to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

15:00 | 21.02.2017

Πολιτική

Δ. Τζανακόπουλος: Η συμφωνία του Eurogroup συνιστά το πλέον καθοριστικό βήμα για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης (βίντεο)

«Η συμφωνία του χθεσινού Eurogroup συνιστά το πλέον αποφασιστικό βήμα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης», τόνισε ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.


Υπογράμμισε ότι το βασικό μήνυμα έχει δοθεί με την χτεσινή εξέλιξη και αυτό είναι «η επαναφορά της σταθερότητας, το οριστικό τέλος των κινδυνολογικών και καταστροφολογικών σεναρίων και η εμπέδωση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία».

Κατηγόρησε τη ΝΔ ότι επιμένει στον «καταστροφολογικό παροξυσμό» της. Σημείωσε ότι κυβερνητικός στόχος παραμένει μία συνολική συμφωνία, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση αναμένει από το γερμανικό ΥΠΟΙΚ να υιοθετήσει μια εποικοδομητική στάση ώστε να καταστεί εφικτή μια συμφωνία για τη μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. 

Ειδικότερα, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση ο κ. Τζανακόπουλος επισήμανε ότι στο πλαίσιο της καταρχήν συμφωνίας που επιτεύχθηκε χτες ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους επικεφαλής των θεσμών, προσδιορίστηκαν οι βασικές αρχές που θα διέπουν την τεχνική συμφωνία που θα επέλθει μετά τη διαπραγμάτευση σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα και θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

 

Συγκεκριμένα, ο κ. Τζανακόπουλος τόνισε ότι από τη χτεσινή συμφωνία προκύπτουν τα εξής: 

- Επιστρέφουν τα τεχνικά κλιμάκια στην Αθήνα αμέσως μετά την Καθαρά Δευτέρα για να ολοκληρωθεί η τεχνική συμφωνία (SLA) το ταχύτερο δυνατόν. 

- Η θέση της κυβέρνησης για «ούτε ένα ευρώ επιπλέον λιτότητα» έγινε σεβαστή και αποδεκτή από όλους. Εξήγησε ότι η νομοθέτηση μεταρρυθμίσεων που θα εφαρμοστούν από 1/1/2019 γίνονται υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα έχουν μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο. «Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι για κάθε ένα ευρώ επιβάρυνσης θα υπάρχει ένα ευρώ ελάφρυνσης», σημείωσε. 

- Δεν είναι πλέον στην ατζέντα της συζήτησης η απαίτηση για 4,5 δισεκατομμύρια επιπλέον μέτρα το 2019. 

- Διαμορφώνεται η δυνατότητα επιστροφής της εργασιακής κανονικότητας με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων πριν το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, στη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. 

Ασκώντας έντονη κριτική στη ΝΔ, είπε ότι «η στάση της δεν φαίνεται να επηρεάζεται από αυτές τις θετικές εξελίξεις», καθώς, όπως ανέφερε, «όχι μόνο δεν χαιρέτισε τη χθεσινή συμφωνία, αλλά επιμένει σε μια παράδοξη γραμμή αμφισβήτησης των γεγονότων και της ίδιας της πραγματικότητας». «Αρνείται με πείσμα ότι χθες υπήρξε επί της αρχής συμφωνία», συνέχισε και την κατηγόρησε πως όπως και κατά την περίοδο της α΄ αξιολόγησης, έτσι και σήμερα συνεχίζει να επενδύει στην αποτυχία. «Όσο το καταστροφολογικό σενάριο της θα διαψεύδεται, τόσο θα αυξάνεται η πολιτική της αμηχανία και θα γίνεται εμφανές το στρατηγικό της αδιέξοδο», υπογράμμισε. 

Ο κ. Τζανακόπουλος σχολίασε ότι «θα ήταν καλύτερο για τη ΝΔ και τον κ. Μητσοτάκη να αφήσουν τον καταστροφολογικό παροξυσμό τους και να στηρίξουν την μεγάλη προσπάθεια που καταβάλει η κυβέρνηση ώστε να υπάρξει και οριστική τεχνική συμφωνία χωρίς επιβαρύνσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά». «Μια τέτοια στάση», είπε, «θα ήταν περισσότερο θετική και για την ελληνική οικονομία και την ίδια τη ΝΔ, καθώς είναι η μοναδική πολιτική επιλογή που δεν θα την οδηγήσει για άλλη μια φορά στη διάψευση». 

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επισήμανε ότι η χτεσινή συμφωνία επιτεύχθηκε επειδή όλες οι πλευρές έκαναν βήματα ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές που αφορούσαν στις δημοσιονομικές προβλέψεις για τη μετά τη λήξη του προγράμματος περίοδο. Τόνισε ότι τώρα όμως εισερχόμαστε σε μια εξίσου κρίσιμη φάση της διαπραγμάτευσης, αυτή για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και για τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων. Σε αυτό πλαίσιο σημείωσε ότι μετά τη χθεσινή πρόοδο, με υποχωρήσεις από όλες τις πλευρές, «τώρα είναι η ώρα και για τη Γερμανία να βαδίσει στον δρόμο του ρεαλισμού». «Αναμένουμε», τόνισε, «και από το γερμανικό ΥΠΟΙΚ να κάνει πίσω από την παράλογη απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για μια δεκαετία και να υιοθετήσει μια εποικοδομητική στάση ώστε να καταστεί εφικτή μια συμφωνία για τη μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους». 

Επισήμανε ότι εξάλλου αυτός είναι και ο τρόπος για την οριστική εμπέδωση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία που θα ανοίξει και τον δρόμο για την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. 

Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος υπογράμμισε ότι «στόχος της κυβέρνησης παραμένει μία συνολική συμφωνία που θα δώσει την απαραίτητη ώθηση στην ελληνική οικονομία ώστε η Ελλάδα να βγει από τον κύκλο των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, να επιστρέψει σταδιακά στις αγορές χρήματος και να αποκτήσει τη δυνατότητα με τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018 να αναχρηματοδοτεί το χρέος της χωρίς δανεισμό από τον επίσημο τομέα».

«Είμαστε σε παρά πολύ καλό δρόμο» για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων υπογράμμισε ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, απαντώντας στις ερωτήσεις των πολιτικών συντακτών, ενώ επανέλαβε, πολλές φορές, ότι μέτρα και αντίμετρα θα ισχύσουν από 1ης Ιανουαρίου του 2019. Απένειμε τα εύσημα στον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο και τη διαπραγματευτική ομάδα και εξαπέλυσε επίθεση κατά της Νέας Δημοκρατίας για την «επένδυσή» της σε καταστροφολογικά σενάρια.

      Εν πρώτοις, παρουσίασε τη χρονοσειρά των πραγμάτων όσον αφορά τη διαπραγμάτευση: ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, συμφωνία επί των πρωτογενών πλεονασμάτων και ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

      Για τις συναντήσεις Μέρκελ-Λαγκάρντ-Γιουνκέρ

      Για τα συγκεκριμένα ραντεβού ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε: «Όπως η ελληνική πλευρά έκανε υποχωρήσεις στο μίγμα δημοσιονομικής πολιτικής και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έκανε βήματα υποχώρησης σε σχέση με τον υπολογισμό του δημοσιονομικού κενού, έτσι αναμένουμε από την πλευρά της γερμανικής κυβέρνησης να υποχωρήσει από την απαίτησή της για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για μια δεκαετία, έτσι ώστε να βρεθεί κοινό έδαφος για συνολική συμφωνία.

      «Επιτυχία του Ευκλ. Τσακαλώτου και της διαπραγματευτικής ομάδας»

      Όμως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δέχθηκε ερώτημα αν υπάρχει κάποιο θέμα με τον υπουργό Ευκλείδη Τσακαλώτο, επειδή δεν έκανε κάποια δήλωση μετά το πέρας του Eurogroup. Και ο Δ. Τζανακόπουλος απάντησε: «Το θέμα που υπάρχει με τον κ. Τσακαλώτο είναι ότι πρέπει να του αποδώσουμε τα εύσημα για τη μεγάλη διαπραγματευτική επιτυχία. Μια επιτυχία του ιδίου αλλά και του συνόλου της διαπραγματευτικής ομάδας».

      Πότε θα ισχύσουν μέτρα και αντίμετρα

      Για το συγκεκριμένο θέμα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ρωτήθηκε πολλές φορές απαντώντας συνεχώς, «τόσο τα μέτρα όσο και τα αντίμετρα θα ισχύουν από 1ης Ιανουαρίου 2019. Αν δεν πετύχουμε τους στόχους μας για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018, τότε με κάποιο τρόπο θα πρέπει να συμπληρωθεί το κενό που έχει δημιουργηθεί, στο σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής. Έχω την απόλυτη βεβαιότητα, όπως και το οικονομικό επιτελείο, ότι με βάση τη σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας, την αναπτυξιακή της πορεία και την υπεραπόδοση εσόδων δεν υπάρχει θέμα μη επίτευξης των στόχων».

      Σε άλλο σημείο, κληθείς να σχολιάσει σχετικές δηλώσεις του προέδρου του Eurogroup, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι «ο κ. Ντάισελμπλουμ είπε το αυτονόητο, ότι δηλαδή μπορούν να προχωρούν οι χώρες της ΕΕ σε δημοσιονομικές ελαφρύνσεις αν και στο βαθμό που τηρούν τους κανόνες της Ευρωζώνης και στην περίπτωση της Ελλάδας αν και στο βαθμό που καταφέρνει να επιτύχει τους στόχους της δημοσιονομικής προσαρμογής».

      «Δεν υπάρχουν μέτρα υπό αίρεση»

      Σε κάθε περίπτωση -και αυτή ήταν η επωδός των δηλώσεων του κ. Τζανακόπουλου- «η ελληνική έννομη τάξη δεν επιτρέπει τη νομοθέτηση μέτρων υπό αίρεση, είτε αυτά είναι επιβαρυντικά μέτρα είτε ελαφρυντικά για τα νοικοκυριά. Αντιθέτως είναι πάγια κοινοβουλευτική πρακτική νόμος με μεταγενέστερη ημερομηνία έναρξης... Για κάθε ευρώ ψηφισμένης επιβάρυνσης στα ελληνικά νοικοκυριά θα υπάρχει και ένα αντίστοιχο μέτρο που θα ελαφρύνει και θα ψηφιστεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο». Επιπλέον, διευκρίνισε πως η συζήτηση για τον δημοσιονομικό διορθωτή δεν βρίσκεται πια στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

      Η «μάχη» για τα πρωτογενή πλεονάσματα

      Απαντώντας σε άλλη ερώτηση είπε πως «δεν χρειάζεται υπεραπόδοση για να εφαρμοστούν τα αντίμετρα. Αυτά συνυπολογίζονται στο βασικό σενάριο. Τα πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% είναι υψηλά για το λόγο αυτό η ελληνική κυβέρνηση δίνει μια πολύ μεγάλη μάχη ώστε να μειωθούν για το μεσοπρόθεσμο διάστημα. Για μία χρονιά είναι δυνατόν το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% -παρότι εξαιρετικά υψηλό για την κυβέρνηση -γι' αυτό και δίνουμε μάχη για τη μείωσή του. Θεωρούμε παράλογη τη γερμανική απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για δέκα χρόνια».

      Ο στόχος της κυβέρνησης και η αποτίμηση του Eurogroup

      Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι «να υπάρξει συνολική συμφωνία που θα επιλύει όλα τα προβλήματα και θα ανοίγει το δρόμο για ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης», δήλωσε ο Δ. Τζανακόπουλος, που προσέθεσε: «Έχω την εκτίμηση ότι κανείς στην Ευρώπη, και πολύ περισσότερο η Γερμανία, δεν επιθυμεί κωλυσιεργία ή ένα σταμάτημα της διαπραγμάτευσης για την ολοκλήρωση της β' αξιολόγησης... (αλλά) τεχνητά χρονοδιαγράμματα δεν πρόκειται να βάλουμε».

      Εν τέλει, από τη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup αλλά και όσα προηγήθηκαν «έχει προκύψει βούληση από όλες τις πλευρές να βρεθεί το συντομότερο δυνατόν λύση που θα δίνει τέλος σε όλα όσα προηγήθηκαν. Είμαστε σε πάρα πολύ καλό δρόμο για την οριστική ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη αξιολόγηση», είναι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης.

      «Η αντιπολίτευση να ψηφίσει τη συμφωνία»

      «Αφού δεν υφίσταται πλέον στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης η απαίτηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον λιτότητα, περιμένουμε από το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης να στηρίξουν τη συμφωνία αυτή και με την ψήφο τους», τους πρότεινε ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, διευκρινίζοντας όμως ότι «οι (κοινοβουλευτικές) πλειοψηφίες που ισχύουν είναι κατά το Σύνταγμα οριζόμενες, δεν ζητάμε ούτε 180 ούτε 200 (ψήφους)».

      «Η αντιπολίτευση πόνταρε στην κατάρρευση των διαπραγματεύσεων»

      Ερωτηθείς για τη στάση της ΝΔ υποστήριξε ότι «επιμένει ακόμη και τώρα να αμφισβητεί την πραγματικότητα», για να συμπληρώσει: «Η αντιπολίτευση επενδύει εδώ και πάρα πολύ καιρό στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, την αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης, που θα είναι και αποτυχία της χώρας. Κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης ξεκίνησε να ποντάρει σε μια κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, να ζητάει εκλογές, τελικά όμως, ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες της πρώτης αξιολόγησης και σιώπησε για ένα μικρό διάστημα. Στη συνέχεια επανέφερε τα καταστροφολογικά σενάρια, την κινδυνολογία και το προηγούμενο διάστημα είχε επανέλθει με μια ρητορική και επιχειρηματολογία που ήταν το λιγότερο παράδοξη».

      «Να αφήσουμε απερίσπαστη τη Δικαιοσύνη»

      Το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής για τη δανειοδότηση κομμάτων και μέσων μαζικής ενημέρωσης κατέληξε σε σειρά συμπερασμάτων «που αποτελούν ενδείξεις για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Ευθύνη της Βουλής και της κυβέρνησης ήταν να διαβιβάσει το εν λόγω πόρισμα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου προκειμένου να πράξει τα δέοντα. Οι εξελίξεις αφορούν τη Δικαιοσύνη. Ποτέ δεν πρόκειται να παρέμβουμε στο ανεξάρτητο έργο της και όλοι μας, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, κοινοβουλευτικές ομάδες, πρέπει να αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να δουλέψει απερίσπαστα, έτσι ώστε στο τέλος να αποδοθούν οι ευθύνες εκεί όπου πρέπει να αποδοθούν».

      Για την ανεργία

      Ερωτηθείς για την αύξηση της ανεργίας το μήνα Ιανουάριο (στοιχεία «Εργάνη»), ο υπουργός Επικρατείας Δ. Τζανακόπουλος έδωσε την εξής απάντηση: «Από το 2000 ως το 2016 η πορεία των θέσεων εργασίας τον Ιανουάριο ήταν αρνητική πάντοτε, με εξαίρεση το 2014. Το συνολικό ισοζύγιο των θέσεων εργασίας για το 2016 ήταν όχι μόνο θετικό, αλλά πολύ περισσότερο θετικό από ό,τι αναμενόταν. Η ανεργία καταγράφεται κοντά στο 23%, ενώ όταν ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση στις 25 Ιανουαρίου 2015, η ανεργία καταγραφόταν στο 27%. Δηλαδή υπήρξε μείωση κατά 4% στα δύο χρόνια της παρούσας κυβέρνησης. Με αυτήν την έννοια δεν θεωρούμε ότι είναι ανησυχητικό, είναι ένα εποχικό σύμπτωμα, το οποίο θα διορθωθεί και θα φανεί η διόρθωση στο ισοζύγιο του Φεβρουαρίου του 2017».

 

Ολόκληρη η εισαγωγική τοποθέτηση του Δημήτρη Τζανακόπουλου:

Κυρίες και Κύριοι,

Η χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup κατέληξε σε μια καταρχήν συμφωνία ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους επικεφαλής των θεσμών.

Στο πλαίσιο αυτό προσδιορίστηκαν οι βασικές αρχές που θα διέπουν την τεχνική συμφωνία που θα επέλθει μετά τη διαπραγμάτευση σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα και θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Από τη χθεσινή συμφωνία προκύπτουν τα εξής:

Πρώτον: επιστρέφουν τα τεχνικά κλιμάκια στην Αθήνα αμέσως μετά την Καθαρά Δευτέρα, για να ολοκληρωθεί η τεχνική συμφωνία το ταχύτερο δυνατόν.

Δεύτερον: Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης για ούτε ένα ευρώ επιπλέον λιτότητα, έγινε σεβαστή και αποδεκτή από όλους.

Η νομοθέτηση μεταρρυθμίσεων που θα εφαρμοστούν από 1.1.2019, γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα έχουν μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο. Αυτό πρακτικά

σημαίνει ότι για κάθε ευρώ επιβάρυνσης θα υπάρχει και ένα ευρώ ελάφρυνσης.

Τρίτον: Δεν είναι πλέον στην ατζέντα της συζήτησης η απαίτηση για 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον μέτρα το 2019.

Τέταρτον: Διαμορφώνεται η δυνατότητα επιστροφής της εργασιακής κανονικότητας, με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, πριν το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, στη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

Η συμφωνία του χθεσινού Eurogroup συνιστά το πλέον αποφασιστικό βήμα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Το βασικό μήνυμα έχει δοθεί και είναι η επαναφορά της σταθερότητας, το οριστικό τέλος των κινδυνολογικών και καταστροφικών σεναρίων και η εμπέδωση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία.


 

Ωστόσο, η στάση της ΝΔ δεν φαίνεται να επηρεάζεται από αυτές τις θετικές εξελίξεις.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, όχι μόνο δεν χαιρέτισε την χθεσινή συμφωνία αλλά επιμένει σε μια παράδοξη γραμμή αμφισβήτησης των γεγονότων, σε μια παράδοξη γραμμή αμφισβήτησης της ίδιας της πραγματικότητας.

Αρνείται με πείσμα ότι χθες υπήρξε επί της αρχής συμφωνία μεταξύ των θεσμών και της ελληνικής κυβέρνησης και όπως κατά την περίοδο της α΄ αξιολόγησης έτσι και σήμερα συνεχίζει να επενδύει στην αποτυχία.

Είναι κατανοητό ότι όσο το καταστροφολογικό σενάριο της θα διαψεύδεται, τόσο θα αυξάνεται η πολιτική της αμηχανία και θα γίνεται εμφανές το στρατηγικό της αδιέξοδο.

Θα ήταν όμως πιθανά καλύτερο για την αξιωματική αντιπολίτευση αλλά και για τον κύριο Μητσοτάκη, να αφήσουν την κινδυνολογία και τον καταστροφολογικό παροξυσμό τους και να στηρίξουν όσο είναι καιρός  την μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση, ώστε πολύ σύντομα να υπάρξει και οριστική τεχνική συμφωνία χωρίς επιβαρύνσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Μια τέτοια στάση θα ήταν περισσότερο θετική και για την ελληνική οικονομία αλλά και για την ίδια την ΝΔ, καθώς είναι η μοναδική πολιτική επιλογή που δεν θα την οδηγήσει για άλλη μια φορά στη διάψευση. 

Κυρίες και Κύριοι,

Η χθεσινή συμφωνία επετεύχθη επειδή τόσο η ελληνική πλευρά και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί όσο και το ΔΝΤ, έκαναν βήματα ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές οι οποίες αφορούσαν τις δημοσιονομικές προβλέψεις για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος.

Τώρα όμως, εισερχόμαστε σε μια εξίσου κρίσιμη φάση της διαπραγμάτευσης. Εκείνη που σχετίζεται με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Είναι προφανές ότι μετά την πρόοδο που επετεύχθη στο χτεσινό Eurogroup, με υποχωρήσεις από όλες τις πλευρές, είναι τώρα η ώρα και για τη Γερμανία να βαδίσει στο δρόμο του ρεαλισμού.

Αναμένουμε επομένως και από το Γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών, να κάνει πίσω από την παράλογη απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για μια δεκαετία και να υιοθετήσει μια εποικοδομητική στάση ώστε να καταστεί εφικτή, μια συμφωνία για την μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Αυτός εξάλλου είναι και ο τρόπος για την οριστική εμπέδωση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία που θα ανοίξει και το δρόμο για την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης παραμένει μία συνολική συμφωνία, η οποία θα δώσει την απαραίτητη ώθηση στην ελληνική οικονομία έτσι ώστε η Ελλάδα να βγει από τον κύκλο των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, να επιστρέψει σταδιακά στις αγορές χρήματος και να αποκτήσει τη δυνατότητα με τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, να αναχρηματοδοτεί το χρέος της χωρίς δανεισμό από τον επίσημο τομέα.


 

Η ενημέρωση των πολιτικών συντακτών και των ανταποκριτών ξένου Τύπου από τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Δημήτρη Τζανακόπουλο

Κυρίες και Κύριοι,

Η χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup κατέληξε σε μια καταρχήν συμφωνία ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους επικεφαλής των θεσμών.

Στο πλαίσιο αυτό προσδιορίστηκαν οι βασικές αρχές που θα διέπουν την τεχνική συμφωνία που θα επέλθει μετά τη διαπραγμάτευση σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα και θα οδηγήσει στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Από τη χθεσινή συμφωνία προκύπτουν τα εξής:

Πρώτον: επιστρέφουν τα τεχνικά κλιμάκια στην Αθήνα αμέσως μετά την Καθαρά Δευτέρα, για να ολοκληρωθεί η τεχνική συμφωνία το ταχύτερο δυνατόν.

Δεύτερον: Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης για ούτε ένα ευρώ επιπλέον λιτότητα, έγινε σεβαστή και αποδεκτή από όλους.

Η νομοθέτηση μεταρρυθμίσεων που θα εφαρμοστούν από 1.1.2019, γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα έχουν μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο. Αυτό πρακτικά

σημαίνει ότι για κάθε ευρώ επιβάρυνσης θα υπάρχει και ένα ευρώ ελάφρυνσης.

Τρίτον: Δεν είναι πλέον στην ατζέντα της συζήτησης η απαίτηση για 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ επιπλέον μέτρα το 2019.

Τέταρτον: Διαμορφώνεται η δυνατότητα επιστροφής της εργασιακής κανονικότητας, με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, πριν το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, στη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

Η συμφωνία του χθεσινού Eurogroup συνιστά το πλέον αποφασιστικό βήμα για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Το βασικό μήνυμα έχει δοθεί και είναι η επαναφορά της σταθερότητας, το οριστικό τέλος των κινδυνολογικών και καταστροφικών σεναρίων και η εμπέδωση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία.


 

Ωστόσο, η στάση της ΝΔ δεν φαίνεται να επηρεάζεται από αυτές τις θετικές εξελίξεις.

Η αξιωματική αντιπολίτευση, όχι μόνο δεν χαιρέτισε την χθεσινή συμφωνία αλλά επιμένει σε μια παράδοξη γραμμή αμφισβήτησης των γεγονότων, σε μια παράδοξη γραμμή αμφισβήτησης της ίδιας της πραγματικότητας.

Αρνείται με πείσμα ότι χθες υπήρξε επί της αρχής συμφωνία μεταξύ των θεσμών και της ελληνικής κυβέρνησης και όπως κατά την περίοδο της α΄ αξιολόγησης έτσι και σήμερα συνεχίζει να επενδύει στην αποτυχία.

Είναι κατανοητό ότι όσο το καταστροφολογικό σενάριο της θα διαψεύδεται, τόσο θα αυξάνεται η πολιτική της αμηχανία και θα γίνεται εμφανές το στρατηγικό της αδιέξοδο.

Θα ήταν όμως πιθανά καλύτερο για την αξιωματική αντιπολίτευση αλλά και για τον κύριο Μητσοτάκη, να αφήσουν την κινδυνολογία και τον καταστροφολογικό παροξυσμό τους και να στηρίξουν όσο είναι καιρός  την μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλει η ελληνική κυβέρνηση, ώστε πολύ σύντομα να υπάρξει και οριστική τεχνική συμφωνία χωρίς επιβαρύνσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Μια τέτοια στάση θα ήταν περισσότερο θετική και για την ελληνική οικονομία αλλά και για την ίδια την ΝΔ, καθώς είναι η μοναδική πολιτική επιλογή που δεν θα την οδηγήσει για άλλη μια φορά στη διάψευση. 


 

Κυρίες και Κύριοι,

Η χθεσινή συμφωνία επετεύχθη επειδή τόσο η ελληνική πλευρά και οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί όσο και το ΔΝΤ, έκαναν βήματα ώστε να γεφυρωθούν οι διαφορές οι οποίες αφορούσαν τις δημοσιονομικές προβλέψεις για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος.


 

Τώρα όμως, εισερχόμαστε σε μια εξίσου κρίσιμη φάση της διαπραγμάτευσης. Εκείνη που σχετίζεται με τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τον προσδιορισμό των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Είναι προφανές ότι μετά την πρόοδο που επετεύχθη στο χτεσινό Eurogroup, με υποχωρήσεις από όλες τις πλευρές, είναι τώρα η ώρα και για τη Γερμανία να βαδίσει στο δρόμο του ρεαλισμού.

Αναμένουμε επομένως και από το Γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών, να κάνει πίσω από την παράλογη απαίτηση για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% για μια δεκαετία και να υιοθετήσει μια εποικοδομητική στάση ώστε να καταστεί εφικτή, μια συμφωνία για την μεσοπρόθεσμη ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Αυτός εξάλλου είναι και ο τρόπος για την οριστική εμπέδωση της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία που θα ανοίξει και το δρόμο για την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης παραμένει μία συνολική συμφωνία, η οποία θα δώσει την απαραίτητη ώθηση στην ελληνική οικονομία έτσι ώστε η Ελλάδα να βγει από τον κύκλο των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, να επιστρέψει σταδιακά στις αγορές χρήματος και να αποκτήσει τη δυνατότητα με τη λήξη του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, να αναχρηματοδοτεί το χρέος της χωρίς δανεισμό από τον επίσημο τομέα.


 

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, θα ήθελα να μου πείτε τα αντίμετρα με ποια μορφή θα περάσουν από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Δηλαδή, αν θα μπουν μέσα στο νομοσχέδιο που θα περιλαμβάνει τα μέτρα και αν θα καλέσετε την αξιωματική αντιπολίτευση και την ευρύτερη αντιπολίτευση να ψηφίσουν τα αντίμετρα, προκειμένου να περάσει με τις καλύτερες προϋποθέσεις το ισχύον πρόγραμμα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όπως γνωρίζετε, η ελληνική έννομη τάξη δεν επιτρέπει τη νομοθέτηση μέτρων υπό αίρεση, είτε αυτά είναι επιβαρυντικά, είτε αυτά είναι ελαφρυντικά μέτρα για τα νοικοκυριά. Και είναι, ακριβώς γι` αυτό το λόγο, που για κάθε ευρώ ψηφισμένης επιβάρυνσης στα ελληνικά νοικοκυριά θα υπάρχει και ένα αντίστοιχο μέτρο που θα ελαφρύνει και το οποίο θα ψηφιστεί από το ελληνικό Κοινοβούλιο.

Και είναι προφανές ότι θεωρούμε -και νομίζω ότι όλοι μπορούν να το συνομολογήσουν αυτό- ότι πρόκειται για μια θετική συμφωνία, με δεδομένο το γεγονός ότι το ΔΝΤ εδώ και ενάμιση χρόνο ζητούσε 4,5 δις ευρώ επιπλέον λιτότητα. Είναι λοιπόν δεδομένο, ότι αφού αυτή η απαίτηση πλέον δεν υφίσταται στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, περιμένουμε από το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης να στηρίξουν τη συμφωνία αυτή και με την ψήφο τους στο Κοινοβούλιο.

ΤΣΙΚΡΙΚΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, η κυβέρνηση λέει ότι θα φέρει τα αντίμετρα. Για κάθε μέτρο που θα ψηφιστεί θα υπάρχει και το σχετικό αντίμετρο. Όμως, ο κ. Ντάισελμπλουμ τόνισε ότι αυτό θα μπορέσει να εφαρμοστεί –τα αντίμετρα μέτρα- εφόσον πιαστούν οι δημοσιονομικοί στόχοι, εφόσον, δηλαδή, διαπιστωθεί πλεόνασμα το 2018 3,5% του ΑΕΠ και εφόσον υπάρχει δημοσιονομικός χώρος. Άρα, λοιπόν, εφόσον υπάρξουν αντίμετρα πότε αυτά τα αντίμετρα θα εφαρμοστούν;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας είπα ότι τόσο τα μέτρα, όσο και τα αντίμετρα -αφού θέλετε να χρησιμοποιούμε αυτή την έκφραση- θα ισχύουν από την 1.1.2019. Από εκεί και πέρα, το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας εξαρτάται από το αν και κατά πόσο θα επιτευχθούν οι στόχοι οι οποίοι έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές. Προφανώς, αν δεν πετύχουμε τους στόχους μας, τότε αυτό σημαίνει ότι με κάποιο τρόπο θα πρέπει να συμπληρωθεί το κενό που θα δημιουργηθεί.

Όμως, σας λέω ότι έχω την απόλυτη βεβαιότητα, όπως και το οικονομικό επιτελείο, ότι με βάση τη σημερινή εικόνα της ελληνικής οικονομίας, με βάση την αναπτυξιακή της πορεία, αλλά και με βάση την υπεραπόδοση των εσόδων που μπορεί να οδηγήσει το 2016 να κλείσει ακόμη και με πρωτογενές πλεόνασμα πάνω από 2%, δεν υπάρχει θέμα μη επίτευξης των στόχων.

Υπό αυτή την έννοια, ο κ. Ντάισελμπλουμ είπε το αυτονόητο, αυτό το οποίο περιλαμβάνεται σε όλες τις συμφωνίες, σε όλα τα δημοσιονομικά προγράμματα, αλλά ισχύει και για όλες τις χώρες της Ε.Ε. Ότι δηλαδή έχουν τη δυνατότητα να προχωρούν σε δημοσιονομικές ελαφρύνσεις, αν και στο βαθμό που τηρούν τους κανόνες της ευρωζώνης. Και στην περίπτωση της Ελλάδας, αν και στον βαθμό που καταφέρνουν να επιτύχουν τους στόχους των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής.

ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Ήθελα να σας ρωτήσω, αν μπορείτε να μας πείτε κάποια από τα αντίμετρα τα οποία έχει στο μυαλό της η κυβέρνηση, όπως είναι η μείωση του ΦΠΑ, που έχει ακουστεί, του ΕΝΦΙΑ…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να δώσω τεχνικές λεπτομέρειες. Όλα αυτά θα συζητηθούν στο πλαίσιο των τεχνικών διαπραγματεύσεων που θα ξεκινήσουν από την επόμενη εβδομάδα.

ΖΟΡΜΠΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε ότι ο στόχος της κυβέρνησης εξακολουθεί να είναι η συνολική συμφωνία, δηλαδή το μονοπάτι που θα μπορέσει να την οδηγήσει στην ένταξη του QE. Προσπαθώ να καταλάβω, αν αυτό που συμφωνήσαμε χθες στο Eurogroup για την επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων, προκειμένου να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, θα μπορούσε να τορπιλιστεί εάν δεν έρθει η Γερμανία στο ρεαλισμό όπως την καλέσατε και δεν δεχτεί τη συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχω την εκτίμηση ότι κανένας, αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, και πολύ περισσότερο η Γερμανία, δεν επιθυμούν μια κωλυσιεργία ή ένα σταμάτημα των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης. Με αυτό το δεδομένο, όλες οι πλευρές δουλεύουν έτσι ώστε να βρεθεί το συντομότερο δυνατόν η βέλτιστη δυνατή λύση, με δεδομένους τους πολιτικούς και οικονομικούς περιορισμούς όλων.

ΚΕΧΑΓΙΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε «περιμένουμε από το σύνολο των κομμάτων να στηρίξουν με την ψήφο τους στο Κοινοβούλιο τη συμφωνία». Διευκρινιστικά, εννοείτε όλη τη συμφωνία, μέτρα και αντισταθμιστικά; Επιπλέον, εάν δεν τα ψηφίσουν καλή τη θελήσει, εσείς βάζετε θέμα 180 ψήφων;

Και ένα ακόμη ερώτημα συναφές: Εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση για μεσοπρόθεσμα μέτρα και τα πρωτογενή πλεονάσματα, η κυβέρνηση θα τα φέρει προς ψήφιση στη Βουλή ή θα περιμένει να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση και η συμφωνία και σε αυτό το πακέτο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, σας λέω ότι στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι να υπάρξει μια συνολική συμφωνία, η οποία θα επιλύει όλα τα προβλήματα και θα ανοίγει το δρόμο για την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, νομίζω ότι είπα το αυτονόητο. Δηλαδή, εφόσον η δική μας εκτίμηση - αλλά και η γενικώς ομολογούμενη εκτίμηση- είναι ότι εδώ πρόκειται για μια θετική συμφωνία, καλούμε το σύνολο των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών δυνάμεων να τη στηρίξουν. Από εκεί και πέρα, οι πλειοψηφίες οι οποίες ισχύουν είναι οι κατά το Σύνταγμα οριζόμενες. Δεν ζητάμε ούτε 180, ούτε 200, ούτε το σύνολο του ελληνικού Κοινοβουλίου. Αυτό το οποίο λέμε, είναι το πολιτικώς αυτονόητο: Από τη στιγμή που θεωρούμε ότι υπάρχει μια συμφωνία που ανοίγει το δρόμο για το ξεπέρασμα της λιτότητας, ανοίγει το δρόμο για το οριστικό ξεπέρασμα της κρίσης, καλούμε το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να συνταχθούν με τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης.


ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ: Η κυβέρνηση πιστεύει ότι υπάρχει ακόμα χρόνος για την 9η του Μάρτη σχετικά με την ποσοτική χαλάρωση ή θεωρείτε δεδομένο πλέον ότι πάμε στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ είναι 15 ημέρες μετά την 9η του Μάρτη. Υπό αυτή την έννοια, σας λέω ότι έχουμε τη δυνατότητα. Βεβαίως θα ήταν καλό, αν μπορέσουμε να το επιτύχουμε στις 9 του Μάρτη. Ξέρετε ότι τα χρονοδιαγράμματα πλέον είναι πάρα πολύ πιεστικά, ωστόσο δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος ανησυχίας, διότι θα έχουμε τη δυνατότητα και σε 15 ημέρες από εκείνη την ημέρα να συζητήσει η ΕΚΤ για το συγκεκριμένο ζήτημα.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε υπουργέ, με βάση τη χθεσινή συμφωνία, που έθεσε ένα πλαίσιο για τις τεχνικές συζητήσεις, μπορείτε να μας πείτε, εάν θα φέρει η κυβέρνηση το επόμενο διάστημα, νομοσχέδιο που θα περιλαμβάνει μειώσεις των συντάξεων και μείωση του αφορολόγητου από το 2019; Ευχαριστώ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες. Η επί της αρχής συμφωνία ορίζει ότι θα συζητήσουμε το δημοσιονομικό μίγμα για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος, το δημοσιονομικό μίγμα για το 2019. Από εκεί και πέρα, οι λεπτομέρειες θα προσδιοριστούν στις τεχνικές συζητήσεις. Αυτό στο οποίο, όμως, θέλω να επιμείνω, είναι ότι για οποιαδήποτε περικοπή ή για οποιαδήποτε επιβάρυνση θα υπάρξει και η αντίστοιχη ελάφρυνση, έτσι ώστε το τελικό ισοζύγιο για τα ελληνικά νοικοκυριά να είναι μηδενικό.


 

ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ: Μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτές τις επιβαρύνσεις που περιγράφετε, εάν έχετε μία εικόνα: Πόσο ποσοστό του ΑΕΠ θα είναι η μείωση του αφορολόγητου και η περικοπή των συντάξεων. Και μία δεύτερη ερώτηση, εάν μου επιτρέπετε: Εάν η κυβέρνηση θεωρεί ακόμη αντισυνταγματική την προνομοθέτηση μέτρων.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ελληνική κυβέρνηση δεκάδες φορές έχει πει ότι αυτό το οποίο είναι αντισυνταγματικό, είναι η νομοθέτηση υπό αίρεση. Σε ό,τι αφορά τη νομοθέτηση που έχει ημερομηνία έναρξης εφαρμογής ενός νόμου μια μεταγενέστερη ημερομηνία, αυτό είναι μια πάγια πρακτική, την οποία δεν μπορεί κανείς και συνταγματικά, κατά τη γνώμη μου, να αμφισβητήσει. Θυμάστε ότι, για παράδειγμα, το 2010 ψηφίζονταν νόμοι με ημερομηνία έναρξης εφαρμογής το 2015. Αυτό σας λέω ότι είναι πάγια κοινοβουλευτική πρακτική. Εξάλλου, πρέπει να ξέρετε ότι ένας νόμος ο οποίος ψηφίζεται σήμερα ισχύει εις το διηνεκές. Επομένως, δεσμεύει και επόμενες κυβερνήσεις. Βεβαίως, οι επόμενες κυβερνήσεις έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να καταργήσουν αυτό το νόμο, εφόσον αυτός είναι ο πολιτικός συσχετισμός και έχουν και τον κοινωνικό συσχετισμό για να το κάνουν. Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, σας απαντώ ότι δεν θέλω να μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες οι οποίες θα συζητηθούν και θα γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης την επόμενη βδομάδα και άμα τη επιστροφή των τεχνικών κλιμακίων στην Ελλάδα.

ΓΙΩΤΑΚΗ: Να επανέλθω λίγο στον χρονικό ορίζοντα. Μετά το Eurogroup, στην ανακοίνωση του ΔΝΤ, η καταληκτική φράση λέει το εξής: Ότι είναι πολύ νωρίς να κάνουμε εικασίες για την προοπτική επίτευξης συμφωνίας σε τεχνικό επίπεδο, κατά τη διάρκεια αυτής της αποστολής. Βλέπετε εσείς καθυστέρηση από την πλευρά του Ταμείου; Παίζει καθυστέρηση; Σας ανησυχεί αυτή η καταληκτική φράση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν μας ανησυχεί καθόλου. Νομίζω ότι το ΔΝΤ προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις, με τις επιφυλάξεις με τις οποίες προσέρχεται πάντοτε σε διαπραγματεύσεις. Δεν θέλει να δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες. Ωστόσο, πιστεύω ότι από τη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup, αλλά και από όσα προηγήθηκαν, έχει προκύψει μία βούληση όλων των πλευρών να βρεθεί το συντομότερο δυνατό μία λύση, η οποία θα δίνει τέλος σε όλα όσα προηγήθηκαν. Νομίζω ότι είμαστε σε πάρα πολύ καλό δρόμο για την οριστική ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη β΄ αξιολόγηση.

ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, μία διευκρίνιση γιατί δεν έχω καταλάβει το εξής: Η ενεργοποίηση αυτών των θετικών μέτρων από 01/01/2019, θα γίνει με βάση τα αποτελέσματα για το 2018; Δηλαδή, τυχόν υπεραπόδοση της οικονομίας για το 2018 ή με βάση κάποια εκτίμηση για τα αποτελέσματα που θα προκύψουν το 2019; Δεν το έχω καταλάβει αυτό. Κι αν ισχύει το δεύτερο, ποιος θα κάνει την εκτίμηση αυτή; Θα πρέπει να υπάρχει μία συμφωνημένη αξιολόγηση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων μεταξύ της κυβέρνησης και των θεσμών;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα το επαναλάβω για άλλη μια φορά, διότι είναι λογικό. Η ερώτησή σας τίθεται με βάση του προηγούμενου του δημοσιονομικού διορθωτή. Η συγκεκριμένη συζήτηση πλέον δεν βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Τα μέτρα θα ισχύουν από 01.01.2019 άνευ αίρεσης. Από εκεί και πέρα, η προϋπόθεση για την ισχύ όχι μόνο αυτών των μέτρων, αλλά του συνόλου της δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία είναι νομοθετημένη, έχει να κάνει με το αν και κατά πόσο η ελληνική οικονομία θα επιτύχει τον στόχο για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2018. Αν δεν το επιτύχει, δεν θα είμαστε αναγκασμένοι, προφανώς, να πάρουμε πίσω κάποια από τα συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία θα ψηφιστούν με έναρξη εφαρμογής την 01.01.2019, αλλά να συζητήσουμε το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής. Δηλαδή, μπορεί να χρειαστεί να κάνουμε περικοπές από κάπου αλλού. Ωστόσο, αυτό, σας λέω, ότι δεν είναι πιθανό με δεδομένη την εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η ελληνική οικονομία και με δεδομένα τα αποτελέσματα υπεραπόδοσης εσόδων για το 2016. Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή να έχουμε ένα πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο όχι μόνο μπορεί να αγγίξει, αλλά μπορεί και να ξεπεράσει το 2% του ΑΕΠ. Επομένως, δεν βρίσκω το λόγο να επαναφέρουμε τη συζήτηση στο ζήτημα του αν και κατά πόσο θα επιτύχουμε τους στόχους μας. Οι στόχοι θα επιτευχθούν και είναι και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο που όλα όσα συμφωνηθούν και όλα όσα ψηφιστούν από το ελληνικό κοινοβούλιο μέσα στο επόμενο διάστημα θα ισχύουν από 01.01.2019.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Επειδή οι νομικές μου γνώσεις δεν είναι ικανές για να ξεκαθαρίσω αυτά που είπατε τώρα. Δεν είναι μιας μορφής αίρεση και το γεγονός ότι θα πρέπει να επιτύχουμε τους στόχους;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτή η αίρεση ισχύει για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, αλλά και για την Ελλάδα. Δηλαδή, η δημοσιονομική πολιτική, την οποία εφαρμόζει κάθε κράτος-μέλος της Ευρωζώνης και η Ελλάδα που βρίσκεται εντός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, τελεί υπό την αίρεση της επίτευξης των στόχων που κάθε φορά τίθενται, είτε αυτοί είναι οι στόχοι που τίθενται γενικώς για την Ευρωζώνη από τις συνθήκες που τη θεμελιώνουν είτε για την Ελλάδα από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Εάν δεν επιτευχθούν οι στόχοι, τότε το συνολικό δημοσιονομικό κομμάτι τίθεται ξανά υπό διαπραγμάτευση. Αλλά, σας ξαναλέω, ότι η διαπραγμάτευση δεν θα αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα που θα ληφθούν για την 01.01.2019, η διαπραγμάτευση θα αφορά το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής. Ξαναλέω, όμως, ότι τέτοιο θέμα δεν τίθεται, με δεδομένη την επίτευξη των στόχων της ελληνικής οικονομίας για το 2016 και την πολύ θετικότερη πορεία που θα έχουν τα έσοδα για το 2017.

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, μιλάτε για τη θετική πορεία της οικονομίας φέτος που είναι πολύ πιο χαμηλός ο στόχος για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Το 2019, ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα είναι, αν δεν κάνω λάθος, 3,5% και έχω μπροστά μου, για παράδειγμα, δηλώσεις υπουργών δικών σας -και ήταν και η γραμμή της κυβέρνησης- ότι είναι ανέφικτος ο στόχος του 3,5% πλεόνασμα από το 2019 και μετά. Πώς, λοιπόν, θα επιτευχθεί ένας στόχος και πώς μάλλον θα γίνει και υπεραπόδοση και θα ξεπεράσουμε αυτό το στόχο για να καταφέρουμε να δώσουμε τα αντίμετρα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ξεκινώ από το δεύτερο σκέλος της ερώτησης-τοποθέτησής σας: Δεν χρειάζεται υπεραπόδοση για να εφαρμοστούν τα αντίμετρα. Τα αντίμετρα συνυπολογίζονται στο βασικό σενάριο, το οποίο λέει ότι μετά τη νομοθέτησή τους ο στόχος και η πρόβλεψη διαμορφώνονται στο 3,5%. Ένα το κρατούμενο.

Το δεύτερο ζήτημα: Βεβαίως, τα πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3,5%, είναι υψηλά και γι’ αυτό το λόγο η ελληνική κυβέρνηση δίνει μια πολύ μεγάλη μάχη, έτσι ώστε αυτά να μειωθούν για το μεσοπρόθεσμο διάστημα, πράγμα το οποίο θα συνεπάγεται και την ύπαρξη μεγαλύτερων μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος. Ωστόσο, αυτό το οποίο λέμε είναι ότι για μια χρονιά είναι δυνατόν και είναι διατηρήσιμο το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5%, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και αυτό το πλεόνασμα το θεωρεί η ελληνική κυβέρνηση εξαιρετικά υψηλό. Γι’ αυτό δίνουμε και τη μάχη για τη μείωσή του.

ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Με δεδομένο ότι συνεχίζετε να μιλάτε για συνολική συμφωνία, αν δεν υπάρξει φως στο τοπίο σχετικά με τα μεσοπρόθεσμα και την ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση, η κυβέρνηση θα προχωρήσει με το κλείσιμο της αξιολόγησης;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά την ποσοτική χαλάρωση: Η ποσοτική χαλάρωση, γνωρίζετε ότι θα έρθει μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Επίσης, δέσμευση σε ό,τι αφορά την ποσοτική χαλάρωση, επειδή φαίνεται ότι και από τη μεριά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και διαφόρων δημοσιογράφων, έχει αρχίσει να γίνεται συζήτηση επ΄ αυτού, δεν μπορεί να υπάρξει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Διότι, όπως γνωρίζετε, η ποσοτική χαλάρωση αφορά τη νομισματική πολιτική. Και ένας κανόνας της νομισματικής πολιτικής, τον οποίο γνωρίζουν ακόμη και πρωτοετείς φοιτητές Οικονομικών ή ακόμα και πρωτοετείς φοιτητές της Νομικής, είναι ότι η νομισματική πολιτική δεν προαναγγέλλεται. Αυτό το οποίο μπορεί να πει η ΕΚΤ είναι να θέσει κάποιες γενικές προϋποθέσεις, στη βάση των οποίων θα συζητήσει το θέμα της ένταξης στην ποσοτική χαλάρωση για την ελληνική οικονομία.

Επομένως, η χρονοσειρά των πραγμάτων είναι: Ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, συμφωνία επί των πρωτογενών πλεονασμάτων και στη συνέχεια, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα έχει την τεχνική και τη νομική δυνατότητα να εντάξει τη χώρα μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, μετά τη χθεσινή κατ’ αρχήν συμφωνία, περιμένετε κάτι από το αυριανό διπλό ραντεβού στο Βερολίνο της Μέρκελ με την κυρία Λαγκάρντ και τον κύριο Γιούνκερ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι το είπα και στην εισαγωγική μου τοποθέτηση ότι αυτό το οποίο αναμένουμε από τη γερμανική πλευρά –διότι γνωρίζετε ότι το ζήτημα του χρέους και των πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελεί το κεντρικό ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ του ΔΝΤ και της Γερμανίας. Περιμένουμε, λοιπόν, από τη γερμανική πλευρά, όπως η ελληνική κυβέρνηση έκανε υποχωρήσεις σε ό,τι αφορά το μίγμα της δημοσιονομικής πολιτικής, όπως το ΔΝΤ έκανε βήματα υποχώρησης σε σχέση με τον υπολογισμό του δημοσιονομικού κενού για το 2019, αναμένουμε, λοιπόν, και από τη μεριά της γερμανικής κυβέρνησης να κάνει τα αντίστοιχα βήματα πίσω, να υποχωρήσει από την απαίτησή της για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για μια δεκαετία, ώστε να μπορέσει να βρεθεί κοινό έδαφος για να υπάρξει μια συνολική συμφωνία επί του ελληνικού ζητήματος.

ΦΑΣΟΥΛΑΣ: Υπολογίζετε πότε μπορεί να έρθει η συμφωνία προς ψήφιση στη Βουλή; Άκουσα το πρωί δηλώσεις στελεχών σας, το καλύτερο θα ήταν να έχουμε τελειώσει μέχρι τις 10 Μαρτίου, να έχει ολοκληρωθεί η όλη συζήτηση και διαπραγμάτευση. Υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θέλω να κάνω προβλέψεις, ούτε εκτιμήσεις για τεχνικά χρονοδιαγράμματα. Ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι οι τεχνικές διαπραγματεύσεις να ολοκληρωθούν το συντομότερο δυνατόν.

ΑΛΕΙΦΕΡΟΠΟΥΛΟΣ: Ήθελα να σας ρωτήσω, κύριε Εκπρόσωπε, εάν η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός εκτιμούν πως με δεδομένο ότι η προνομοθέτηση μέτρων υπό αίρεση, την οποία δεν επιτρέπει το ελληνικό Σύνταγμα, το κώλυμα αυτό ξεπερνιέται με το αν φέρει μέσα στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο με τα μέτρα η κυβέρνηση και τα λεγόμενα αντίμετρα και με τον τρόπο αυτό μπορεί να ξεπεραστεί το συνταγματικό κώλυμα.

Και αν μου επιτρέπετε και μια δεύτερη ερώτηση: Θέλω το σχόλιό σας για το γεγονός ότι η EΡΓΑΝΗ, σήμερα, ανακοίνωσε την απώλεια 30.000 θέσεων εργασίας για τον Ιανουάριο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να το επαναλάβω για μια ακόμη φορά: Η συζήτηση για προνομοθέτηση υπό αίρεση έχει βγει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Δεν υπάρχει νομοθέτηση υπό αίρεση. Υπάρχουν μέτρα και αντίμετρα, για να επιμείνω στη δημοσιογραφική σας ορολογία, μέτρα λοιπόν και αντίμετρα, τα οποία θα ισχύουν άνευ αιρέσεως από την 1.1.2019. Η λογική του δημοσιονομικού διορθωτή δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή πλέον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αυτό το οποίο δήλωσε χθες ο Πρόεδρος του Eurogroup είναι ότι το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας, όπως και το σύνολο των δημοσιονομικών πολιτικών όλων των κρατών-μελών της Ευρωζώνης τελούν υπό την αίρεση, είτε των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής για την περίπτωση της Ελλάδας, είτε των γενικών κανόνων που ισχύουν για το σύνολο της Ευρωζώνης, του Συμφώνου Σταθερότητας. Υπό αυτή την έννοια, δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικής προνομοθέτησης υπό αίρεση.

Τώρα, σε ό,τι αφορά το ζήτημα που θέσατε για την ΕΡΓΑΝΗ: Από το 2000 μέχρι το 2016, η πορεία των θέσεων εργασίας τον Ιανουάριο ήταν πάντοτε αρνητική με την εξαίρεση του 2014. Δηλαδή, μόνο μια χρονιά υπήρξε μια αύξηση σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο των θέσεων εργασίας. Η συγκεκριμένη υποχώρηση που καταγράφηκε αυτόν τον Ιανουάριο, είχε να κάνει με την πορεία των θέσεων εργασίας το πρώτο πενθήμερο του Ιανουαρίου του 2017 και στη συνέχεια το ισοζύγιο διαμορφώθηκε θετικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Φεβρουάριο, ενώ αυτό το οποίο θα πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι το συνολικό ισοζύγιο των θέσεων εργασίας για την ελληνική οικονομία εντός του 2016 ήταν, όχι μόνο θετικό, αλλά πολύ περισσότερο θετικό από ό,τι αναμενόταν, καθώς η ανεργία καταγράφεται πλέον κοντά στο 23%, ενώ όταν ανέλαβε αυτή η κυβέρνηση στις 25 Ιανουαρίου του 2015, η ανεργία καταγραφόταν στο 27%, δηλαδή έχουμε μια μείωση της ανεργίας κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στα δύο χρόνια της διακυβέρνησης υπό την παρούσα κυβέρνηση. Υπό αυτή την έννοια, δεν το θεωρούμε ανησυχητικό. Θεωρούμε ότι είναι ένα εποχικό σύμπτωμα, το οποίο θα διορθωθεί και θα φανεί αυτή η διόρθωση και στο ισοζύγιο που θα προκύψει για τον Φεβρουάριο του 2017.

ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, το ΔΝΤ έχει συγκεκριμένη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση επί του μίγματος της φορολογικής πολιτικής. Προβληματίζει την κυβέρνηση ότι θα πρέπει να βρεθεί κοινός τόπος, σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων, σε αυτό το θέμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό δεν είναι ένα καινούριο ζήτημα. Οι προσεγγίσεις και κάποιων από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και του ΔΝΤ και κάποιων κρατών-μελών της Ευρωζώνης είναι εντελώς διαφορετικές για τη δημοσιονομική πολιτική σε σχέση με τις τοποθετήσεις και τις θέσεις και τη σκοπιά από την οποία βλέπει τα πράγματα η ελληνική κυβέρνηση. Αυτό είναι –πώς να το πω- μια αντίφαση του ελληνικού προγράμματος, η οποία υπάρχει από τη στιγμή της υπογραφής του και η οποία συνεχίζεται. Αυτό το οποίο προσπαθούμε, ως ελληνική κυβέρνηση, είναι κάθε φορά με εποικοδομητικό τρόπο να βρίσκουμε τους αναγκαίους εκείνους συμβιβασμούς, οι οποίοι θα οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση και την επιτροπεία, χωρίς να υπάρχουν επιβαρύνσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά. Αυτό νομίζω ότι προσπαθούμε και το επιτυγχάνουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δεδομένων των συνθηκών.

ΖΟΡΜΠΑ: Θέλω να επιμείνω λίγο στα χρονοδιαγράμματα. Αποφύγατε πριν, σε ερώτηση συναδέλφου, να πάρετε συγκεκριμένη θέση για το αν υπάρχει ένα deadline για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Παρόλα αυτά, να σας το πω διαφορετικά, η αντιπολίτευση λέει ότι είναι πολύ σοβαρό το ενδεχόμενο η διαπραγμάτευση να συνεχιστεί ακόμα και το καλοκαίρι. Μπορεί να δεσμευθεί η κυβέρνηση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να συρθούμε σε τέτοιου είδους χρονικό ξεχείλωμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε, κυρία Ζορμπά, η αντιπολίτευση επενδύει, εδώ και πάρα πολύ καιρό, στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, στην αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης, που θα είναι και αποτυχία της χώρας. Ξεκίνησε, ήδη, κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης να ποντάρει σε μια κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, να ζητά εκλογές. Τελικά, όταν ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες της πρώτης αξιολόγησης, σιώπησε για ένα μικρό διάστημα. Στη συνέχεια, επανέφερε την κινδυνολογία, επανέφερε τα καταστροφολογικά σενάρια και τώρα έχει επανέλθει ή εν πάση περιπτώσει το προηγούμενο διάστημα είχε επανέλθει, με μια ρητορική και με μια επιχειρηματολογία, η οποία ήταν το λιγότερο παράδοξη. Δηλαδή, τι μας έλεγε; Ότι οι καθυστερήσεις, οι οποίες οφείλονταν κατ΄ αποκλειστικότητα στο ΔΝΤ, οδηγούσαν στο να αυξάνεται ο λογαριασμός. Εδώ μπορώ να κάνω δύο σχόλια: Το πρώτο σχόλιο που έχω να κάνω είναι ότι οι απαιτήσεις του ΔΝΤ δεν ήρθαν μετά την καθυστέρηση της δεύτερης αξιολόγησης. Αντιθέτως, είναι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από τον Δεκέμβριο του 2015, πριν καν κλείσει ή εν πάση περιπτώσει πριν καν υπερβούμε τα χρονοδιαγράμματα που προβλέπονταν από τη Συμφωνία του Ιουλίου-Αυγούστου του 2015 για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης. Επομένως, δεν ήταν οι καθυστερήσεις, οι οποίες οδήγησαν το ΔΝΤ να εγείρει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις και να δει δημοσιονομικό κενό για το 2018 κατά την περίοδο της πρώτης αξιολόγησης και για το 2019, κατά την περίοδο της δεύτερης αξιολόγησης. Αντιθέτως, ήταν μια συγκεκριμένη οικονομική πρόβλεψη που έκανε το ΔΝΤ, η οποία δεν είχε καμία σχέση με το χρόνο της ολοκλήρωσης των αξιολογήσεων.

Το δεύτερο πράγμα είναι ότι η Ν.Δ. επιμένει ακόμη και τώρα, αφού έχουμε μια επί της αρχής συμφωνία, να αμφισβητεί την ίδια την πραγματικότητα. Θεωρεί ότι τώρα το σενάριο έχει αλλάξει λίγο, ότι δεν έχει επιτευχθεί τίποτα και ότι θα οδηγηθούμε σε μια νέα κατάσταση καθυστερήσεων και κωλυσιεργίας κατά την περίοδο των τεχνικών διαπραγματεύσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο που η Ν.Δ. διαψεύστηκε κατά την πρώτη αξιολόγηση, διαψεύστηκε ενόψει της χθεσινής συνάντησης του Eurogroup, θα διαψευστεί και σε αυτόν τον κίνδυνο τον οποίο επισημαίνει ότι θα τραβήξουν οι διαπραγματεύσεις για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και όλων των εμπλεκόμενων θεσμών, είναι να κλείσουν οι τεχνικές διαπραγματεύσεις το δυνατόν συντομότερο. Σας είπα, όμως, ότι δεν πρόκειται να βάλουμε τεχνητά χρονοδιαγράμματα. Αντιθέτως, θα δουλέψουμε με πάρα πολύ μεγάλη σοβαρότητα και υπευθυνότητα, έτσι ώστε να βρεθεί η βέλτιστη δυνατή λύση, που δεν θα εμπεριέχει επιβάρυνση για την ελληνική οικονομία και για τα ελληνικά νοικοκυριά.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Σε ό,τι αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα και τις ενστάσεις που έχετε στη γερμανική άποψη, αφορά το χρόνο ή το ποσοστό; Δηλαδή, θέλω να πω, η κυβέρνηση θα δεχόταν το 3,5% για τρία ή για πέντε χρόνια και όχι για δέκα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θεωρούμε παράλογη την απαίτηση της γερμανικής κυβέρνησης για διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο ύψος του 3,5% για δέκα χρόνια. Η συζήτηση θα συνεχιστεί και οι τελικές αποφάσεις θα παρθούν στο τεχνικό επίπεδο, όταν οι θεσμοί επιστρέψουν στην Αθήνα.

ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Μια και μοναδική ερώτηση εκτός αξιολόγησης. Χρησιμοποιώ τη δεύτερη ιδιότητά σας και απαράγραπτη ως νομικού και θα ήθελα να σας ρωτήσω το εξής: Χθες, σημειώθηκαν εξελίξεις ιδιάζουσας πολιτικής σημασίας στο μέτωπο κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής. Κατά πρώτον, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παράγγειλε την περαιτέρω δικαστική διερεύνηση του λεγόμενου και «φακέλου των θαλασσοδανείων» και κατά δεύτερον, διαφαίνεται ότι ανασύρεται από το αρχείο το πόρισμα Καλούδη. Με δεδομένο ότι η περίφημη αυτή έκθεση του πρώην οικονομικού εισαγγελέα προτείνει την κακουργηματική δίωξη 50 και πλέον στελεχών του πολιτικού και τραπεζικού συστήματος, θα ήθελα να ρωτήσω, ποια είναι η γενική ή ειδική εκτίμησή σας για τη συνέχεια του θέματος και αν ισχύει η θέση της κυβέρνησης ότι η μάχη κατά της διαπλοκής και κατά της διαφθοράς τώρα αρχίζει.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Γνωρίζετε πολύ καλά ότι το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής που έγινε για τη δανειοδότηση κομμάτων, ΜΜΕ και λοιπά, κατέληξε σε μια σειρά από συμπεράσματα και σε μια σειρά από περιγραφές, που αποτελούν ενδείξεις για την τέλεση αξιόποινων πράξεων. Από εκεί και πέρα, η ευθύνη της Βουλής και η ευθύνη της κυβέρνησης ήταν να διαβιβάσει το συγκεκριμένο πόρισμα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για να πράξει τα δέοντα. Οι εξελίξεις, τις οποίες συζητάτε, πλέον αφορούν τη Δικαιοσύνη. Εμείς το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ποτέ δεν πρόκειται να παρέμβουμε στο ανεξάρτητο έργο της και νομίζω ότι όλοι μας –δημοσιογράφοι, πολιτικοί, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, κοινοβουλευτικές ομάδες- πρέπει να αφήσουμε την ελληνική Δικαιοσύνη να δουλέψει απερίσπαστα, έτσι ώστε στο τέλος να αποδοθούν οι ευθύνες εκεί που πρέπει να αποδοθούν.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, λέτε, είστε βέβαιοι ότι τα μέτρα που θα λάβετε θα έχουν μηδενικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, θα είναι «ουδέτερα», έτσι όπως τα λέμε. Τότε, προς τι όλο αυτό; Γιατί η κυβέρνηση υποχώρησε στην απαίτηση των δανειστών να πάρει μέτρα, αν είναι να έχουν μηδενικό αποτέλεσμα και δεν επέμεινε στην αρχική της θέση να μην πάρει καθόλου μέτρα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Διότι το ΔΝΤ έθετε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης την ανάγκη για αλλαγή του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Σε αυτό το σημείο υποχωρήσαμε. Δεν μπορούσαμε να υποχωρήσουμε σε οποιαδήποτε απαίτηση θα επιβάρυνε με επιπλέον λιτότητα τα ελληνικά νοικοκυριά. Και ακριβώς εκεί δημιουργήθηκε το κοινό έδαφος για να επιστρέψουν οι θεσμοί στην Αθήνα και να υπάρξει μια επί της αρχής συμφωνία.

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ: Συγχωρέστε με, ενδεχομένως να μην έχω καταλάβει κάτι από αυτά που είπατε. Η μείωση του αφορολόγητου, η μείωση των συντάξεων ή όποια θα είναι αυτά τα μέτρα τέλος πάντων, θα ισχύσουν άσχετα με το αν πιάσουμε τους στόχους ή όχι;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Οποιοδήποτε μέτρο ψηφίζεται, αλλά και το σύνολο της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας, τελεί υπό την αίρεση της επίτευξης των στόχων. Τα μέτρα που θα ψηφιστούν, είτε είναι μέτρα επιβάρυνσης, είτε είναι μέτρα ελάφρυνσης, θα ισχύουν από την 1.1.2019.

ΤΣΙΚΡΙΚΑ: Δηλαδή, και το αφορολόγητο και η μείωση συντάξεων αν και πώς προκύψει, η πρώτη ερώτηση. Και δεύτερη, χθες ο κ. Τσακαλώτος απέφυγε να κάνει κάποια δήλωση μετά το πέρας του Eurogroup και παρέπεμψε στην ανακοίνωση που βγήκε κεντρικά από την κυβέρνηση και αυτό έχει προκαλέσει διάφορες συζητήσεις, έχει προκαλέσει αίσθηση. Υπάρχει κάποιο θέμα με τον κ. Τσακαλώτο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το θέμα το οποίο υπάρχει με τον κ. Τσακαλώτο είναι ότι πρέπει να του αποδώσουμε τα εύσημα για τη μεγάλη διαπραγματευτική επιτυχία. Η διαπραγματευτική επιτυχία αυτή, ήταν επιτυχία του ιδίου, αλλά και του συνόλου της διαπραγματευτικής ομάδας. Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, σας είπα ότι οποιοδήποτε μέτρο ψηφιστεί και το οποίο θα προσδιοριστεί κατά τη διάρκεια των τεχνικών διαπραγματεύσεων, θα ισχύει από την 1.1.2019.

Σας ευχαριστώ.

.

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)