to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

10:56 | 25.07.2019

Γιώργος Τσουράκης

πηγή: Αυγή

Οικονομία

Για τον τρόπο ανάπτυξης των δικτύων ηλεκτρισμού με αφορμή τη διασύνδεση της Κρήτης

H ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης βρίσκεται στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, καθώς, μετά από δεκαετίες σχετικών συζητήσεων και μελετών, τα σχετικά έργα δρομολογήθηκαν ουσιαστικά αυτή την περίοδο.


 Παράλληλα, σε ένα προηγούμενο διάστημα δόθηκε υπερβολική μάλλον δημοσιότητα στην «αντιπαράθεση» που ήγειρε η πρόταση για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ αναφορικά με το φορέα υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κρήτης με το ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα της χώρας. Είναι μάλλον χρήσιμη καταρχάς μια συνοπτική ιστορική αναδρομή επί του θέματος.

Η πρώτη μελέτη για την υποβρύχια διασύνδεση της Κρήτης έγινε από τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) το 1968. Η μελέτη αυτή έδειξε με τα δεδομένα της εποχής ότι η διασύνδεση δεν συμφέρει οικονομικά να πραγματοποιηθεί στον ορίζοντα τουλάχιστον της δεκαετίας του 1970. Την περίοδο 1979-1981 εξετάστηκε πάλι το θέμα της διασύνδεσης και εκπονήθηκαν εκ νέου μελέτες από τη ΔΕΗ (1981) που κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι το έργο θα γινόταν οικονομικά συμφέρον μετά το 1986-881. Μετά από παλινωδίες των Διοικήσεων της ΔΕΗ και των κυβερνήσεων της περιόδου, η διασύνδεση αναβλήθηκε το 1991. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η διερεύνηση της διασύνδεσης της Κρήτης επανήλθε ουσιαστικά 15 με 20 χρόνια αργότερα.

Η διασύνδεση που ματαιώθηκε το 1991 σχεδιάστηκε από την τότε ενιαία, καθετοποιημένη, δημόσια ΔΕΗ. Στη συνέχεια, με το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο εναρμόνισης με την Κοινοτική Οδηγία 96/92 (1996), τα δίκτυα έπρεπε να διαχωριστούν από την παραγωγή και την προμήθεια (εμπορία) ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς είναι φυσικό μονοπώλιο. Για το λόγο αυτό δημιουργήθηκε πρώτα, το 1999, ο ανεξάρτητος «Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας» (ΔΕΣΜΗΕ), ο οποίος είναι προκάτοχος του σημερινού ΑΔΜΗΕ και υπεύθυνος για την ανάπτυξη του Δικτύου Υψηλής Τάσης, μόνο όμως στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας2. Το Δίκτυο της Κρήτης συνέχισε να αναπτύσσεται από τη ΔΕΗ, καθώς τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (ΜΔΝ) παρέμειναν στην ίδια.

Το 2012 συστήθηκε ο Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ) ως ανεξάρτητη θυγατρική εταιρεία της ΔΕΗ, ο οποίος διαχειρίζεται το σύνολο του Ηλεκτρικού Συστήματος της Κρήτης. Ενώ δηλαδή στο ηπειρωτικό σύστημα ο ΔΕΔΔΗΕ διαχειρίζεται μόνο τα Δίκτυα Διανομής (δηλαδή Μέσης και Χαμηλής Τάσης), στην Κρήτη ο ΔΕΔΔΗΕ έχει και το ρόλο που έχει ο ΑΔΜΗΕ στο ηπειρωτικό σύστημα, καθώς, εκτός του ότι η Κρήτη έχει και δίκτυο Υψηλής Τάσης, αποτελεί ένα πλήρες αυτόνομο Σύστημα Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΣΗΕ) και κάποιος πρέπει να εξασφαλίζει την εύρυθμη και ασφαλή λειτουργία του. Μάλιστα αυτός ο κάποιος δεν επιτρέπεται να είναι παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας ο ίδιος (σύμφωνα με τις Κοινοτικές Οδηγίες περί εκσυγχρονισμού των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα), δηλαδή η ΔΕΗ που είναι ο μόνος παραγωγός με συμβατικές μονάδες παραγωγής στην Κρήτη. Αξίζει εδώ να σημειωθεί όμως ότι -αντίθετα με την Ελλάδα- σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες τέτοιες περιπτώσεις μικρών αυτόνομων ηλεκτρικών συστημάτων εξαιρέθηκαν και συνεχίστηκε η διαχείρισή τους από καθετοποιημένες εταιρείες, γιατί το μικρό τους μέγεθος δεν δικαιολογούσε τη δημιουργία πραγματικής ανταγωνιστικής αγοράς3.

Και οι δύο Διαχειριστές, ο ΑΔΜΗΕ και ο ΔΕΔΔΗΕ, επιβλέπονται από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και από το εκάστοτε Υπουργείο με το χαρτοφυλάκιο της Ενέργειας. Η ΡΑΕ ιδρύθηκε επίσης το 1999 ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή κατ’ αναλογία των αντίστοιχων ανεξάρτητων αρχών στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες4. Παράλληλα, μέχρι πρόσφατα η Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα εκκαθαριζόταν από τον Λειτουργό Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ), ο οποίος μετεξελίχθηκε στο Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας (ΕΧΕ) και τον ΔΑΠΕΕΠ (Διαχειριστής ΑΠΕ & Εγγυήσεων Προέλευσης). Στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, τους αντίστοιχους ρόλους επιτελεί ο ίδιος ο ΔΕΔΔΗΕ.

Στην παλαιά συνθήκη, πριν από το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ενιαία, δημόσια ΔΕΗ είχε την πλήρη ευθύνη για την ανάπτυξη των διασυνδέσεων, δεδομένου και ότι η Διοίκησή της οριζόταν από την εκάστοτε κυβέρνηση. Με το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ΔΕΗ έπαψε βέβαια να έχει το ρόλο που επιτελούσε παλαιότερα ως προς το σχεδιασμό και την ανάπτυξη των δικτύων. Και ενώ υπήρξε πρόβλεψη π.χ. για την ανάπτυξη νέας παραγωγής στα ΜΔΝ, ο σχεδιασμός νέων διασυνδέσεων που θα καθιστούσε ορισμένα από αυτά μέρος του διασυνδεδεμένου συστήματος έμεινε μετέωρος. Η διασύνδεση των ΜΔΝ αφορά φυσικά τουλάχιστον τους δύο Διαχειριστές και τη ΡΑΕ, και μπορεί να είναι οικονομικότερη λύση για την ηλεκτροδότηση ενός νησιού, δηλαδή είναι ένα μέτρο υπέρ των καταναλωτών σε τελική ανάλυση, αλλά το οποίο δεν έχει σχέση με τον ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, το διασυνδεδεμένο σύστημα είναι πιο αξιόπιστο από τα ΜΔΝ (γεγονός που δεν αποτιμάται εύκολα οικονομικά) και η διασύνδεση διευκολύνει σαφώς την ανάπτυξη των ΑΠΕ στα νησιά (επίσης δεν αποτιμάται εύκολα οικονομικά). Τέτοιου είδους παράμετροι αφορούν ουσιαστικά στη γενικότερη ενεργειακή πολιτική της χώρας.

Όσον αφορά στη διασύνδεση της Κρήτης, το κενό καλύφτηκε εν μέρει το 2011 με τη συνεργασία μεταξύ ΡΑΕ, ΔΕΣΜΗΕ και ΔΕΗ για την εκπόνηση μελέτης που υποβλήθηκε στο τότε Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής. Η μελέτη επιβεβαίωσε την οικονομικότητα της λύσης της διασύνδεσης έναντι της αυτόνομης ανάπτυξης του ΣΗΕ της Κρήτης, την οποία είχαν καταδείξει και ανάλογες μελέτες που είχε κάνει το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο για λογαριασμό της ΡΑΕ. Τα συμπεράσματα αυτής της μελέτης ενσωματώθηκαν στο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης Συστήματος Μεταφοράς (ΔΠΑ) του ΑΔΜΗΕ για την περίοδο 2014-2023, ενώ στα πιο πρόσφατα ΔΠΑ του ΑΔΜΗΕ περιλαμβάνεται ο τελικός σχεδιασμός της διασύνδεσης της Κρήτης.

Από την παραπάνω συνοπτική περιγραφή φαίνεται ότι η δομή που διαμορφώθηκε στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας μετά το άνοιγμα της αγοράς οδήγησε σε δυστοκίες και τελικά τη δημιουργία λύσεων ad hoc. Οι λύσεις αυτές φαίνεται ότι δεν προέκυψαν αρκετά εύκολα, καταρχάς λόγω του ότι στο μεταβατικό στάδιο, αλλά ακόμα και σήμερα, δεν είναι τόσο σαφείς οι ρόλοι των διαφόρων φορέων στο νέο πλαίσιο, δεδομένου και του οξυμένου ανταγωνισμού σε όλα τα επίπεδα. Εκτός όμως του ότι δεν είχε αναγνωριστεί ίσως επαρκώς ότι δεν υπήρχε ένας μοναδικός κύριος κληρονόμος της αντίστοιχης ευθύνης (και εξουσίας) της ΔΕΗ, δεν είχε αναγνωριστεί επαρκώς τι ήταν αυτό που άφηνε πίσω της η παλαιά μορφή της ΔΕΗ.

Φυσικά, η ενιαία, καθετοποιημένη ΔΕΗ της δεκαετίας του 1980 δε μπορούσε να συνεχίσει με τον ίδιο τρόπο. Η χώρα έπρεπε να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα για τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και η ΔΕΗ στην παλαιά συνθήκη είχε υποφέρει ήδη επί χρόνια από μία «ιδιωτικοποίηση από τα μέσα», με τις πολιτικές ηγεσίες να την χρησιμοποιούν σε μεγάλο βαθμό ως λάφυρο. Η κουλτούρα αυτή διαδόθηκε στο εσωτερικό της επιχείρησης με αποτέλεσμα -μεταξύ άλλων- την ανάπτυξη ενός εσωτερικού ανταγωνισμού με πολύ αρνητικά αποτελέσματα. Σε συνδυασμό με μια κακώς εννοούμενη «υπερ-πολιτικοποίηση» της εταιρείας που κατέστησε μάλλον ασαφή τον καταμερισμό καθηκόντων και ευθυνών, η εταιρεία οδηγήθηκε σταδιακά σε καταστάσεις, όπως η «αυτο-ακύρωση» της διασύνδεσης της Κρήτης το 1991, γεγονός που επιβάρυνε τους καταναλωτές (η διαφορά του κόστους της παραγωγής στα νησιά από αυτό του ηπειρωτικού Συστήματος μεταφέρεται στις «Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας») και αποτέλεσε εμπόδιο στην αξιοποίηση του μεγάλου δυναμικού ΑΠΕ του νησιού.

Πολύ σημαντική, όμως, είναι και η κουλτούρα υπέρ του δημοσίου συμφέροντος που επίσης έχει κληρονομηθεί από την παλαιά κατάσταση στον κόσμο της ΔΕΗ (πρώην και νυν) και η οποία έχει πολλά θετικά αποτελέσματα, τα οποία πολλές φορές δεν είναι όμως εμφανή, γιατί έχουν ως αποτέλεσμα απλά την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων, όπως η αποφυγή κάποιας διακοπής ηλεκτροδότησης. Επίσης, πολλές φορές η ΔΕΗ αναλαμβάνει ρόλους ευθύνης που δεν της αναλογούν αυστηρά στη νέα κατάσταση. Η «αδράνεια» αυτή έχει πολλές φορές θετικό αντίκτυπο, όπως άλλωστε συμβαίνει με παρόμοιους ή διαφορετικούς τρόπους και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες5.

Με τη δυσφήμιση που υπέστη επί δεκαετίες η (δημοκρατική) πολιτική και ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής του νεοφιλελευθερισμού, ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας εναπόθεσε εξωπραγματικές ελπίδες στις δυνάμεις της αγοράς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «ανάθεση» διασυνδέσεων των ΜΔΝ σε εταιρείες που ενδιαφέρονται να αναπτύξουν έργα ΑΠΕ. Ο Νόμος 3581/2010 όριζε ότι κάτοχοι Αδειών Παραγωγής από ΑΠΕ σε ΜΔΝ θα μπορούσαν να έχουν αυξημένα έσοδα εφόσον κατασκεύαζαν οι ίδιοι την αναγκαία διασύνδεση για την διοχέτευση της παραγωγής τους στο ηπειρωτικό σύστημα. Εκτός του ότι η διασύνδεση των ΜΔΝ έχει να κάνει πρώτα και κύρια με τα υφιστάμενα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας, αυτό οδήγησε σε υπερδιαστασιολόγηση πολλών έργων ΑΠΕ, και τελικά πολλές φορές σε ακύρωσή τους και δυσφήμιση των ΑΠΕ.

Τέτοια είναι η περίπτωση ενός μεγάλου έργου για αιολικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που είχε λάβει άδεια παραγωγής από τη ΡΑΕ για το νησί της Σερίφου, το οποίο ανήκει στα ΜΔΝ. Προκειμένου το έργο να είναι οικονομικά συμφέρον, συμπεριλαμβάνοντας τη διασύνδεση του νησιού, η πρόταση αφορούσε στην εγκατάσταση 87 ανεμογεννητριών των 3 MW η καθεμία, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει το όριο κάλυψης του εδάφους του νησιού6 και να προκαλέσει δικαιολογημένες αντιδράσεις από κατοίκους(7).

Συνοψίζοντας, στη νέα κατάσταση μετά το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μετρά επισήμως δύο δεκαετίες, δεν υπάρχει ένας μοναδικός κληρονόμος της ενιαίας, καθετοποιημένης ΔΕΗ. Αν και αυτό είναι με ένα τρόπο προφανές, ο τομέας ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί, αφενός λόγω «αδράνειας», αφετέρου λόγω επικράτησης ακραίων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που απέδιδαν εξωπραγματικές δυνάμεις στην αγορά (κάνοντας έτσι, μεταξύ άλλων, ορισμένες φορές θετικές τις επιπτώσεις της «αδράνειας») και στον τεχνοκρατισμό, με την έννοια της θεώρησης του τελευταίου ως κάτι αντιπαραθετικό με την δημοκρατική πολιτική. Κατά συνέπεια, είχαν επίσης ως αποτέλεσμα υπερβολικές προσδοκίες από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (Ανεξάρτητη Αρχή), αλλά και τους Διαχειριστές (ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ). Όμως, πέρα από το να αντιστοιχηθούν οι λειτουργίες της παλαιάς, καθετοποιημένης ΔΕΗ στους νέους φορείς του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, να αναγνωριστεί η σημασία τους και να ενισχυθούν ως δημόσιοι φορείς με τους απαραίτητους πόρους8, πρέπει να αναγνωριστεί και η ίδια η πολιτική ευθύνη που είχε η καθετοποιημένη ΔΕΗ, ως 100% δημόσια επιχείρηση.

Μία απάντηση σε αυτό είναι η «φυγή προς τα εμπρός», με εμβάθυνση της πρόσφατης τάσης με στόχο το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, το οποίο διεθνώς έχει σαφείς τάσεις διαζυγίου από τη δημοκρατία. Εστιάζοντας στο παράδειγμα του ΑΔΜΗΕ, στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο ένας ιδιωτικοποιημένος ΑΔΜΗΕ θα λειτουργούσε με γνώμονα τα συμφέροντα του ιδιοκτήτη μεν, αλλά υπό τον περιορισμό του ελέγχου της ΡΑΕ, η οποία θα εξασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον. Πέραν των προφανών αρνητικών χαρακτηριστικών μίας ιδιωτικοποίησης ενός μονοπωλίου (!) και μάλιστα καίριων υποδομών της χώρας, αξίζει να επισημάνουμε ότι στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο ένας ιδιωτικοποιημένος ΑΔΜΗΕ ουσιαστικά επισήμως δεν έχει εσωτερικό κίνητρο να κάνει καλό σχεδιασμό, δηλαδή να επιδιώκει τις πιο οικονομικές λύσεις για δεδομένη τεχνική αρτιότητα. Αντίθετα, για δεδομένο ρυθμιζόμενο ποσοστό κέρδους, όσο μεγαλύτερες οι επενδύσεις τόσο μεγαλύτερα τα έσοδα. Αν και θα μπορούσαμε να φανταστούμε άλλον ένα ΑΔΜΗΕ στο εσωτερικό της ΡΑΕ για να ελέγχει τα διάφορα εξειδικευμένα τεχνικά έργα (ή με τη μορφή εξωτερικών συμβούλων), στην πράξη διεθνώς πολλές ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν τα δίκτυα υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία. Η διατήρηση των δικτύων υπό δημόσια ιδιοκτησία είναι άλλωστε προαπαιτούμενο για να ακολουθηθεί μία πορεία στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού, με εμβάθυνση της δημοκρατίας.

*Ο Γιώργος Τσουράκης είναι Δρ Μηχανικός του ΕΜΠ

1. Μία συνοπτική εξιστόρηση της υπόθεσης γίνεται σε πρόσφατο άρθρο του ομότιμου Καθ. ΕΜΠ και πρώην προέδρου του ΔΕΣΜΗΕ Μ. Παπαδόπουλου: https://energypress.gr/news/hroniko-toy-adiexodoy-stis-diasyndeseis-ton-...

2. Κατά αναλογία με τους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς (Transmission System Operators) Ηλεκτρικής Ενέργειας στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως π.χ. στην Ιταλία η TERNA (ιδρύθηκε το 1999 ως ανεξάρτητη θυγατρική της ENEL, δηλαδή της αντίστοιχης ΔΕΗ).

3.ΗEDF (αντίστοιχη της ΔΕΗ στη Γαλλία) «είναι ένας ολοκληρωμένος φορέας εκμετάλλευσης που παράγει, αγοράζει, μεταφέρει, διανέμει και εμπορεύεται ηλεκτρική ενέργεια» στην Κορσική και σε απομακρυσμένα νησιά, όπως η Reunion, κ.α. της «απομακρυσμένης Γαλλίας» (“France Outre-Mer”):https://www.edf.fr/groupe-edf/premier-electricien-mondial/strategie/edf-...

4. Για παράδειγμα, για την Αντίστοιχη Αρχή της Βρετανίας (Ofgem) ως βασικό καθήκον ορίζεται η προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, όπου αυτό είναι εφικτό μέσω της προώθησης του ανταγωνισμού: https://webarchive.nationalarchives.gov.uk/20070506232315/http://www.dti...

5. «Στην Ευρώπη, πολλές πρώην καθετοποιημένες εταιρείες θα μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν σε αρκετές περιπτώσεις, όπως είχε γίνει στην Καλιφόρνια, αλλά ‘απλώς κάνουν το σωστό’», από ομιλία του Δρ. Άλεξ Παπαλεξόπουλου, συμβούλου σε θέματα αγορών ηλ. ενέργειας, στο ΕΜΠ (21.12.2018).

6. Χ. Ρουμπεδάκη, «Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων μεγάλης κλίμακας αιολικού πάρκου στη Σέριφο», Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών, 2008.

7. Μαζί βεβαίως με αδικαιολόγητες αντιδράσεις. Αξίζει να αναφερθεί π.χ. ότι, αντίθετα με μία ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, η κατανάλωση του νησιού σε ηλεκτρική ενέργεια δεν έχει σχέση με τη φέρουσα ικανότητα εγκατάστασης μονάδων ΑΠΕ, όπως δείχνουν δύο οριακές περιπτώσεις: Στον Αη-Γιώργη, που είναι μία ακατοίκητη βραχονησίδα χωρίς καθόλου ηλεκτρική κατανάλωση, έχει εγκατασταθεί ένα μεγάλο αιολικό πάρκο, ενώ στη Σαντορίνη που έχει πολύ μεγάλη κατανάλωση ενδεχομένως να μη χωράει καμία μεγάλη μονάδα ΑΠΕ.

8. Βασική αντίφαση του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» στην Ελλάδα -και όχι μόνο- είναι ότι σύμφωνα με το γνωστό ιδεολόγημα κάθε τι δημόσιο είναι αναποτελεσματικό, επομένως δεν αξίζει να επενδύσει κανείς σε αυτό. Αυτό επιφέρει την αναποτελεσματικότητα στις αρμοδιοτήτες που έχουν οι δημόσιοι φορείς, άρα επιβεβαιώνεται το ιδεολόγημα, κ.ο.κ. Εν τω μεταξύ, εφόσον υπάρχουν πόροι, η «λύση» της εξωτερικής ανάθεσης είναι πολλές φορές πιο αναποτελεσματική: http://blogs.lse.ac.uk/netuf/2018/06/14/why-public-sector-outsourcing-is...

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)