to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Εκλογικός νόμος εκτός εποχής

Από το 2004, τα εκλογικά συστήματα στην Ελλάδα, ακολουθώντας τα γερμανικά πρότυπα, κατανέμουν αρχικά τις έδρες σε εθνικό επίπεδο και στη συνέχεια ακολουθεί η προσκύρωσή τους ανά κόμμα στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες.


Ως προς την εθνική κατανομή, βασική ήταν η πρόβλεψη του λεγόμενου «μπόνους», δηλαδή απευθείας παραχώρηση ενός αριθμού εδρών στο πρώτο κόμμα και αναλογική κατανομή των υπολοίπων σε όσα κόμματα υπερβαίνουν το όριο του 3%. Πρόκειται έτσι για μια κατηγορία «μικτών» εκλογικών συστημάτων, κατά ένα μέρος απολύτως αναλογικών και κατά ένα άλλο μέρος απολύτως πλειοψηφικών, με το «μπόνους» στην αρχική εκδοχή του νόμου Σκανδαλίδη (Ν. 3231/2004) να καθορίζεται στις 40 έδρες, ενώ στη συνέχεια αυξήθηκε στις 50 με τον νόμο Παυλόπουλου (Ν. 3636/2008).

Η εκλογική μεταρρύθμιση του ΣΥΡΙΖΑ το 2016 (Ν. 4406) αφορούσε την πλήρη κατάργηση του «μπόνους», αλλαγή που αναμένεται να ισχύσει στις αμέσως επόμενες εκλογές.

Το νέο σχέδιο νόμου που κατέθεσε η κυβέρνηση της Ν.Δ. επαναφέρει το «μπόνους», εισάγοντας την καινοτομία του «κλιμακωτού» μεγέθους του, αφού αυτό θα ξεκινάει από τις 20 έδρες όταν το ποσοστό του πρώτου κόμματος υπερβαίνει το 25% και θα αυξάνεται κατά μία έδρα για κάθε 0,5% επιπλέον στο ποσοστό του, φτάνοντας μέχρι το ανώτατο όριο των 50 εδρών, για ποσοστό 40% και άνω (ΓΡΑΦΗΜΑ).

Ο εν λόγω μηχανισμός προσομοιάζει σε παλαιότερη (αλλά ηπιότερη) πρόταση του Ποταμιού, την οποία στην πορεία υιοθέτησε εν μέρει και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. και επιτρέπει την ανάγνωσή του ως μιας ενδιάμεσης λύσης. Βεβαίως με τα τελευταία εκλογικά δεδομένα (του Ιουλίου 2019), ο νέος νόμος δεν αλλάζει τη σημερινή τελική κατανομή των εδρών (ΠΙΝΑΚΑΣ).

Δεν θα πρέπει εν τούτοις να παραγνωρίζεται ότι η εισαγωγή του κλιμακωτού «μπόνους» εμπεριέχει μια σειρά από θεωρητικά πλεονεκτήματα, με κυριότερο τη σχετική εξισορρόπηση του βαθμού υπερεκπροσώπησης του πρώτου κόμματος, οι έδρες του οποίου, με 5%-8% εκτός Βουλής (όπως συμβαίνει μετά τον Ιούνιο του 2012) και για ποσοστά 25%-40%, κυμαίνονται από 92 έως 158 (31%-53% επί των 300), αντιστοιχώντας δηλαδή στο 123%-132% της εκλογικής του δύναμης.

Μάλιστα σε μια πιο ήπια εκδοχή, θέτοντας ως ανώτατη τιμή του «μπόνους» τις 40 έδρες για ποσοστό 40%, η υπερεκπροσώπηση αυτή θα ήταν σχεδόν σταθεροποιημένη περί το 125%, με το εν λόγω ποσοστό να λειτουργεί ως ένα άτυπο πλαφόν, αντίστροφα δηλαδή από τον μηχανισμό της «εξομάλυνσης» στον Ν. 1907/1990 (άρ. 4) που όριζε την ελάχιστη υποεκπροσώπηση για τα μικρότερα κόμματα στο 70%. Μια τέτοια ελαφρά παραλλαγή μικρό κόστος θα είχε ως προς το όριο αυτοδυναμίας, που απλώς θα ανέβαινε στο 40% από το 38,5% στο οποίο διαμορφώνεται τώρα (για 5%-8% εκτός Βουλής).

Από την άλλη πλευρά, ο εξορθολογισμός του εκλογικού συστήματος μέσω του «κλιμακωτού» μπόνους γίνεται ιδιαίτερα εμφανής για ποσοστά του πρώτου κόμματος χαμηλότερα του 35% και ακόμα περισσότερο του 30%, όπου η συνολική κατανομή των εδρών η οποία προκύπτει είναι αναλογικότερη από τα περισσότερα εκλογικά συστήματα μέχρι τώρα.

Χαρακτηριστικό θα ήταν το παράδειγμα της εφαρμογής του νέου σχεδίου νόμου στα αποτελέσματα του Ιουνίου του 2012 (ΠΙΝΑΚΑΣ), όπου η Ν.Δ. με 29,7% των ψήφων θα λάμβανε 114 έδρες (38% επί των 300 και υπερεκπροσώπηση 128%), αντί των 129 που είχε κερδίσει με τον νόμο Παυλόπουλου (43% και υπερεκπροσώπηση 145%).

Και φυσικά θα αποτρεπόταν η υπερβολική στρέβλωση του Μαΐου 2012, όπου η Ν.Δ. με 18,8% των ψήφων έλαβε 105 έδρες (35% και υπερεκπροσώπηση 186%), αφού τώρα θα λάμβανε μόλις 69. Ως εκ τούτου, η τροποποίηση του εκλογικού συστήματος προς την κατεύθυνση που προτείνεται στο νέο σχέδιο νόμου θα ήταν επίκαιρη όσο ποτέ, ακριβώς μετά τις διπλές εκλογές του 2012 και τις πολλαπλές παρενέργειες του προηγούμενου εκλογικού συστήματος, τις οποίες εκείνες ανέδειξαν (σε εθνικό, αλλά και σε τοπικό επίπεδο).

Παρ’ όλα αυτά, η αντίστοιχη σπουδή με την οποία η κυβέρνηση της Ν.Δ. φέρνει στη Βουλή το σχέδιο νόμου, στην αρχή της τετραετίας, είναι λογικό να προκαλεί ερωτήματα ως προς την πολιτική της σκοπιμότητα. Αλλωστε, όλες οι προαναφερθείσες αρετές του νέου σχεδίου νόμου δεν φαίνεται να έχουν εφαρμογή στο σημερινό εκλογικό τοπίο.

Οι ελάχιστες πιθανότητες το πρώτο κόμμα να επανέλθει σε επίπεδα χαμηλότερα του 30% ή ακόμα και του 35% αναιρούν στην πράξη την εξορθολογιστική λειτουργία του, ενώ εξακολουθούν να αναδεικνύονται τα βασικά μειονεκτήματα της μονοκομματικής απόδοσης του «μπόνους», με κυριότερο το χάσμα εκπροσώπησης μεταξύ 1ου και 2ου κόμματος που ήδη από το 1993 είναι ισχυρότερο ακόμα και από αυτά που θα παρήγε το ιδεότυπο πλειοψηφικό της Μ. Βρετανίας.

Κορυφαίο είναι το παράδειγμα του οριακού αποτελέσματος του 2000, όπου ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. με ποσοστά 43,8% και 42,7% έλαβαν 158 και 125 έδρες, αντίστοιχα (διαφορά 33 έδρες). Ο νόμος Σκανδαλίδη θα ανέβαζε τη διαφορά στις 44 (160 προς 116), ενώ ο νόμος Παυλόπουλου, όπως και το νέο σχέδιο νόμου θα την εκτίνασσαν στις 53 (165 προς 112).

Μάλιστα σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, τα παραπάνω χάσματα μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκεινται στο ίδιο το πνεύμα του πολιτεύματος, αφού και πάλι η πρωτοβουλία για συγκρότηση πλειοψηφίας ανήκει αποκλειστικά στο πρώτο κόμμα, καθιστώντας στην πράξη ανενεργή τη συνταγματική πρόβλεψη των τριών διερευνητικών εντολών (άρ. 37), όπως φάνηκε τον Μάιο του 2012, όπου η δεύτερη και η τρίτη εντολή είχαν καθαρά τελετουργικό χαρακτήρα. Προκύπτει έτσι η μορφή ενός πολυκομματικού τοπίου, αλλά με απόλυτα μονοκομματικό έλεγχο.

Αντίθετα το δεύτερο κόμμα καταδικάζεται σε εξαιρετικά μειωμένη εκπροσώπηση (τα τελευταία χρόνια 71-86 έδρες με 26,9%-31,5%), εκπίπτοντας συχνά σε ρόλο απλού παρατηρητή, ενώ είναι πρακτικά αδύνατο να φτάσει το κρίσιμο όριο των 120 εδρών (χρειάζεται ποσοστό 44%-45%), που είναι συνταγματικά απαιτούμενο για συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής (άρ. 68) ή πρόταση δημοψηφίσματος επί νομοσχεδίου (άρ. 44). Ειδικά δηλαδή για το δεύτερο κόμμα, φαίνεται να ισχύει το συμπέρασμα που διατύπωνε ο Ν. Σαρίπολος ως κριτική στα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα του 19ου αιώνα: «Η μειοψηφία δεν έχει παρά ένα μόνο δικαίωμα: να προσπαθεί να καταστεί πλειοψηφία».

Βεβαίως, ο μηχανισμός του «μπόνους» αποσκοπεί στην κυβερνησιμότητα, σημείο στο οποίο εντοπίζεται και η βασική κριτική στην εκλογική μεταρρύθμιση του ΣΥΡΙΖΑ, που περιορίστηκε αυστηρά σχεδόν στην κατάργησή του, η οποία ωστόσο, λόγω της διατήρησης του ορίου του 3%, δεν παράγει και πάλι, παρά μόνο εμπειρικά θεωρούμενες αναλογικές κατανομές.

Αλλωστε, η εφαρμογή του Ν. 4406/2016 σε οποιοδήποτε εκλογικό αποτέλεσμα μεταξύ 2012-2015 θα καθιστούσε αδύνατη πρακτικά τη δημιουργία δικομματικής τουλάχιστον κυβέρνησης (εκτός Ν.Δ.+ΣΥΡΙΖΑ) και πιθανότατα θα οδηγούσε σε άμεση επανάληψη των εκλογών και μάλιστα με λογική δεύτερου γύρου. Οπότε η αποτροπή της στρέβλωσης της κατανομής των εδρών ενέχει εν τέλει τον κίνδυνο να οδηγήσει έμμεσα σε στρέβλωση της κατανομής των ψήφων.

Αντιθέτως, η ενδεχόμενη πρόβλεψη από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ μιας έστω λελογισμένης στρέβλωσης, και αν μάλιστα αυτή συνοδευόταν επιπλέον από μια συνολικότερη αναθεώρηση του μηχανισμού προσκύρωσης των εδρών στις περιφέρειες, θα συνιστούσε σήμερα ένα ισχυρό αντεπιχείρημα στην άμεση τροποποίηση του εκλογικού συστήματος από τη νέα κυβέρνηση. Τελικά, η κατάτμηση της Β’ Αθηνών και του Υπολοίπου Αττικής αναμένεται να αποτελέσουν τις μόνες μακροπρόθεσμες παρακαταθήκες των εκλογικών μεταρρυθμίσεων της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Το νέο σχέδιο νόμου λοιπόν, το οποίο μετά το 2012 θα αποτελούσε μια απαραίτητη εξορθολογιστική παρέμβαση, σήμερα φαίνεται να συνιστά περισσότερο μια συγκαλυμμένη (και «φωτογραφική» για τους πρόσφατους εκλογικούς συσχετισμούς) διατήρηση του νόμου Παυλόπουλου, με σκοπό την επιστροφή στις μονοκομματικές πλειοψηφίες παλαιού τύπου, τη στιγμή μάλιστα που οι διακομματικές συνεργασίες (κυβερνητικές ή μη) αποτέλεσαν ένα από τα λίγα ίσως κεκτημένα της περιόδου της κρίσης. Επιπλέον κατάλοιπο αυτής της παλαιοκομματικής λογικής είναι η επαναφορά της διάκρισης μεταξύ αυτοτελούς κόμματος και συνασπισμού κομμάτων, για την οποία έχει ασκηθεί κατά καιρούς και έντονη κριτική ως προς τη συνταγματική της ευστάθεια.

Ο διαχωρισμός αυτός (σε παρεμφερή σχεδόν μορφή με αυτήν που διατηρείται στο κείμενο του σχεδίου νόμου) πρωτοκαθιερώθηκε στον εκλογικό νόμο του 1958 (N. 3822/1958), με σκοπό τότε τον αποκλεισμό της ΕΔΑ από τη Β’ Κατανομή, γεγονός το οποίο εν τέλει δεν κατέστη εφικτό λόγω ναυαγίου των διαβουλεύσεων συνεργασίας της με μικρά κεντρώα κόμματα, με αποτέλεσμα το κόμμα της Αριστεράς αυτοτελώς κατερχόμενο να αναδειχθεί αξιωματική αντιπολίτευση. Εκτοτε η διάκριση αυτή παρέμεινε σε όλους τους εκλογικούς νόμους μέχρι το 1981, καταργήθηκε δύο φορές από το ΠΑΣΟΚ (1985 και 2004) και επανήλθε σε ισάριθμες περιπτώσεις από τη Ν.Δ. (1990, 2008).

Φυσικά πολλές από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προϋποθέτουν τη διατήρηση του εκλογικού τοπίου του 2019. Συχνά ωστόσο η Ιστορία διαψεύδει τόσο τις προβλέψεις όσο και τους πολιτικούς σχεδιασμούς, με τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις της Ν.Δ. στην ύστερη περίοδο της Μεταπολίτευσης να αποτελούν χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα.

Ο εκλογικός νόμος του 1990 (ο οποίος ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη επίσης στις αρχές της τότε τετραετίας) ήταν εκείνος που έμελλε να εξασφαλίσει στο ΠΑΣΟΚ μια πολιτική κυριαρχία για 11 χρόνια, δηλαδή χρονολογικά τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη της Δεξιάς την περίοδο του 1952-1963. Αλλά και η ανανέωση του δικομματικού κυβερνητικού σχήματος ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. (145+10 = 155 έδρες, με ποσοστά 35,5% και 3,7%) τον Σεπτέμβριο του 2015 επετράπη μόνο λόγω του νόμου Παυλόπουλου, ενώ θα ήταν αδύνατη με τον προηγούμενο νόμο Σκανδαλίδη, όπως ακριβώς και με το νέο σχέδιο νόμου (αν η αλλαγή είχε γίνει ήδη από το 2012-2014), αφού τα δύο κόμματα θα συγκέντρωναν αθροιστικά 149 έδρες (139+10 αντίστοιχα, ΠΙΝΑΚΑΣ).

* Ο Παναγιώτης Κουστένης είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης

tags: άρθρα

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)