to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Εντουάρ Λουΐ: «Να επαναφέρουμε την κοινωνική πραγματικότητα στην πολιτική»

Αποσπάσματα από την πραγματικά εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας Εντουάρ Λουί στον Πιερ Ζουανιέ και το γαλλικό ηλεκτρονικό περιοδικό Insoumission.fr, σε μετάφραση Στέφανου Γραβάνη για την «Εποχή»


Μερικές βδομάδες πριν τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία (10 Ιουλίου) αναρτήθηκε στον ιστότοπο Insoumission.fr, το ηλεκτρονικό περιοδικό της Ανυπότακτης Γαλλίας, η συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας Εντουάρ Λουί στον Πιερ Ζουανιέ, όπου μίλησαν για τέχνη, λογοτεχνία, πολιτική και το πώς συνδέονται με τα λαϊκά στρώματα που τον απασχολούν στα έργα του. Η εφημερίδα «Η Εποχή» πρόσφατα δημοσίευσε αποσπάσματα από την πραγματικά εκτενή συνέντευξη στο γαλλικό ηλεκτρονικό περιοδικό.

***

Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι όλος ο κόσμος ονειρεύεται να εκφραστεί πολιτικά;

Οταν ήμουν μικρός και η μητέρα μου μιλούσε για πολιτική, έλεγε: «Κανείς δεν μιλά για μας», κάτι που σήμαινε πως ήθελε κάποιος να μιλήσει γι’ αυτή, εξ ονόματος της. Δεν έλεγε «θέλω να δραστηριοποιηθώ πολιτικά», αλλά «γιατί κανείς δεν στρατεύεται πολιτικά για μένα;». Κι αυτό που έλεγε, αντικατόπτριζε κατι συλλογικό.

Κατά τη γνώμη μου, αυτή η αντίληψη πως όλος ο κόσμος θα ήθελε να εκφραστεί πολιτικά, ανά πάσα στιγμή, προέρχεται από το ότι αυτοί που εκφράζουν άποψη σε ακαδημαïκό ή πολιτικό επίπεδο και που θέτουν ερωτήματα σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε ή όχι στην πολιτική, προέρχονται από μεγαλοαστικά στρώματα ή μεσαία στρώματα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Γι’ αυτές τις κοινωνικές τάξεις το να εκφράζονται αποτελεί πολιστισμικό στοιχείο της καθημερινότητας. Γράφουν διάφορα κείμενα, δημοσιεύουν άρθρα άποψης, κάνουν ψυχανάλυση, μιλάνε σχετικά με τον εαυτό τους και το λέω αυτό με ειρωνεία, αναφερόμενος σε μένα, καθως το έργο μου ειναι αυτοβιογραφικό. Η ιδέα ότι επιθυμούμε να μιλάμε διαρκώς, αρκετά συχνά, προέρχεται από την κουλτούρα των μικροαστών.

Αλλά θα έπρεπε να αναρωτηθούμε μήπως γενικεύουμε αδίκως, αυτήν την ιδιάζουσα συνθήκη μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης, οταν νομίζουμε ότι όλος ο κόσμος θελει να εκφράζεται συνεχώς και μετά χάνουμε πολύ χρόνο διερωτώμενοι «εάν μπορούμε να μιλάμε υπέρ κάποιων τρίτων». Αυτό το ερώτημα μου φαίνεται στενά συνδεδεμένο με τη συνήθη στάση των προνομιούχων. Και γνωρίζουμε ότι οι κυρίαρχοι χαρακτηρίζονται από μια έντονη τάση, ο Μπουρντιέ το απέδειξε, να θεωρούν «ότι η σχέση τους με τον κόσμο έχει καθολικό χαρακτήρα», «καθολικοποιούν το προσωπικό», όπως έλεγε. Πιστεύω ειλικρινά ότι αν έλεγα στη μητέρα μου πως αυτό που δυναμιτίζει την ακαδημαϊκή συζήτηση σήμερα είναι το εάν είμαστε σε θέση να μιλάμε εξ ονόματος άλλων, θα ξεσπούσε σε γέλια. Μου φαίνεται πολυ σημαντικό να αποκαταστήσουμε την ιδέα της εκπροσώπησης, της αντιπροσωπευτικότητας, ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί πολιτικά, ακριβώς γιατί έτσι θα είμαστε πολύ κοντά σε όσα συμβαίνουν σε επίπεδο κοινωνίας.

Αναφέρεσαι συχνά στο «να μιλάμε» αλλά μήπως θα έπρεπε να αρχίσουμε από το να ακούμε;

Σχετικά με το θέμα της εκπροσώπησης, πολλοί διατείνονται ότι εκπροσωπούν κάποιους, αλλά τελικά δεν υπερασπίζονται παρά μόνο τα συμφέροντά τους.

Επίσης, πολύ συχνά στην πολιτική, όσο πιο πολλοί και πιο πολλές διατείνονται ότι μιλάνε για αυτές τις κατηγορίες των αδυνάτων, τόσο περισσότερο αυτές γίνονται αόρατες. Μιλήσαμε για το ζήτημα αυτό στον διάλογό μας με τον Κεν Λόουτς που δημοσιεύτηκε. Πολυ συχνά, ακούμε να λενε ότι «κανείς δεν μιλάει για τους φτωχούς», κάτι που δεν είναι αλήθεια. Ενα μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής παραγωγής αναφέρεται στην καθημερινότητα των λαϊκών τάξεων. Πολλά βιβλία βασίστηκαν στην καθημερινότητα των λαϊκών στρωμάτων. Υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός βιβλίων και κινηματογραφικών έργων που αναφέρεται στις τάξεις αυτές. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο μιλάνε για τους ανθρώπους αυτούς, είναι τελείως στρεβλός και παραπέμπει σε παρωδία. Είναι ένας άλλος τρόπος να τους καταστήσουν αόρατους.

Γνωρίζουμε επίσης ότι στην πολιτική, γίνεται συχνά λόγος για τα λαϊκά στρώματα. Αλλά πολύ συχνά, όπως συμβαίνει και με τον Μακρόν, οι αναφορές γίνονται για να πουν ότι δεν προσπαθούν αρκετά, ότι δεν δουλεύουν αρκετά, ότι είναι «τεμπέληδες» κτλ. Ο χώρος της πολιτικής έχει εμμονή με τους φτωχούς αλλά αυτό γίνεται –αναφέρομαι στις συντηρητικές πολιτικές που κυριαρχούν– για να τους υβρίσει, να τους τσαλαπατήσει και επομένως να τους καταστήσει αόρατους. Διότι σε τι αποσκοπεί η προσβολή τους εάν δεν στοχεύει στην εξαφάνισή τους;

Επομένως, λιγότερο να μιλάμε και περισσότερο να ακούμε, σύμφωνα με τις μεθόδους της κοινωνιολογίας ή της καλής δημοσιογραφίας που δίνει φωνή στους αόρατους, όπως έπραξαν τα Κίτρινα Γιλέκα ή οι επαναστάτες του 1789, οι οποίοι δημιούργησαν τα «Τετράδια Προτάσεων και Παραπόνων», ώστε να αναδειχτεί τι βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι; Η αποχή που μαστίζει τη χώρα δεν δείχνει έντονα ότι οι άνθρωποι αισθάνονται πως δεν ακούγονται;

Ακριβώς. Η αποχή είναι μια ένδειξη της αποδόμησης του μύθου σύμφωνα με τον οποίον όλος ο κόσμος θα ήθελε να εκφραστεί πολιτικά. Οπως είπες πριν, αυτό μπορεί να γίνει μέσα από τα «Τετράδια προτάσεων και παραπόνων», αλλά και μέσα από τη λογοτεχνία επίσης. Γνωρίζω ανθρώπους που δραστηριοποιήθηκαν ενεργά στην πολιτική αφού πρώτα διάβασαν Ντιντιέ Εριμπόν και Ανί Ερνό.

Επομένως, να μην κατατάσσουμε σε ένα πλαίσιο τον συνομιλητή μας, σύμφωνα πάντα με τους πολιτισμικούς κώδικες του ατόμου που έχουμε μπροστά μας ακόμη κι αν το κάνουμε όλοι στη ζωή μας αλλά να προσπαθήσουμε να ακούσουμε και να υιοθετησουμε την απόσταση που κρατά ο κοινωνιολόγος ώστε να κατανοήσουμε την αιτία που αρθρώνεται ένας λόγος;

Οταν είχα εκδώσει το «Για να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ», η μητέρα μου με ρώτησε: «Γιατί λες ότι είμαστε φτωχοί;». Υπέφερε απο το γεγονός ότι μιλούσα για τη φτώχεια που είχαμε βιώσει. Ενιωθε ντροπή για τη φτώχεια της, δεν ήθελε να μιλάει γι’ αυτό. Αυτό σημαίνει ότι εάν η μητέρα μου έγραφε την αυτοβιογραφία της, δεν θα μιλούσε για τη φτώχεια της. Πολιτικά θα ήταν προβληματικό... Πώς μαχόμαστε άραγε πολιτικά όταν όσοι και όσες υποφέρουν ντρέπονται να υποφέρουν;

Εδώ έχουμε ένα άλλο πολύπλοκο θέμα. Γι’ αυτό θα πρέπει να δημιουργήσουμε έναν χώρο όπου οι άνθρωποι θα εκφράζονται με τον λόγο τους δίχως να ντρέπονται πια. Παρά τα όσα μπορούμε να καταλογίσουμε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, τις δεκαετίες του ’50 και του ‘60, όταν ήταν πολύ ισχυρό, αντιπροσώπευε το εξής: έναν ισχυρό χώρο αναστολής της ντροπής ή ακόμη κι έναν χώρο όπου εξέλειψε εντελώς τη ντροπή. Δεν ντρέπονταν να ανήκουν στην τάξη των αδύναμων, αντιθέτως κάνανε τους ισχυρούς να ντρέπονται για τη βιαιότητα και τον εγωισμό τους. H άρθρωση ενός αυτόνομου λόγου στον οποίο αναφερθήκαμε λίγο πιο πριν, σημαίνει τη δημιουργία ενός χώρου απ’ όπου εξαφανίστηκε η ντροπή.

Εκδόθηκε ο διάλογός σας με τον Κεν Λόουτς, έναν πραγματικό δεξιοτέχνη στο να παρουσιάζει τη σκληρότητα της εκμετάλλευσης, την καθημερινή δυστυχία των λαϊκών στρωμάτων. Τα βιβλία σου περιγράφουν με πειστικό τρόπο αυτήν την πραγματικότητα. Πώς να καταστήσουμε λοιπόν προσιτή, σε όσους και όσες δεν κληρονόμησαν κάποιο πολιτισμικό κεφάλαιο και κυρίως σ’ αυτούς που δεν αγαπάν το διάβασμα αυτήν την κουλτούρα που δείχνει την πραγματικοτητα της εκμετάλλευσης, τα δεινά του νεοφιλελευθερισμου που νιώθουν στο πετσί τους τα λαϊκά στρώματα; Η τέχνη και κυρίως η λογοτεχνία, είναι ικανές να αποτελέσουν το μέσο που θα ενδυναμώσει την ταξική συνείδηση, πώς θα μπορούσαν να γινουν προσιτές;

Πολύ συχνά στον καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό χώρο, αναρωτιόμαστε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε τα λαϊκά στρώματα να διαβάζουν, να πηγαίνουν θέατρο κτλ. Είναι δύσκολο ερώτημα, περίπλοκο. Οταν θέλουμε να γράψουμε για τα λαϊκά στρώματα, για τους ανίσχυρους γενικά, γράφουμε σαν να είμαστε σε κατάσταση πένθους. Η πλειοψηφία των ανθρώπων που με διαβάζει δεν ειναι αυτοί για τους οποίους γράφω, για τους οποίους αγωνίζομαι. Αυτό είναι κάτι σκληρό.

Συχνα προσπερνάμε αυτό το προβλημα με εύκολες ρήσεις του τύπου «πρέπει να αλλάξουμε τη λογοτεχνία» ή θέτοντας το ερώτημα αυτό ξανά και ξανά σα να πρόκειται να το ξορκίσουμε. Αλλα κοινωνιολογικά υπάρχει μια αντίφαση στο ερώτημα: τι να κάνουμε ώστε τα λαïκά στρώματα να έχουν πρόσβαση στην κουλτούρα;. Διότι τα λαϊκά στρώματα προσδιορίζονται ως λαϊκά κυρίως γιατί είναι αποκλεισμένα από την πρόσβαση στο πολιτισμικό κεφάλαιο, μεταξύ άλλων.

Από τη στιγμή που θα είχαν πρσβαση στο πολιτισμικό κεφάλαιο, δε θα ήταν εντελώς λαϊκά στρώματα, με τον κοινωνιολογική έννοια του όρου. Επομένως, δεν θα ήταν γι’ αυτά που θα μαχόμασταν αλλά για καποια άλλα που δεν έχουν πρόσβαση. Βλέπετε λοιπόν την αντίφαση;

Σε αυτήν την περίπτωση, θα μαχόμασταν για τους πιο προνομιούχους των λαϊκών στρωμάτων τους πιο ισχυρούς μεταξύ των αδυνάτων;

Αυτό θα συνέβαινε. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε το ζήτημα και ότι δεν χρειάζεται να δράσουμε ώστε να ξεριζώσουμε το πολιτισμικό κεφάλαιο από τους κυρίαρχους και ισχυρούς. Αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα που αναφέραμε, πώς δηλαδή να ενεργήσουμε προς όφελος αυτών που είναι αποκλεισμένοι από την πρόσβαση στην ανάγνωση, δεν είναι κοινωνιολογικά τοσο απλό, όπως θα θέλαμε να νομιζουμε. Εξάλλου θα είχαμε ήδη πετύχει αν ήταν τόσο εύκολο.

Aν αποδεχτούμε την αρχή ότι, κοινωνιολογικά, οι τάξεις προσδιορίζονται σύμφωνα με τον αποκλεισμό τους από το πολιτισμικό κεφάλαιο, τότε θα έπρεπε να παρέμβουμε με άλλους τρόπους, πέρα απο το πολιτισμικό κεφάλαιο οταν είμαστε συγγραφείς. Ισως θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του/της συγγραφέως: Nα έχουμε μια προσέγγιση πιο σφαιρική και να σκεφτούμε πως όταν γράφουμε πρέπει να διαδίδουμε αυτά που λέμε, σε διαφορετικούς χώρους: Οχι μόνο σε καλλιτεχνικούς χώρους αλλά και σε διαδηλώσεις, σε δημοσιογραφικά έντυπα, στα σχολεία, να προσχωρούμε σε πολιτικά κινήματα.

Κάποιος/α συγγραφέας που δηλώνει ότι γράφει για τα λαϊκά στρώματα και επομένως, παλεύει γι’ αυτά, αλλά που δεν θα στρατευόταν ποτέ στον αγώνα τους εκτός των βιβλίων του/της, θα ήταν ψεύτης/τρα από τη στιγμή που θα έγραφε πως μάχεται για τους αδύναμους, καθώς επίσης όταν δεν αναλογίζεται τις συνθήκες πρόσβασης στη λογοτεχνία καθώς και τις αιτίες τής μη πρόσβασης σ’αυτή. Εάν θέλουμε, για παράδειγμα, περισσότερος κόσμος να έχει πρόσβαση στη λογοτεχνία, πρέπει να δουλέψουμε περισσότερο πάνω σ’ αυτό. Υπό αυτή την προϋπόθεση ίσως αλλάξει κάτι.

Υποθέτω ότι στους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους υπάρχει ενα είδος «μεταξύ μας». Απέναντι στην άνοδο της Ακροδεξιάς, όταν δεχόμασταν απειλές θανάτου, όταν απειλήθηκαν ζωές δημοσιογράφων, αναρωτήθηκα: Πού ειναι οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες; Μιλούσαμε για την επαναφορά του πραγματικού στον χώρο της πολιτικής, μήπως υπάρχει ένα είδος αποσύνδεσης με την πραγματικότητα στον χώρο των καλλιτεχνών;

Δε μ’ αρέσει πολύ ο όρος «μεταξύ μας», διότι μου φαίνεται απροσδιόριστος. Πρόκειται περισσότερο για ψυχικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς, που εκ των πραγμάτων έχουν την τάση να εγκλωβίζουν τον λογοτεχνικό κόσμο στον εαυτό του. Υπάρχει μια ιδέα ριζωμένη στους χώρους της διανόησης πως το να εκφραζόμαστε στα μίντια δεν δείχνει σοβαρότητα, σε επίπεδο διανόησης. Επικρατεί, βασικά, η σκέψη πως οι διάφορες ιδέες χάνουν την αξία τους αν διαδίδονται έξω από έναν στενό κύκλο. Αντίθετα, θα έπρεπε να διαχωρίζουμε αυτούς που πάνε παντού για να μιλήσουν σχετικά με όλα τα θέματα, και που σ’ αυτές τις περιπτώσεις αποτελούν εργαλεία του συστήματος, από όσους εκφέρουν άποψη αλλά επιλέγουν το πού θα μιλήσουν και τη στιγμή της παρέμβασής τους, δίχως να απαρνούνται να παρέμβουν στα μίντια.

Δεν συμφωνώ επισης με αυτούς που λένε ότι δεν υπάρχουν αριστεροί διανοούμενοι σήμερα. Ειναι κατά τη γνωμη μου, ένα αλλο σύμπτωμα της κυριαρχίας της Δεξιάς στον χώρο των ιδεών. Αυτή η σκέψη μάς καθιστά τυφλούς μπροστά σε ό,τι συμβαίνει στην καθημερινότητα. Επικεντρωνόμαστε στη Δεξιά, ασκούμε κριτική στις παρεμβασεις της Ακροδεξιάς στον δημόσιο χώρο, και δεν παρατηρούμε ότι υπάρχουν στον χώρο της Αριστεράς αξιόλογες φωνές. Υπάρχει μια ασυνείδητη ιεράρχηση για το τι ειναι πολύ ή λιγότερο σημαντικό.

Θυμάμαι μια μέρα στο πλαίσιο ενός λογοτεχνικού φεστιβάλ στη Γερμανία όπου παραβρέθηκα, ο Ουελμπέκ μίλησε σε μια γεμάτη αίθουσα χιλίων ατόμων. Δεν ήμουν στην αίθουσα, βεβαίως, αλλα είδα φωτογραφίες. Την ίδια κιόλας μέρα, ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού Τύπου μιλούσε «για τη λάμψη του Ουελμπέκ στη Γερμανία και στο εξωτερικό.». Την επόμενη μέρα, ο Ντιντιέ Εριμπόν μιλούσε κι αυτός μπροοστά σε 1.000 άτομα, στην ίδια αίθουσα, το ίδιο γεμάτη και κανείς δεν τον συνέδεσε με τη Γαλλία, δεν διαβάσαμε για «τη λάμψη του Εριμπόν στο εξωτερικό». Γιατι αυτό; Ο ένας είναι της άκρας Δεξιάς, ο άλλος της Αριστεράς. Η γοητεία της ακροδεξιάς συνίσταται στο γεγονός ότι δεν μπορούμε να δούμε παρα μόνο αυτήν. Είναι παράξενο. Λέμε ότι «οι διανοούμενοι της Αριστεράς εξαφανίστηκαν», όμως αυτό είναι λάθος.

Δεν πιστευω ότι υπάρχει οπισθοχώρηση των καλλιτεχνών και διανοούμενων στην Αριστερά. Πιστεύω ότι είμαστε σημερα σε μια περίοδο επανάκτησης στο πεδίο των ιδεών. Υπάρχουν πολλοί και πολλές, όπως η Κατρίν Κορσινί, ο Λοράν Καντέ, ο Ασίλ Μπεμπέ, ο Ζοφρουά ντε Λαγκανερί, ο Ντιντιέ Εριμπόν, η Ανί Ερνό, ο Φρεντερίκ Λορντόν και διάφοροι άλλοι. Υπήρξαν, τη δεκαετία του ’90, καποια διαστήματα πνευματικής ξηρασίας, μετά τον θάνατο της Μαργκερίτ Ντιράς, ή αργότερα, μετά τον θάνατο του Πιερ Μπουρντιέ το 2002. Υπήρξαν περίοδοι που απαξιώθηκε η στράτευση των καλλιτεχνών και διανοούμενων ή υπήρχε η τάση να παρουσιάζεται στο προσκήνιο η αυτομυθοπλασια των παριζιάνων μικροαστών που αφηγούνταν τα διαζύγιά τους και την ψυχανάλυσή τους, όμως κάτι αλλάζει αυτόν τον καιρό.

Πώς επανεισάγουμε την κοινωνική πραγματικότητα στην πολιτική;

Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Προσωπικά, οι δυο τελευταίες ταινίες του Φρανσουά Ρουφέν, «Debout les femmes» (Ορθιες οι γυναίκες) και «Je veux du soleil» (Θέλω ήλιο) αποτέλεσαν γενναίες κινήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση. Για την επαναφορά στην πραγματικότητα. Ηταν σημαντικές κινήσεις της Αριστεράς τις οποίες χρειαζόμαστε. Υπάρχουν καθαρίστριες που λένε «πονάω στην πλάτη», Κίτρινα Γιλέκα που λένε «θέλω να δω τον ήλιο». Ο Φρανσουά Ρουφέν ενσαρκώνει αυτήν την πολλαπλή ηθική που περιλαμβάνει τη δράση: Γράφει βιβλία, ειναι παρών στη Βουλή, είναι στον δρόμο, κάνει ταινίες με τον Ζιλ Περέ, είναι ένας τρόπος να κατακτάς μεσω του αγώνα όσο περισσότερο χώρο γίνεται.

Τι πιστεύεις για το Κοινοβούλιο της Λαïκης Ενότητας; Το κοινοβούλιο της προεκλογικής της εκστρατείας με την Ανί Ερνό, καλλιτέχνες, συνδικαλιστές, μέλη κινημάτων, διανοούμενους, πολιτικούς, που πραγματοποιούν περιοδεία σε όλη τη Γαλλία; Στρατεύτηκαν με τη Λαïκή Ενότητα με σκοπό να συνδράμουν τον Ζαν Λικ Μελονσόν, τον μοναδικό υποψήφιο της Αριστεράς που μπορεί να περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του Απρίλη.

Πιστεύω ότι πράγματι ο Ζαν Λικ Μελανσόν εκφράζει την πιθανότητα να ξεφύγουμε από την άνοδο της Δεξιάς και ακροδεξιάς που περιέγραψα πριν λίγο. Ο Μελανσόν είναι ο υποψήφιος που επανέφερε την πραγματική ζωή στην πολιτική της Αριστεράς, καθως μίλησε για οικολογία, ρατσισμό, τις επαχθείς εργασιακές συνθήκες, την εκμετάλλευση, την κουρασης και γι’ αυτό τον στηρίζω και θα ψηφίσω υπέρ του, όπως έκανα και στις προηγούμενες εκλογές. Βρίσκω παράξενο να μου λένε «δεν θα ψηφίσω τον Ζαν Λικ Μελανσόν γιατί δεν είμαι σύμφωνος με όσα λέει». Ομως θα μπορούσαμε να συζητήσουμε πολύ περισσότερο για τις διαφωνίες μας μαζί του εάν η Ανυπότακτη Γαλλία κέρδιζε. Με τον Μακρόν, στην προκειμένη περίπτωση, καμιά συζήτηση δεν είναι δυνατή. Το να ψηφίζουμε για εναν υποψήφιο, σημαίνει να ψηφίζουμε για εναν χώρο συζήτησης και αντίλογου τον οποιο ενσαρκώνει ή όχι, αυτός ο υποψήφιος. Επίσης, όπως το λέτε, η Ανυπότακτη Γαλλία ειναι επισης η Ντανιέλ Ομπονό, ο Φρανσουά Ρουφέν, η Ορελί Τρουβέ, η Ανί Ερνό, ενας ολόκληρος χώρος, μια συλλογικότητα με ευαισθησίες με διαφορετική οπτική των πραγμάτων και σ’ αυτόν ακριβώς τον χώρο, πιστεύω πως μπορούμε να εκφράσουμε τις διαφωνίες μας.

Η πολιτική, είναι όπως όταν ερωτεύεσαι, δεν σου αρέσουν απαραίτητα όλες οι πλευρές και όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά του προσώπου που έχεις απέναντί σου. Υπάρχουν κάποια πράγματα που εκτιμάμε λιγότερο, αλλά είναι ένας άλλος κόσμος και μια άλλη ευαισθησία που μας αρέσει, κάποιες άλλες δυνατότητες που έχει. Πρέπει να αναρωτηθούμε γι’ αυτές τις δυνατότητες και τι εκφράζουν. Και, τέλος, υπάρχει για πρώτη φορά μια πραγματικη ευκαιρία για την Αριστερά να είναι παρούσα στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών μετά από δεκαετίες, δεν βλέπω τον λόγο να προσπεράσουμε αυτήν την ευκαιρία.

Μετάφραση: Στέφανος Γραβάνης

Στην Ελλάδα τα βιβλία του Εντουάρ Λουί κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αντίποδες.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)