to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

11:12 | 27.05.2021

Οικονομία

Γ. Δραγασάκης: «Η κυβέρνηση επιστρέφει στα αποτυχημένα πρότυπα του παρελθόντος»

Τι τόνισε ο Γιάννης Δραγασάκης, βουλευτή Δυτικού Τομέα Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Αλογοσκούφη: «Πριν και Μετά το Ευρώ. Οι κύκλοι της Μεταπολίτευσης και η ελληνική οικονομία» (βίντεο)


O Γ. Δραγασάκης τόνισε στην παρέμβασή του:

Με τον κ. Αλογοσκούφη συνυπήρξαμε στη Βουλή όταν ο ίδιος ήταν βουλευτής της ΝΔ και στη συνέχεια υπουργός στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή. Εγώ ήμουν βουλευτής του Συνασπισμού και στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ. Προφανώς, ιδίως στη δεύτερη περίοδο, όταν ήταν υπουργός, βρισκόμασταν σε διαρκή πολιτική αντιπαράθεση. Προσωπικά με ανησυχούσε ιδιαίτερα το μοντέλο μιας ανάπτυξης μέσω δανεισμού που είχε αρχίσει να γίνεται καθεστώς ήδη από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, αλλά και η υιοθέτηση μιας πολιτικής μείωσης των φορολογικών συντελεστών η οποία ενώ θεωρητικά στόχευε στην τόνωση της ανάπτυξης, το μόνο που πετύχαινε ήταν η μείωση των δημοσίων εσόδων, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η διόγκωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Οι πολιτικές, ωστόσο, διαφωνίες δεν μας εμποδίζαν να ανταλλάσσουμε συχνά απόψεις και να μοιραζόμαστε σκέψεις για τα πρόβλημα και  τους κίνδυνους που ήταν από τότε ορατοί.

H ομιλία του Γ. Δραγασάκη ξεκινά περίπου στο 26ο λεπτό

Το βιβλίο

Το βιβλίο του κ. Αλογοσκούφη δίνει την ευκαιρία, προκαλεί θα έλεγα να σκεφτούμε πάνω σε εξελίξεις που ζήσαμε να διατυπώσουμε απόψεις για το παρελθόν και κυρίως για το μέλλον. Το βιβλίο είναι πολυθεματικό και πολυεπίπεδο καθώς συνδυάζει την οικονομική ανάλυση με στοιχεία θεσμικής  και πολιτικής ανάλυσης. Επιχειρεί με το τρόπο αυτό να συνθέσει ένα ερμηνευτικό σχήμα και ένα συνεκτικό αφήγημα για τις εξελίξεις που οδήγησαν στη «μεγάλη καθίζηση», όπως αποκαλεί τη χρεοκοπία.

Ενδιαφέρεται κυρίως για τις πιο βαθιές και διαχρονικές αιτίες, παρά για τους επιμέρους χειρισμούς, για τη μακρά διάρκεια παρά για το βραχύ χρόνο, για τις κοινές ευθύνες παρά για τον καταμερισμό των επιμέρους ευθυνών και μέσα από τις εμπειρίες του παρελθόντος αναζητά μαθήματα για το παρόν και το μέλλον.

Ασφαλώς μια τέτοια προσπάθεια δεν θα μπορούσε να είναι ουδέτερη. Απηχεί, όπως είναι φυσικό, τις θεωρητικές αποσκευές, τα αναλυτικά εργαλεία, τις πολιτικές αντιλήψεις του συγγραφέα. Αυτό κάνει την εργασία του κ. Αλογοσκούφη χρήσιμη, θα έλεγα και ελκυστική, όχι μόνο σε όσους συμφωνούν με τις απόψεις του αλλά και σε όσους έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, καθώς η δομή της αλλά και η ευκρίνεια των θέσεων που υποστηρίζει, διευκολύνουν το διάλογο σε αντίθεση με αλλά παραδείγματα που επικαλούνται μια δήθεν τεχνοκρατική ανεξαρτησία υποκριτική ουδετερότητα για να αποκρύψουν πραγματικές θέσεις και προθέσεις.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως προσδιοριστικός παράγοντας

Μια βασική διαπίστωση στην οποία καταλήγει ο κ. Αλογοσκούφης είναι ότι πολλές από τις αιτίες της κρίσης παραμένουν και σήμερα ενεργές και ότι η βιώσιμη ανάπτυξη εντός του ευρώ- θα πρόσθετα η βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη εντός του ευρώ-  είναι ένα ερώτημα ανοιχτό για το πως θα την διασφαλίσουμε, «χωρίς την επανεμφάνιση των εξωτερικών ανισορροπιών που οδήγησαν στην κρίση του 2010» (σελ.396)

Προφανώς ο κ. Αλογοσκούφης δεν θεωρεί λύση την έξοδο από το ευρώ και ρητά την απορρίπτει. Όμως δεν θεωρεί διασφαλισμένη τη βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αλλαγές τόσο στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης όσο και στο εσωτερικό της χώρας. Η απάντηση του κ. Αλογοσκούφη στο στρατηγικό αυτό ερώτημα έχει δυο σκέλη. Το πρώτο αφορά στην εσωτερική διάσταση και συνοψίζεται στην ανάγκη για ένα «νέο μείγμα πολιτικής», διαφορετικό από όσα εφαρμοστήκαν στο παρελθόν, και το δεύτερο αφορά την εξωτερική διάσταση και συγκεκριμένα το δημοσιονομικό καθεστώς αλλά και την αρχιτεκτονική γενικότερα της ευρωζώνης.

Θα επιχειρήσω σύντομα σχόλια για τον καθένα από τους δυο αυτούς παράγοντες αρχίζοντας από το δεύτερο. Ο κ. Αλογοσκούφης, με βάση τα γνωστά κριτήρια του Robert Mundell, υποστηρίζει ότι η ζώνη του ευρώ αποτελεί μια ατελή νομισματική ένωση. Άρα οι ασυμμετρίες μεταξύ των εθνικών οικονομιών π. χ στα επίπεδα παραγωγικής εξειδίκευσης, δεν μπορούν να εξαλειφθούν από τις αγορές χωρίς τις κατάλληλες πολιτικές σε κλίμακα ευρωζώνης και στην κάθε χώρα ξεχωριστά. Ακριβώς γι αυτό οι ανισότητες και οι ασυμμετρίες αναπαράγονται και όπως συμβαίνει σήμερα διευρύνονται. 

Στο σημείο αυτό θέλω να επισημάνω ότι αποδείχτηκε λανθασμένος και επιζήμιος ο νεοφιλελεύθερος δογματισμός που οδήγησε ήδη από τη δεκαετία του 90, στην απεμπόληση κάθε εργαλείου βιομηχανικής και κλαδικής γενικότερα πολιτικής καθώς και στην χωρίς όρους και όρια αποδέσμευση του τραπεζικού συστήματος από κάθε αναπτυξιακή και κοινωνική υποχρέωση.


Άρα η απάντηση στο αρχικό ερώτημα απαιτεί εθνικές προσπάθειες αλλά δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο εθνικών προσπαθειών. Πρέπει να αλλάξει και η ίδια η Ευρώπη.

Στη κατεύθυνση αυτή ο κ. Αλογοσκούφης διατυπώνει συγκεκριμένες προτάσεις τις οποίες βρίσκω ενδιαφέρουσες. Ξεχωρίζω την ανάγκη για αλλαγή του Συμφώνου Σταθερότητας, δηλαδή των δημοσιονομικών κανόνων και του μηχανισμού επιβολής τους, προφανώς και των κανόνων για τη βιωσιμότητα του χρέους, την ανάγκη για «επαρκή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό», καθώς και δημοσιονομικής αναδιανομής ως αντίβαρο στην ενιαία αγορά, την ανάγκη να λειτουργεί η ΕΚΤ ως «δανειστής ύστατης προσφυγής» κ.α. Ασφαλώς δεν αρκούν, αλλά είναι σε θετική κατεύθυνση.

Η σημασία που έχει η εξωτερική διάσταση για τις εσωτερικές εξελίξεις φαίνεται καθαρά από τα μέτρα που έλαβε η ΕΚΤ αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αντιμετώπιση της ύφεσης που προκάλεσε η πανδημία. Και πολλοί σήμερα αισθανόμαστε μια πικρή δικαίωση με τη σκέψη  ότι αν τα μέτρα αυτά, που πολλοί τα προτείναμε από τότε, εφαρμόζονταν το 2009 ή το 2010 η χώρα μας δεν θα είχε μια τόσο καταστροφική πορεία και η ίδια η Ευρώπη δεν θα διακινδύνευε τη συνοχή της. Ωστόσο, όπως έγραψε πρόσφατα o Adam Tooze, «τα γεράκια της λιτότητας παραμονεύουν» και ζητούν την επιστροφή στη κανονικότητα της παλιάς δημοσιονομικής πειθαρχίας παραβλέποντας τις κοινωνικές ανάγκες. Άρα η διατύπωση και μόνο εναλλακτικών προτάσεων δεν αρκεί. Πρέπει να γίνουν κοινοί και σταθεροί διεκδικήσιμοι στόχοι της Ελλάδας, άρα και της κάθε κυβέρνησης, και πεδίο διαμόρφωσης συμμαχιών σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Ο χαρακτήρας και οι αιτίες της κρίσης

Έρχομαι τώρα στο δεύτερο παράγοντα που αφορά  στις ενδογενείς αιτίες της κρίσης που είναι και οι πρωταρχικές. Ο κ. Αλογοσκούφης ανάγει τις αιτίες της κρίσης στην πολιτική των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ‘80 και συγκεκριμένα στην «αδυναμία του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κοινωνική και πολιτική πίεση για αναδιανομή».

Αυτό, υποστηρίζει, δημιούργησε ανισορροπίες τις οποίες, διαδοχικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν. Όμως η ιστορική αλήθεια, κατά την άποψη μου είναι, ότι η κρίση προϋπήρχε. Μεγάλες ανισότητες και ανισορροπίες είχαν συσσωρευτεί στα χρόνια της δικτατορίας. Το μεταπολεμικό μοντέλο ανάπτυξης σε ένα περιβάλλον δασμολογικής προστασίας είχε φτάσει στο τέλος του. Ο ελληνικός καπιταλισμός χάνει βαθμιαία τους βασικούς μηχανισμούς προσαρμογής στις απαιτήσεις του διεθνούς ανταγωνισμού: τη δασμολογική προστασία, τη συναλλαγματική υποτίμηση, τους ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Και αντί να αναζητηθεί η απάντηση στην αναβάθμιση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας, το πολιτικό σύστημα σε ένα περιβάλλον νεοφιλελεύθερων αυταπατών αναζήτησε τη διέξοδο στη φτηνή εργασία το κρατικό δανεισμό και την πελατειακή λειτουργία του κράτους. Λύσεις φαινομενικά εύκολες, βραχυπρόθεσμα βολικές στα κυρίαρχα συμφέροντα και τα συστήματα εξουσίας αλλά μακροπρόθεσμα καταστροφικές όπως αποδείχθηκε.

Σε αυτό το τρίπτυχο επιστρέφει ξανά ορμητικά και η σημερινή κυβέρνηση. Όπως δείχνει και το εργασιακό νομοσχέδιο που συζητείται αλλά και η γενικότερη πολιτική της επιδιώκεται για μια ακόμη φορά η βελτίωση της θέσης της χωράς στο διεθνή καταμερισμό  μέσω υποβάθμισης της εργασίας και όχι μέσα από τη στροφή σε παραγωγή υψηλότερης προστιθέμενης αξίας αγαθά αφού ο στόχος αυτός δεν τίθεται καν στα κριτήρια για τη κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Και για μια ακόμη φορά η πολιτική αυτή θα αποτύχει.

Και τούτο γιατί η χαμηλή διεθνής ανταγωνιστικότητα δεν οφείλεται στις υψηλές εργατικές αμοιβές, ή στην έλλειψη εργασιακής ευελιξίας, αλλά στη χρόνια αποβιομηχάνιση, και στην έλλειψη επενδύσεων που βελτιώνουν την παραγωγικότητα. Η ελληνική οικονομία έχει παγιδευτεί σε ένα φαύλο κύκλο φτηνής εργασίας και χαμηλής παραγωγικότητας. Όπως έχει τεκμηριωθεί από πλήθος μελετών, ένα μοντέλο φθηνής και αναλώσιμης εργασίας αποθαρρύνει την επένδυση σε νέες τεχνολογίες, αντίθετα ενθαρρύνει την αντικατάσταση θέσεων υψηλής παραγωγικότητας από θέσεις χαμηλής παραγωγικότητας. Για παράδειγμα μεταξύ 2010-2019 οι θέσεις εργασίας χαμηλών δεξιοτήτων στη χώρα μας αυξήθηκαν κατά 9,1%, ενώ αυτές μεσαίων και υψηλών δεξιοτήτων μειώθηκαν κατά 3,7% και 5,4% αντίστοιχα. Άρα η σκληρή εσωτερική υποτίμηση, ιδίως του πρώτου και δεύτερου μνημονίου, ενίσχυσε την εργασία χαμηλής εξειδίκευσης και κατά τεκμήριο χαμηλής παραγωγικότητας και επέτεινε τη φυγή επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό.

Το στρατηγικό δίλημμα

Εδώ λοιπόν διαμορφώνεται το στρατηγικό δίλημμα της συγκυρίας. Είτε θα προχωρούμε αναζητώντας πρότυπα στο παρελθόν, όπως κάνει η σημερινή κυβέρνηση, με την οικονομία καθηλωμένη στο φαύλο κύκλο της φτηνής εργασίας, είτε θα επιχειρήσουμε ένα πραγματικό άλμα στο μέλλον δημιουργώντας νέα συγκριτικά πλεονεκτήματα στα πεδία της γνώσης, της επιστήμης, της έρευνας, της τεχνολογίας, της εκπαίδευσης, των υποδομών, του κοινωνικού κράτους, στους δημοκρατικούς και συμπεριληπτικούς θεσμούς. Αυτό επεδίωκε η αναπτυξιακή στρατηγική που διαμόρφωσε και άρχισε να εφαρμόζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όταν έληξαν τα μνημόνια. και την ποια η σημερινή κυβέρνηση αγνόησε.

Επίσης θα ήθελα να κάνω ένα σχόλιο στο θέμα της συναίνεσης το οποίο έχει μια διακριτή θέση στο νέο μίγμα πολιτικής που προτείνει ο κ. Αλογοσκούφης. Προφανώς η συναίνεση είναι σημαντική εφόσον όμως συμβάλει στην αξιοπιστία της πολιτικής και όχι στην απαξίωση της, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν. Στη χώρα μας ζήσαμε το φαινόμενο του συναινετικού δικομματισμού με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ να μην έχουν, στο τέλος, διακριτές διαφορές. Αυτό αποδυνάμωσε τη δημοκρατία, δημιούργησε θερμοκήπια διαφθοράς, συνέβαλε στη διαμόρφωση κοινών δικομματικών δικτύων διαπλοκής και πελατειακών μηχανισμών, εξέτρεψε τον κομματικό ανταγωνισμό στη σφαίρα της παραπολιτικής.

Αυτό που θα μπορούσε να ενδυναμώσει και να αναζωογονήσει τη δημοκρατία δεν είναι αυτού του είδους η συναίνεση αλλά αντίθετα η ανάδειξη των πραγματικών προγραμματικών διαφορών και η ανοιχτή, βασισμένη σε επιχειρήματα και τεκμήρια, προγραμματική αντιπαράθεση. Αυτό θα επιτρέψει και συναινέσεις και συγκλίσεις εκεί που είναι αναγκαίες και δυνατές, ιδίως εκεί που η ίδια η φύση των θεμάτων απαιτεί συνέχεια της πολιτικής. Το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο παράδειγμα καθώς οι επιλογές του υπερβαίνουν το χρόνο ζωής μιας κυβερνητικής θητείας. Αλλά δεν έγινε ο στοιχειώδης διάλογος, κοινωνικός ή πολιτικός.

Κύριες και κύριοι, το βιβλίο του κ. Αλογοσκούφη κυκλοφορεί σε μια κρίσιμη για τη χώρα μας συγκυρία. Κρίσιμη όχι μόνο λόγω της διάχυτης αβεβαιότητας αλλά και λόγω της ύπαρξης σημαντικών δυνατοτήτων.

Σε σύγκριση με τη προηγούμενη δεκαετία η Ελλάδα είναι σήμερα εκτός μνημονίων. Με τη ρύθμιση που έγινε το 2018 το δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο τουλάχιστον για ένα μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Τα ταμεία του κράτους είναι θωρακισμένα με ένα ισχυρό απόθεμα ρευστότητας. Με την πολιτική της ΕΚΤ η χώρα μπορεί να δανείζεται με ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας μαζί με το ΕΣΠΑ εξασφαλίζουν πόρους ικανούς να καλύψουν μεγάλο μέρος του επενδυτικού κενού.

Όμως οι δυνατότητες αυτές δεν είναι μόνιμου χαρακτήρα. Και ανάλογες δυνατότητες στο παρελθόν δεν απέτρεψαν κρίσεις ακόμη και χρεοκοπία. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε διατηρήσιμα οφέλη μόνο αν οι διαθέσιμοι πόροι αξιοποιηθούν στοχευμένα, με διαφάνεια, προς όφελος όλων. Δυστυχώς αυτές οι προϋποθέσεις δεν θεωρώ ότι υφίστανται σήμερα. Η έλλειψη διαφάνειας και διαβούλευσης υποδηλώνει ότι οι γνωστές κλειστές ομάδες συμφερόντων και οι πελατειακές λογικές έχουν ήδη λάβει τις θέσεις τους, υποκαθιστώντας τον αναγκαίο διαφανή σχεδιασμό.

Ο δεύτερος λόγος που καθιστά κρίσιμη τη συγκυρία είναι ότι ο κόσμος αναζητά την αλλαγή, αναζητά ένα νέο υπόδειγμα πολιτικής πέρα από το νεοφιλελευθερισμό και τον ακροδεξιό λαϊκισμό. Και αυτό, εκτός των άλλων, απαιτεί μια πολιτική αναγνώρισης και αντιμετώπισης των ανισοτήτων. Διαμορφώνεται μια νέα διαιρετική τομή ανάμεσα στις δυνάμεις που επιζητούν μια προοδευτική στροφή και στις δυνάμεις της συντηρητικής αναδίπλωσης. Κι αυτό μας θέτει μπροστά σε διλήμματα. Αν κάνουμε τώρα όσα άλλες χώρες έκαναν πριν τρεις ή τέσσερις δεκαετίες όταν ο νεοφιλευθερισμός ήταν στις δόξες του και οι συνέπειες του δεν είχαν συνειδητοποιηθεί, αν ακολουθούμε απλά τους άλλους και μάλιστα με μεγάλη καθυστέρηση, τότε μοιραία θα μιλούμε πάντα για χαμένες ευκαιρίες. Αλλά όπως προσπάθησα να δείξω υπάρχει και ο άλλος δρόμος. Τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας, τα ευρύτερα συμφέροντα της χώρας μας μπορούν να εξυπηρετηθούν μόνο στο πλαίσιο της προοδευτικής επιλογής.

Από την άποψη αυτή το βιβλίο του κ. Αλογοσκούφη είναι εξαιρετικά επίκαιρο καθώς μας καλεί να σκεφτούμε τις βαθύτερες αιτίες και τα διαχρονικά προβλήματα της κοινωνίας μας και να αναζητήσουμε διατηρήσιμες, βιώσιμες και δίκαιες απαντήσεις, ο καθένας με τις δικές του αξίες, επιλογές και προτεραιότητες.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)