to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Γιατί (επι)μένει η Νίκη Κεραμέως;

Η μεγάλη πλειοψηφία των πανεπιστημιακών δεν έχει προσχωρήσει στη λογική της ιδιωτικοποίησης και της κερδοσκοπίας. Για αυτό αντιδρά στο νομοσχέδιο Κεραμέως


Το σχέδιο νόμου για τα ΑΕΙ που έχει καταθέσει η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Με την εξαίρεση τεσσάρων πρυτάνεων, δεν υπάρχει σώμα και φορέας που να έχει μην έχει απορρίψει τα κύρια σημεία του πλαισίου που προτείνεται.

Σύγκλητοι, επιμέρους πανεπιστημιακά Τμήματα, σύλλογοι του εκπαιδευτικού-ερευνητικού προσωπικού και επιμελητήρια έχουν επισημάνει ο καθένας από τη σκοπιά του τον κίνδυνο κατεδάφισης του ελληνικού δημόσιου Πανεπιστημίου όπως το γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Ως και ο φιλοκυβερνητικός τύπος ψελλίζει πλέον κάποιες αντιρρήσεις, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με γνωστά στελέχη του ακραίου Κέντρου και του ΠΑΣΟΚ.

Δεδομένης όλης αυτής της αντίδρασης στο προς ψήφιση νομοθέτημα, πως εξηγείται η επιμονή της υπουργού, αλλά και η κάλυψη που προσφέρει ο πρωθυπουργός σε ένα τόσο αντιδημοφιλές σχέδιο -και μάλιστα παραμονές εκλογών;

Μια τετριμμένη εξήγηση θα ήταν να επικαλεστεί κανείς τις «τυφλές εμμονές», την ιδεολογική δηλαδή στράτευση της νεοδημοκρατικής ηγεσίας στα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό όμως δεν αρκεί. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποδείξει ότι δεν έχει αυτοκτονικές τάσεις. Υπολόγιζε και υπολογίζει πάντα πολύ προσεκτικά το πολιτικό κόστος. Άρα, το υπουργείο δεν παίρνει στα σοβαρά όλες αυτές τις αντιδράσεις, γιατί εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα -αν όχι βραχυπρόθεσμα- το κλίμα θα αναστραφεί υπέρ του.

Η εκτίμηση αυτή έχει έρεισμα και βάση. Από το 2019 μέχρι τώρα, η κυβέρνηση έχει επιτύχει δύο σημαντικούς στόχους της στην ανώτατη εκπαίδευση: πρώτον, κατάφερε να καταστήσει ιδιαιτέρως ελκυστικά στην ακαδημαϊκή κοινότητα τα ξενόγλωσσα προγράμματα προπτυχιακών σπουδών με δίδακτρα, επενδύοντας αυτόν τον θεσμό με τον μανδύα της. «διεθνοποίησης»• δεύτερον, παρά τις αντιδράσεις, κατάφερε όχι μόνο να εμπεδώσει την ελάχιστη βάση εισαγωγής (Ε.Β.Ε.), αλλά και να την εργαλειοποιήσει πλήρως. Πλήθος πανεπιστημιακών Τμημάτων παρασύρθηκαν στο παιχνίδι των συντελεστών Ε.Β.Ε., για να μειώσουν κατά βούληση τον αριθμό των εισακτέων. Είναι ενδεικτικό ότι οι προτάσεις των Τμημάτων για τον επιθυμητό αριθμό εισακτέων φέτος παραπέμπουν σε πολύ λιγότερους φοιτητές από όσους εισάγονται μέχρι τώρα με βάση την Ε.Β.Ε.!

Λόγω αυτών των εξελίξεων, η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να περιμένει ότι τα μέτρα που παίρνει τώρα σύντομα θα «καρποφορήσουν» και θα εξουδετερώσουν εν τοις πράγμασι όλες τις αντιρρήσεις. Στον πυρήνα του σκεπτικού της βρίσκεται άλλωστε κάτι εντελώς «υλικό»: πολλοί πανεπιστημιακοί είναι οικονομικά καθημαγμένοι -ιδιαίτερα μετά την κρίση. Κατά συνέπεια, τα όποια επιπλέον έσοδα από δίδακτρα σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα είναι ένα δέλεαρ που δεν αφήνει ασυγκίνητο κανέναν. Αλλά και πάλι δεν είναι μόνο αυτό.

Εισάγοντας μια ποικιλία νέων προγραμμάτων σπουδών, το σχέδιο νόμου απευθύνεται επίσης στη ματαιοδοξία ορισμένων ομάδων μέσα στα ΑΕΙ. Αν δεν μπορούν όλοι να εξασφαλίσουν μια θέση στο νέο σχήμα διοίκησης και να αναδειχθούν σε πρυτάνεις, αντιπρυτάνεις, κοσμήτορες, προέδρους Τμημάτων, μπορούν ωστόσο πάρα πολλοί να «σταδιοδρομήσουν» ως υπεύθυνοι και συντονιστές του ενός ή του άλλου προγράμματος σπουδών. Για κάθε φιλόδοξο και για κάθε πρόθυμο θα υπάρχει μια θέση και ένα πόστο!

Γιατί όμως είναι διαπεραστική μια τέτοια πολιτική, που προφανώς εισάγει -και καλλιεργεί- την επί της ουσίας ιδιωτικοποίηση; Και αν είναι έτσι, γιατί αντιδρά τώρα τόσο έντονα η ακαδημαϊκή κοινότητα στο νομοσχέδιο; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι σύνθετη και καλό θα είναι να την αναζητήσουμε ξεπερνώντας ευφημισμούς και μύθους.

Εδώ και καιρό, έχει αρχίσει να εμφανίζεται στον πανεπιστημιακό χώρο μια δυσεξήγητη αναντιστοιχία: ενώ οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας βρίσκονται πολύ πίσω από τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η συνδικαλιστική εκπροσώπηση των πανεπιστημιακών φθίνει και οι συνδικαλιστικές τους διεκδικήσεις είναι ανύπαρκτες. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή εξέλειπαν οι συνδικαλιστικές ενώσεις, αλλά διότι οι υφιστάμενοι σύλλογοι μελών του προσωπικού και οι δευτεροβάθμιες οργανώσεις τους δεν ασχολούνται ούτε με οικονομικά αιτήματα, ούτε με τα πεζά προβλήματα της καθημερινότητας. Στις περισσότερες περιπτώσεις,  οι συλλογικότητες αυτές λειτουργούν ως «σκιώδης» Σύγκλητος, εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους σχεδόν αποκλειστικά στα εκάστοτε πολιτικά επίδικα.

Πρόκειται για ένα «εξελικτικό υπόλειμμα» της υπερ-πολιτικοποίησης -ή μάλλον της κομματικοποίησης- που συνέβη μετά τη μεταπολίτευση. Οι πάλαι ποτέ κραταιές κομματικές οργανώσεις δεν υπάρχουν πια στα ΑΕΙ, αλλά τον ρόλο τους -που δεν ήταν καθόλου περιττός ή ασήμαντος- ανέλαβαν να παίξουν κάποιες «ευρύτερες» ομάδες πολιτικοποιημένων ανθρώπων, που για κακή μας τύχη συναντήθηκαν και συγκεντρώθηκαν στα συνδικαλιστικά όργανα.

Φτάσαμε λοιπόν στην άλλη άκρη του «οικονομισμού»: κανείς δεν ασχολείται σήμερα με τα οικονομικά αιτήματα και τις συνθήκες εργασίας, ενώ ο όρος «συνδικαλιστικό» έχει πλέον αρνητικό πρόσημο στην ακαδημαϊκή καθομιλουμένη. Επειδή όμως οι υλικές ανάγκες είναι αδήριτες, όλοι, μα όλοι, ενδιαφέρονται να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους. Εξ ου και το «σουλάτσο» ορισμένων από μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα, τα ώρες-ώρες προκλητικά επιμίσθια που βάζουν στα ερευνητικά τους προγράμματα, η συμμετοχή τους στα «εκπαιδευτικά προγράμματα» των φαρμακευτικών εταιρειών, κλπ, κλπ. Οι πιο κυνικοί ασκούν μάλιστα (και) ελευθέριο επάγγελμα, αλλά αυτό στο τέλος-τέλος αποδεικνύεται πιο «καθαρό» από ό,τι όλα τα άλλα.

Η μεγάλη πλειοψηφία των πανεπιστημιακών δεν έχει προσχωρήσει στη λογική της ιδιωτικοποίησης και της κερδοσκοπίας. Για αυτό αντιδρά στο νομοσχέδιο Κεραμέως. Όμως, ο ακαδημαϊκός χώρος, όπως και κάθε κοινωνικός χώρος, έχει ανάγκη συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Και η συνδικαλιστική ένωση δεν θα πρέπει να είναι ούτε κόμμα, ούτε παράρτημα της διοίκησης -δηλαδή της εργοδοσίας- ούτε βατήρας ανέλιξης στην ακαδημαϊκή ιεραρχία.

Οι πανεπιστημιακοί θα πρέπει να παραδειγματιστούν από άλλες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών. Ένα καλό παράδειγμα είναι ίσως οι νοσοκομειακοί γιατροί, αλλά σε κάποιο βαθμό και οι διοικητικοί υπάλληλοι των ΑΕΙ. Οι καθηγητές στο Πανεπιστήμιο είναι πρώτα απ’ όλα εργαζόμενοι. Όσο δεν συνειδητοποιούν αυτό το γεγονός μέσα στο μύθο και το νέφος της «διανόησης» που (νομίζουν ότι) ζουν τόσο θα αφήνουν περιθώρια στην εκάστοτε εξουσία να τους χειραγωγεί.

Τα σχέδια της Νέας Δημοκρατίας για το Πανεπιστήμιο δεν πρέπει να υλοποιηθούν. Αλλά για να συμβεί αυτό χρειάζεται, πέρα από τις συμβολικές κινήσεις, μια ώριμη, κοινωνική συνείδηση. Εποικοδόμημα χωρίς βάση δεν υπάρχει.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)