to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου: Ομάδα Πλεύσις – Ο λύκος μέσα σου

Στο Μικρό Χρηματιστήριο των Αθηνών, ο Αντώνης Κουτρουμπής και η Όλγα Γερογιαννάκη μας οδήγησαν «Στο στόμα του λύκου», στην παράσταση της ομάδας «Πλεύσις», που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «Άνοιγμα στην πόλη» του Φεστιβάλ Αθηνών.


Μια μέρα που έβρεχε, περπατούσα στη Rue de Vanves, κολλητά στους τοίχους των σπιτιών·

ήμουν μάλλον λίγο μελαγχολικός. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν σκύλος. (A. Τζιακομέτι)

Το στόμα του λύκου είναι συνώνυμο του κινδύνου, κατ’ αυτή την έννοια, κανείς γλιτώνει από το στόμα του λύκου ή πηγαίνει κατευθείαν στο στόμα του λύκου.

Στο αίθριο, στο βάθος της στοάς, που οδηγεί στο μικρό Χρηματιστήριο, ένας άντρας και μία γυναίκα, ντυμένοι στα μαύρα, ανεβαίνουν στο βάθρο που έχει στηθεί, φοράνε στο κεφάλι τους μαύρο καλτσόν (που κρύβει τα χαρακτηριστικά τους), και πλάθουν, με ένα υλικό, μάλλον γύψο, καθένας μια «μάσκα», με την οποία καλύπτουν μέρος του προσώπου τους, και εκτίθενται, ποζάρουν, φέρνοντας τα χέρια τους στα σημεία που μένουν γυμνά. Έπειτα χτυπάνε ένα κουδούνι και επαναλαμβάνουν τη διαδικασία: χαλάνε τη μάσκα, φτιάχνουν μια νέα, εκτίθενται κ.ο.κ., πρώτο, δεύτερο, τρίτο κουδούνι, καλούν τους θεατές να λάβουν τις θέσεις τους.

Η εικόνα του υλικού που πλάθεται, που λερώνει, η διαδικασία του πλασίματος, της δημιουργίας, της καλλιτεχνικής εργασίας, ακόμα και το αποτέλεσμά της, η μάσκα με τα ξέφτια (σαν γλυπτό του Τζιακομέτι), στα χέρια των δημιουργών, έπειτα στο πρόσωπο, δίνει εικόνες και σχήματα που πολύ απέχουν από οποιαδήποτε ιδέα κλασικής ομορφιάς…

Κι όμως η έκθεση είναι βαθιά συγκινητική, προσφέρει έντονες εικόνες, σχεδόν σπαρακτικές, ιδίως την ώρα που τα χέρια έρχονται και ακουμπάνε στο μέρος του προσώπου που δεν καλύπτει η αυτοσχέδια μάσκα, δίνοντάς της ζωή.

Κάθε μία έχει διαφορετική έκφραση, κι όμως όλες έχουν κάτι οδυνηρό, σαν να έχει αποτυπωθεί πάνω τους ο πόνος του τοκετού τους, της δημιουργίας τους, της μεταμόρφωσης του υλικού, ενώ, συγχρόνως, προξενεί θαυμασμό το γεγονός πώς με ένα τόσο απλό μέσο παράγεται ένα τόσο δυνατό αποτέλεσμα. Κι όταν η μάσκα τοποθετείται στο πρόσωπο των ερμηνευτών, τους δίνει μορφή και περιεχόμενο (το δημιούργημα στους δημιουργούς).

Τους ακολουθούμε. Όλα δείχνουν πως θα μας οδηγήσουν σε τραχιά μονοπάτια, που μέσα από το πλάσιμο, τη βάσανο, τον κόπο, θα μας προσφέρουν δυνατές εικόνες, που θα φωτίζουν ίσως πέρα από την Τέχνη κι άλλες όψεις της ανθρώπινης κατάστασης, του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, του ανθρώπου, που φτιάχνει και χαλάει, θα φωτίζουν τη δύναμη του, του έργου του και την προσωρινότητα τους.

Μπαίνουμε στο εσωτερικό του Μικρού Χρηματιστηρίου. Τίποτα (χάρη στην ανακαίνιση) δεν θυμίζει τι ήταν κάποτε εδώ. Δεν υπάρχουν έπιπλα. Στην ουσία, η μεγάλη αίθουσα είναι άδεια  πλην του σκηνικού της παράστασης. Στους τοίχους και στην οροφή, υπάρχει πλούσιος γύψινος διάκοσμος, αγάλματα, πληθώρα χρωμάτων, ο χώρος είναι σαν ζωγραφιά, παλατιανή σάλα. Από την αισθητική και το ρομαντισμό της εναρκτήριας σκηνής, έχουμε βρεθεί σε ένα νεοκλασικό τοπίο.

Η απόσταση από τις αυτοσχέδιες μάσκες ως εδώ είναι μεγάλη και σε έναν βαθμό ούτε τα μαύρα σακάκια (επίσημα «φράκα») που φορούν οι ερμηνευτές ούτε οι περίτεχνοι γιακάδες τους ούτε καν το σπαρακτικό O let me weep (O, let me forever weep: My eyes no more shall welcome sleep/ I'll hide me from the sight of day/ And sigh my soul away) του Πάρσελ, που ακούγεται, μπορούν να γεφυρώσουν αυτή την απόσταση, να γεφυρώσουν τον κλασικισμό με τον ρομαντισμό.

Απέναντι από τους θεατές υπάρχει ένας τρίπτυχος λευκός τοίχος, και έμπροσθεν του χαμηλά βάθρα, που στην πορεία της παράστασης θα μετακινηθούν για να δημιουργήσουν τα διάφορα τοπία της· τοπία λιτά, που έρχονται, σε έναν βαθμό, ως αντίβαρο στην πληθωρικότητα του κτιρίου.

Οι ερμηνευτές, τα δύο περίεργα όντα που βρίσκονται στη σκηνή, φορούν προσωπεία γκρίζων λύκων, που καλύπτουν ολόκληρο το κεφάλι τους, και επιδίδονται σε ένα είδος πρωτόγονου χορού, μια σειρά τελετουργικών κινήσεων, με τα σώματα χαμηλά και τα πόδια να πατάνε καλά στη γη. Αυτά τα δύο «τέρατα» βρίσκονται σε συνεχή διάλογο, άλλοτε συντονίζονται, άλλοτε οι κινήσεις τους έχουν κάτι πολεμικό, άλλοτε οπισθοχωρούν (ανοίγει ο πίσω τοίχος και εισχωρούν) στα ενδότερα, καταφεύγουν στα μύχιά τους, κάποια στιγμή χαλαρώνουν. Οι εικόνες εναλλάσσονται, χρησιμοποιούνται ποικίλες τεχνικές, από το κουκλοθέατρο έως το βίντεο-animation, άλλες πρωτότυπες, άλλες λιγότερο. Ορισμένες δράσεις των ανθρώπων-λύκων προσομοιάζουν στην κοινή ανθρώπινη εμπειρία, όπως όταν ξαπλώνουν μαζί να κοιμηθούν, σαν αντρόγυνο.

Η σκηνή είναι ο χώρος τους, το σπίτι τους, το ηχητικό περιβάλλον είναι ο έξω κόσμος, ο οποίος άλλοτε ηχεί απειλητικός, άλλοτε τρυπώνει ως απόηχος. Για παράδειγμα, όταν ξαπλώνουν να κοιμηθούν, το αλύχτισμα που ακούγεται (οι μνήμες τους ή οι άλλοι) τους ταράζει τον ύπνο.

Η μάσκα δημιουργεί ένα είδος ανοικείωσης. Βλέπουμε αυτές τις καθημερινές ενέργειες, που είναι στην πλειονότητα τους αποσπασματικές, με διαφορετικό βλέμμα. Το τερατώδες των όντων μάς συγκινεί υποδόρια, συνομιλεί, τρόπο τινά, με το ασυνείδητο μας, με το σκοτάδι που βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξής μας.  

Η παράσταση, μεταξύ αφηγηματικού και μη αφηγηματικού, καθιστά δύσκολη ως και ανέφικτη την κριτική της στο επίπεδο ενός αξονικού νοήματος. Οι σημασίες εδώ αναδύονται από τα συστατικά της στοιχεία (κίνηση, μουσική κ.α.) με τρόπο αποσπασματικό, σχετικό και υποκειμενικό.

Ο λύκος είναι εδώ και, συγχρόνως, δεν είναι πουθενά.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)