των νοικοκυριών που διέμεναν σε ιδιόκτητη κατοικία, από 55% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έφτασε στο 71% το 2003 -χάρη σε μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ενυπόθηκων δανείων και στην πολιτική ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής κατοικίας της Θάτσερ (Thatcher). Αλλά το 2010/11 ξαναέπεσε στο 66%. Το 2001 ζούσε στο νοίκι το 10% των νοικοκυριών, σήμερα ζει το 16.5%. Μια περσινή έκθεση του «ινστιτούτου Σμιθ» συμπέρανε πως το 2025 το ποσοστό ιδιόκτητης κατοικίας μπορεί να φτάσει κάτω από 50% και η ενοικίαση πάνω από το 20%. Αυτό σημαίνει πως άλλα δύο εκατομμύρια άνθρωποι θα πάψουν να ζουν σε ιδιόκτητη κατοικία. Στις ΗΠΑ η ιδιοκτησία στέγης και οι σχετικές προγνώσεις ακολουθούν ανάλογες αυξομειώσεις.
 
Όσον αφορά τα ανταποδοτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα, η στασιμότητα των χρηματιστηριακών αξιών ξεκίνησε με την αρχή του νέου αιώνα και η πτωτική τάση που ακολούθησε αφήνει πια τους νέους συνταξιούχους με πολύ χαμηλότερο εισόδημα από όσο ανέμεναν. Αυτό, παρά τις προσδοκίες της κυβέρνησης, πολύ δύσκολα θα ενθαρρύνει όσους ακόμα εργάζονται να ακολουθήσουν με την σειρά τους ανάλογα ασφαλιστικά προγράμματα.
 
Ο νεοφιλελευθερισμός πλέον δεν μπορεί να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του. Η απόκτηση στέγης πολλαπλασίασε την περιουσία της πλειοψηφίας των Βρετανών που γεννήθηκαν πριν το 1970,. Παρομοίως, τα ασφαλιστικά ταμεία που παρέχουν «ώριμες» αποδόσεις (που είναι σχεδόν εντελώς απλησίαστες στους νεότερους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα) παρέχουν σταθερά εισοδήματα (ή τη ρεαλιστική προοπτική τους) σε όσους βρίσκονται στην πέμπτη και την έκτη δεκαετία της ζωής τους. Αλλά οι νεότερες γενιές πασχίζουν να αποκτήσουν στέγη και ασφαλιστικά δικαιώματα. Σε όσους είναι κάτω των 45 ετών, η ιδιοκτησία κατοικίας είναι σπανιότερη από ότι ήταν το 1960. Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στις ηλικίες 18-30 ετών: το 1997, σχεδόν το 35% αυτής της κατηγορίας κατοικούσε σε ιδιόκτητη στέγη. Σήμερα το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται κάτω από 20% και αναμένεται να πέσει στο 10% ως το 2020. Τουλάχιστο ο μισός ενεργός πληθυσμός στον ιδιωτικό τομέα δεν διαθέτει καμία άλλη ασφάλιση πέραν αυτής που παρέχει το κράτος.
 
Κατά συνέπεια όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι ανησυχούν για την δουλειά τους, τα κοινωνικά επιδόματα, το ύψος των ενοικίων και των επιτοκίων δανεισμού αντί για την αξία των ακινήτων, των μετοχών και των μερισμάτων τους Η απόπειρα των νεοφιλελεύθερων να δημιουργήσουν μαζικό καπιταλισμό απέτυχε παταγωδώς. Τα πολιτικά κόμματα που την τελευταία τριακονταετία κινούνταν στον λεγόμενο «μεσαίο χώρο» μπορούν πια να τον εγκαταλείψουν. Αν τα κόμματα της αριστεράς αναπτύξουν μια συνεκτική οικονομική εναλλακτική λύση, θα διαπιστώσουν πως οι θέσεις τους βρίσκουν απήχηση ένα ευρύ ακροατήριο που, όπως θα έλεγε και ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ (Franklin Roosevelt), «δεν έχουν να φοβηθούν παρά μόνο τον ίδιο τον φόβο».


Ο Peter Wilby είναι δημοσιογράφος

The Guardian

Aναδημοσίευση και μετάφραση από Προοδευτική Πολιτική 

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)