to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

15:44 | 25.11.2012

πηγή: https://left.gr/91

Οικονομία

Η διαμάχη ΔΝΤ - Γερμανίας και η βιωσιμότητα του χρέους

Του Σπύρου Λαπατσιώρα


Με βάση τις «επίσημες διαρροές», η διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ ΔΝΤ και Γερμανίας στο Eurogroup είναι της τάξης των 10 δισ., σχετικά πολύ μικρό ποσό για τα μεγέθη που συζητάμε.

Γιατί το ΔΝΤ δεν δέχτηκε ένα «μαγείρεμα» των αριθμών (όπως τον Μάρτιο του 2012), ώστε να δώσει χρόνο στη γερμανική πολιτική ελίτ να οργανώσει το αναγκαίο κούρεμα των δανείων του επίσημου τομέα, μετά τις εκλογές του φθινοπώρου του 2013, στον βαθμό μάλιστα που φαίνεται να συναινεί σε μία τέτοια προοπτική, αλλά αντίθετα οξύνει τις διαφορές στην προσέγγιση;

Αν δούμε λίγο πιο προσεκτικά τη συζήτηση, μοιάζει μαγική, ως εάν όλοι οι συμμετέχοντες όταν μπαίνουν στην αίθουσα συνεδριάσεων να βγαίνουν εκτός πραγματικότητας.

Οι μακροοικονομικές υποθέσεις που χρησιμοποιούν ώστε να καταλήξουν ότι αν κάνουν «αυτό ή το άλλο», το χρέος το 2020 θα είναι στο 120% είναι αρκετά αισιόδοξες. Ρυθμοί μεγέθυνσης στο διάστημα 2016-2020 κοντά στο 5%, πρωτογενή πλεονάσματα 4,5%, επιτόκια χαμηλά (π.χ. για τα δάνεια του EFSF γύρω στο 3,5% σε βάθος δεκαετίας), έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις γύρω στα 30 δισ.

Οι κοινωνικοοικονομικές υποθέσεις, για παράδειγμα, αν ο πληθυσμός θα υποταχθεί σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, δεν απασχολούν καθόλου επίσης αυτήν την αριθμητική.

Η συζήτηση φαίνεται να επικεντρώνεται στο τι θα συμβεί το 2020 ή το 2022, αλλά οι ουσιαστικές ημερομηνίες είναι άλλες.

 

2020-2030: Οι χρηματοδοτικές ανάγκες

Το έτος από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε για να κατανοήσουμε τη σημασία της συζήτησης που διεξάγεται είναι μετά το 2020.

Όταν τελειώσει το πρόγραμμα χρηματοδότησης, το δημόσιο θα πρέπει να καλύπτει τις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων. Η μόνη χρηματοδοτική πηγή όσο είναι εκτός αγορών είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα και τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις. Μετά το 2020, μάλιστα, μένουν μόνο τα πρωτογενή πλεονάσματα, εκτός αν ανακαλυφθούν νέα «κοιτάσματα» ιδιωτικοποιήσεων.

Με όλες τις αισιόδοξες προβλέψεις για το 2020 προβλέπεται ΑΕΠ 238 δισ. περίπου και επομένως 4,5% πρωτογενή πλεονάσματα επί του ΑΕΠ σημαίνουν 10,7 δισ. περίπου. Με βάση το τρέχον πρόγραμμα οι τόκοι, υπολογίζονται αισιόδοξα γύρω στα 12 δισ. Επομένως δανεισμός απαιτείται και για τόκους αλλά και για χρεολύσια ύψους 9,6 δισ. Το 2023 τόκοι και χρεολύσια είναι πάνω από 35 δισ.

Με άλλα λόγια, αν δεν έχει ολοκληρωθεί μέχρι το 2020 η επιστροφή στις αγορές με λογικά επιτόκια και λήξεις χρέους, ακόμη και αν όλα τα άλλα πάνε καλά, πάλι θα πρέπει να υπάρξει νέα δανειακή σύμβαση με κάποιο Μνημόνιο 6 ή 7 και πρόκειται για ζήτημα το οποίο δεν αφορά μόνο τον δημόσιο τομέα και εκεί οδηγεί όποια συζήτηση δεν περιλαμβάνει μεγάλο κούρεμα στα διακρατικά δάνεια ή αναδιάρθρωση που θα κατανέμει σε χρονικό βάθος αιώνα τις πληρωμές τόκων (με σχεδόν μηδενικά επιτόκια) και τις καταβολές χρεολυσίων.

Και σύμφωνα με τις διαρροές δεν συζητείται κάτι τέτοιο. Ό,τι και όπως συζητείται, μείωση των επιτοκίων κατά μισή ή μία μονάδα, αναστολή καταβολής τόκων στο EFSF για μία δεκαετία (ένα πολύ σημαντικό μέτρο από πλευράς συνολικής αξίας, αλλά συγχρόνως το οποίο μεταθέτει τα προβλήματα για επόμενη δεκαετία), επιστροφή των κερδών από τις κεντρικές τράπεζες, επαναγορά μέρους των ομολόγων που προέκυψαν από το PSI, μερική μετάθεση των λήξεων για μετά το 2020, το μόνο ζήτημα που αντιμετωπίζει είναι να απαιτούνται λιγότερα χρήματα από την Ελλάδα για να καλύψει τις δανειακές της υποχρεώσεις, ώστε να μη χρειαστεί να βάλουν οι εταίροι περισσότερα χρήματα και να είναι συμβατό με τον αυθαίρετο στόχο για χρέος 120% του ΑΕΠ για το 2020, χωρίς να υπάρχει μέριμνα για το μετά.

Συνέπεια αυτών είναι να καταλαβαίνουν όλοι ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να σέρνει ένα βαρίδι και θα μεταθέτει σε απροσδιόριστο βάθος χρόνου τη «λύση» της κρίσης του 2008 για την Ευρωζώνη.

 

2009-;: η Ευρώπη και η παγκόσμια οικονομία

Η μετάθεση αυτή της «λύσης» έχει συνέπειες. Η στρατηγική διαχείρισης της κρίσης στην Ευρώπη έχει ως προϋπόθεση την υψηλή απομόχλευση, δηλαδή τη μεγάλη μείωση των δανείων στους ισολογισμούς όλων των συμμετεχόντων (κρατών, τραπεζών, μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, νοικοκυριών). Η πολιτική που δημιουργεί ύφεση ως μέσο εκκαθάρισης αυξάνει συγχρόνως το ύψος της αναγκαίας απομόχλευσης (μέσου του σπιράλ ύφεση, μείωση εσόδων, αύξησης του χρέους σε σχέση με τα έσοδα) και επομένως βαθαίνει τον χρονικό ορίζοντα ανάκαμψης.

Συγχρόνως, καθώς η απομόχλευση εκτυλίσσεται με διαφορετικό τρόπο και στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, η ευρωπαϊκή πολιτική διακινδυνεύει να παρασύρει την παγκόσμια οικονομία σε υφεσιακές τροχιές. Αυτό βέβαια δεν είναι καινούργιο, αποτελεί τη διαιρετική τομή στον τρόπο διαχείρισης της παγκόσμιας κρίσης του 2008 μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, όπως διαμορφώθηκε από το 2009. Το αποτέλεσμα είναι δεδομένο επίσης: η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ ασκεί σχεδόν άμεσο εκβιασμό, στη βάση του ύψους της ύφεσης που δύναται να εξάγει, ώστε να χρηματοδοτείται έμμεσα ή άμεσα από τις εκτός Ευρώπης δυνάμεις για τον «ευγενή» σκοπό της αποδόμησης των δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας στην Ευρώπη.

Το ΔΝΤ εδώ και αρκετό καιρό έχει αρχίσει να παίρνει σαφείς αποστάσεις από αυτήν την ακραία νεοφιλελεύθερη στρατηγική και έχει συγκροτήσει μία εναλλακτική πρόταση διαχείρισης, έναν «ήπιο» νεοφιλελευθερισμό. Η πρότασή του είναι λιτότητα και αντίστοιχες θεσμικές μεταρρυθμίσεις στα δημόσια αγαθά και στην εργασία, που απλώνονται όμως σε βάθος γενιάς και ταυτόχρονα στοχευμένες πολιτικές που διευκολύνουν τη μεγέθυνση των οικονομιών, το οποίο αποτελεί το πλέον βασικό μέσο για τη μείωση των χρεών σε σχέση με τα έσοδα. Πρόκειται για πρόταση η οποία έχει ήδη καταστεί ηγεμονική ιδεολογικά και έχει υπό την ομπρέλα σημαντικές πολιτικές δυνάμεις και κράτη - μέλη της Ευρώπης, απομονώνοντας την πολιτική ηγεσία της Γερμανίας, όπως άλλωστε έχουμε διαπιστώσει πρόσφατα από τις στήλες της εφημερίδας.

 

2013: Η επιστροφή του αρχικού διλήμματος στη Γερμανία

Η πίεση που ασκείται από το ΔΝΤ «βοηθά» στον χρόνο επαναφοράς του αρχικού διλήμματος για τη διαχείριση της κρίσης που καθόρισε τη στάση της γερμανικής ελίτ. Από τότε που έβγαιναν οι διακηρύξεις ότι ο δρόμος που ακολουθεί η προεδρία Ομπάμα είναι «ο δρόμος προς την κόλαση», το δίλημμα ήταν ή θα υπάρξει μία αλληλέγγυα διαχείριση της κρίσης (διακρατικά και εγχώρια), με συνέπεια την αποδόμηση των κοινωνικών συμμαχιών που εκπροσωπούνταν στο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και προφανώς διακινδύνευση του ιδίου ή θα υπάρξει μία στρατηγική που θα δημιουργήσει μεν υψηλότερο οικονομικό κόστος και ένταση κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων, αλλά θα διασώσει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα εμβαθύνοντάς το. Οι ιδιαιτερότητες των ευρωπαϊκών κοινωνικών και διακρατικών συσχετισμών και οι πολιτικοί χρόνοι οδήγησαν στο δεύτερο σκέλος.

Ωστόσο, πλέον ο χρόνος επιταχύνεται και για τη Γερμανία. Είναι δεδομένη η αναγκαία ανάληψη εκ μέρους της Γερμανίας μεγαλύτερου μέρους του κόστους διάσωσης. Η επιμονή του ΔΝΤ στην αναγκαιότητα να εξασφαλιστεί βιώσιμη λύση για το ελληνικό χρέος σηματοδοτεί για τη γερμανική πολιτική ελίτ ότι οδηγείται πιο γρήγορα απ’ όσο θα επιθυμούσε στο να αντιμετωπίσει το δίλημμα: είτε πολιτική αυξημένης λιτότητας στη Γερμανία είτε αναδιοργάνωση της προσέγγισης στην κρίση, στη βάση της ηγεμονικής πρότασης του ΔΝΤ και με φόβητρο την άνοδο της Αριστεράς στην Ευρώπη, τη γενίκευση φαινομένων ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση οδηγείται σε αυτό που απωθούσε: μία επιταχυνόμενη αναδιοργάνωση των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

Συγχρόνως, η πίεση τώρα μίας γερμανικής πολιτικής ελίτ χωρίς πολλούς βαθμούς ελευθερίας στις τακτικές της αποδιαρθρώνει και τις συμμαχίες της με «προθύμους» και αυξάνει τα περιθώρια προσαρμογής της σε μία νέα ηγεμονική πρόταση διαχείρισης της κρίσης.


Πηγή: Αυγή

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)