to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ένα ματωμένο ρόδο

Το Λευκό ρόδο (1986) του Ούντο Τσίμμερμαν παρουσιάζεται σε πανελλήνια πρώτη από την Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση.


«Δεν θα σιωπήσουμε, είμαστε η κακή σας συνείδηση, το Λευκό Ρόδο δεν θα σας αφήσει σε ησυχία…»

H όπερα «Λευκό ρόδο» του Τσίμμερμαν αντλεί την έμπνευσή της από την ιστορία του 24χρονου Χανς και της 21χρονης Ζοφί Σολ, δύο αδελφών από το Μόναχο, που υπήρξαν ιδρυτικά μέλη της αντιναζιστικής φοιτητικής ομάδας  Λευκό Ρόδο, από την οποία δανείζεται τον τίτλο του το έργο. Τα δυο αδέρφια συνελήφθησαν από την Γκεστάπο, και, αφού ανακρίθηκαν για πολλές ώρες, δικάστηκαν για εθνική προδοσία, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στην γκιλοτίνα στις 22 Φεβρουαρίου 1943.

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης κατάφερε με το «Λευκό ρόδο» να δημιουργήσει μια παράσταση - αντιφασιστικό ποίημα, έναν ύμνο στη ζωή. Με τη συνδρομή της Αλεξίας Θεοδωράκη που σχεδίασε τα κοστούμια και τα σκηνικά, τους φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου, και τους βιντεο-πίνακες του Μάριου Γαμπιεράκη και της Χρυσούλας Κοροβέση, μάς χάρισε συμβολικές εικόνες μεγάλης δύναμης.

Η μουσική διεύθυνση του Νίκου Βασιλείου και η εκτέλεση του έργου από την ορχήστρα ανέδειξαν τις διαφορετικές ποιότητές του και δημιούργησαν μια άλλοτε ζοφερή άλλοτε ονειρική ατμόσφαιρα, που φώτισε τα επί σκηνής τεκταινόμενα, όσο και τους δύο τραγουδιστές (Χρήστος Κεχρής, Αφροδίτη Πατουλίδου), που έδωσαν μια εξαιρετική ερμηνεία, σπαρακτική και συγκινητική.

Η εμπνευσμένη σκηνοθεσία του Γλυνάτση υπήρξε ένα τόλμημα. Ο σκηνοθέτης προσέθεσε δύο πρόσωπα στο έργο, ένα μικρό λευκοντυμένο κοριτσάκι και έναν (βουβό) στρατιώτη.

Ο τελευταίος (Αντώνης Γκρίτσης), που με βραδύ «βήμα χήνας» μπήκε στη σκηνή, διεύρυνε το νόημα και την τραγικότητα του έργου. Το βουβό πρόσωπο του, που καταρρέει, «σταυρώνεται», λερώνεται, θάβεται και συγχρόνως ηδονίζεται με χώμα, που εντέλει πάσχει, υπονοεί πως και η άλλη πλευρά, ο εχθρός, πάσχει (το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού πληθυσμού ήταν εχθρός των δύο αδερφών). Ο στρατιώτης (πιθανώς εκτελεστής) δεν μένει αλώβητος από το ανοσιούργημά (του), αλλά είναι τρωτός και ο ίδιος στην πράξη (του ή άλλων που δεν εμπόδισε).

Ανάλογη είναι και η λειτουργία του μικρού κοριτσιού, που στην έναρξη της παράστασης διαβάζει μια από τις προκηρύξεις που η ομάδα έριξε στους διαδρόμους του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Η αθωότητά της τονίζει την αθωότητα των νεαρών αντιφασιστών, που εμπνέονταν από τη χριστιανική πίστη.

Οι λάμες της γκιλοτίνας που υπάρχουν στη σκηνή, καθρεφτίζουν με δραματικό τρόπο τους ήρωες, και με υπόγειο τρόπο καθιστούν συνεχώς παρόντα τον φριχτό θάνατό τους. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται εξ αρχής το πλαίσιο της παράστασης. Ο σκηνοθέτης, όμως, δεν επαναπαύεται και δεν αφήνει το έργο να εκφυλιστεί σε μια μονόχορδη φρικαλεότητα. Αντίθετα στο ζόφο που συνιστά η γκιλοτίνα (και που εντείνεται από τα γκρίζα χρώματα των ρούχων των τραγουδιστών), αντιπαραβάλλει ένα τοπίο ελευθερίας, βουνά και ελάφια.

Η μουσική του Τσίμμερμαν, ο οποίος γεννήθηκε λίγους μήνες μετά την εκτέλεση των Σολ, χρησιμοποιεί την ορχήστρα για να υπογραμμίσει τα συναισθηματικά τοπία των δύο αδερφών. Η μουσική του συνιστά μια σημειολογία σε διάλογο με το λόγο. Για παράδειγμα, σε όλο σχεδόν το έργο επανέρχεται ο ήχος ενός τυμπάνου, που προσομοιάζει σε εκείνον που συνόδευε τις δημόσιες εκτελέσεις στο παρελθόν.

Η ιστορία του Λευκού Ρόδου φαίνεται πως του έκανε μεγάλη εντύπωση αφού αυτή η όπερα δεν ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκε με το θέμα. Προηγήθηκε ένα είδος «όπερας-ντοκουμέντο», που έγραψε στα 1967, όταν ήταν ακόμα φοιτητής. Το μεταγενέστερο έργο (που ανέβηκε στην Εναλλακτική Σκηνή), ωστόσο, δεν έχει καμία με εκείνη (πέραν του θέματος). Απαρτίζεται από 16 δραματικές, μη ρεαλιστικές, σκηνές, που αναφέρονται στις αναμνήσεις και τα συναισθήματα των Σολ, την ώρα που περιμένουν την εκτέλεσή τους.

Η μουσική του Τσίμμερμαν λειτουργεί συχνά ως υπόκρουση του λόγου, και διακρίνεται από δραματικές εκρήξεις. Είναι φανερό πως είναι φτιαγμένη για να «συμπληρώνεται» από τη δράση στη σκηνή.

Και ο Γλυνάτσης φαίνεται να το αντιλαμβάνεται αυτό καθώς πέραν του γεγονότος ότι προσθέτει δύο νέα πρόσωπα, οδηγεί τους δύο τραγουδιστές σε ένα θεατρικό παίξιμο που ελάχιστα θυμίζει το αντίστοιχο στην κλασική όπερα. Οι δύο τραγουδιστές ερμηνεύουν όρθιοι, καθιστοί, ξαπλωμένοι, σφιχταγκαλιασμένοι σπαρασσόμενοι, μεταδίδοντάς μας τη φόρτιση των δύο αδερφών λίγο πριν το τέλος.

Μοναδικό μειονέκτημα της παράστασης, η στενή γειτνίαση της σκηνής με τα καθίσματα των θεατών, που σε κάποιες στιγμές είχε σαν αποτέλεσμα η ορχήστρα να κρύβει τους τραγουδιστές.

Λίγο πριν το τέλος, η Ζοφί γυμνώνει τους ώμους της, που σε λίγο δεν θα βαστούν πια το κεφάλι της. Και η λευκότητα αυτής της σάρκας, η αθωότητα αυτής της ζωής, αν δεν την προστατεύσουμε, είναι το λευκό ρόδο που θα ματώνει εσαεί τα χέρια μας.


 

Φωτογραφία: Δ. Σακαλάκης

tags: θέατρο

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)