to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Έγκλημα στην Πάτρα

Ένα πτώμα στην παραλία του Αγίου Βασιλείου στην Πάτρα, με μια αραβική λέξη γραμμένη στο μέτωπό του οδηγεί τον αστυνόμο Παπαδόπουλο σε μεγάλες περιπέτειες.


Οι 4 εποχές του κυρίου Ανανία
Μιράντα Βατικιώτη
Εκδόσεις Πικραμένος, 2016, 
σελ. 400

Οι εθνικές αστυνομικές λογοτεχνίες φαίνεται να αποτελούν μια ισχυρή τάση στις μέρες μας. Το τοπικό χρώμα γοητεύει τους αναγνώστες. Το ενδιαφέρον αυτό μαρτυρά και η επιλογή μεγάλων (αγγλόφωνων) καναλιών να γυρίσουν ξένα μυθιστορήματα του είδους σε τηλεοπτικές σειρές, όπως το Wallander (Σουηδία), το Zen (Ρώμη), κ.α.  

Αν υπάρχει κάποιος χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος, γνωστός και στο εξωτερικό, αυτός είναι ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, που πρωταγωνιστεί στα μυθιστορήματα του Πέτρου Μάρκαρη, και είναι συγγενής, κατά κάποιον τρόπο, και συνομήλικος τόσο με τον ήρωα των αστυνομικών ιστοριών του Καμιλέρι (Ιταλία) όσο και με εκείνον του Μονταλμπάν (Ισπανία). Και στους τρεις συγγραφείς, η τοπική κουλτούρα όπως και η τοπική κουζίνα παίζουν σημαντικό ρόλο.

Αν υπάρχει κάποιος επίγονος του αστυνόμου Χαρίτου, ένα λογοτεχνικό του τέκνο, αυτό είναι ο αστυνόμος Γιώργος Παπαδόπουλος, της υποδιεύθυνσης εγκλημάτων κατά της ζωής, ήρωας του πρόσφατου βιβλίου «Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία» της Μιράντας Βατικιώτη.

Ο Παπαδόπουλος μπορεί να μην έχει μακριά μαλλιά ούτε και να κλαίει, όπως κάνουν οι σύγχρονοι άντρες που προκαλούν σύγχυση στον Χαρίτο, αλλά, παρά τις ομοιότητες που μπορεί να του βρει κανείς με τον γηραιότερο αστυνομικό, θα εντοπίσει και ορισμένες σημαντικές διαφορές.  

Ξεκινώντας από τις ομοιότητες, ο ήρωας του Μάρκαρη, για να χαλαρώσει τα βράδια, κοιτάζει στην τύχη λήμματα στο λεξικό Τριανταφυλλίδη, ενώ ο Παπαδόπουλος κάνει κάτι αντίστοιχο, για να βρει την έμπνευση που χρειάζεται για να διαλευκάνει μία υπόθεση, ανοίγει τυχαία σελίδες σε κάποιο βιβλίο (του Μπέκετ, κατά προτίμηση). Στη σχέση με τα βιβλία, όμως, τα πρωτεία στην ιδιοτροπία έχει άλλος, ο Πέπε Καρβάλιο, ο ισπανός συγγενής (ντετέκτιβ), ο οποίος, διαλέγει (σχεδόν στην τύχη) ένα ή και περισσότερα βιβλία από τη βιβλιοθήκη του, για να τα χρησιμοποιήσει ως προσάναμα στο τζάκι.

Τόσο ο Χαρίτος όσο και ο Παπαδόπουλος έχουν έναν στενό φίλο, στον οποίο καταφεύγουν συχνά για παρέα και κουβέντα. Στην περίπτωση, όμως, του πρώτου, πρόκειται για έναν βασανισμένο από τη Χούντα αριστερό, που ζει πλέον με τις γλάστρες του και το αρχείο του, ενώ στην περίπτωση του Παπαδόπουλου ο φίλος είναι ένας δικηγόρος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο κοινωνικοπολιτικό εκτόπισμα.

Αυτός ο δικηγόρος και τρεις παλιές συμμαθήτριες από το σχολείο φαίνεται να αποτελούν την οικογένεια του σαραντάρη εργένη, Παπαδόπουλου, μαζί και με τη μητέρα του, που παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του.

Η σχέση των αστυνομικών ηρώων με το άλλο φύλο είναι χαρακτηριστική στον κάθε συγγραφέα. Ο ήρωας του Καμιλέρι έχει μια πολυετή σχέση εξ αποστάσεως, ο Καρβάλιο είναι της περιπέτειας, και μόνον ο Χαρίτος είναι οικογενειάρχης, με σύζυγο και κόρη. Σ’ αυτόν τον τομέα, λίγα πράγματα γνωρίζουμε για τον εργένη Παπαδόπουλο, τον οποίο ο ευφυής αντίπαλός του θεωρεί ομοφυλόφιλο – ίσως όχι αδίκως.   

Η βασική όμως διαφορά των δύο αντρών, Χαρίτου και Παπαδόπουλου, τους οποίους χωρίζουν αρκετά χρόνια ηλικίας, θα λέγαμε ότι είναι το γεγονός πως ο ήρωας της Βατικιώτη κάνει Τάι-τσι (πριν έκανε γιόγκα), ότι, δηλαδή, αποκλίνει από το στερεότυπο του έλληνα μπάτσου. Τη διαφορά αυτή, ο νεώτερος αστυνομικός την αντιλαμβάνεται ως απαραίτητο όρο της ύπαρξής του. Εντέλει, η διαφορά τους έγκειται στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν να υπάρχουν.

Ο Παπαδόπουλος διεκδικεί και υπερασπίζεται το δικαίωμά του να είναι αυτός που θέλει να είναι, βιώνοντας την αντίφαση ανάμεσα στο κοινωνικώς αποδεκτό πρότυπο του ρόλου του και τον ίδιο, με μια ένταση που σε ορισμένες στιγμές φαίνεται υπερβολική.

 «Με κοιτούσαν βέβαια όλοι σαν εξωγήινο, αλλά δεν έδινα δεκάρα για τα υποτιμητικά τους βλέμματα. Ήξερα καλά πως είμαι ο μπάτσος του μέλλοντος και γι’ αυτό έμοιαζα με άλιεν. […] Έτσι, λοιπόν, ως μια πτυχή αυτής της διαδικασίας, προσπαθούσα με νύχια και με δόντια να λέω πως κάνω Τάι-τσι χωρίς να ντρέπομαι».

Αντίθετα, ο Χαρίτος, ο ήρωας του Μάρκαρη, φαίνεται ευτυχής, παρά τη γκρίνια του, μέσα στον παραδοσιακό ρόλο του αστυνομικού, και στο ήθος που η κοινωνία αναμένει να συνοδεύει το ρόλο αυτό.

Οι συγγραφείς δεν αντιγράφουν την πραγματικότητα, συχνά με το έργο τους οραματίζονται μιαν άλλη, την αληθοφάνεια της οποίας προσπαθούν να κατασκευάσουν. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργούν εικόνες ζωής (η Βατικιώτη αρκετά πειστικά), που ενδέχεται στη συνέχεια να βρουν τους φυσικούς τους εκφραστές.

Το αν θα ήθελε κανείς οι έλληνες αστυνομικοί να κάνουν γιόγκα, να είναι εν αγνοία τους ομοφυλόφιλοι και να πίνουν καφέ με πολλή ζάχαρη, αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα. 

Η Βατικιώτη δεν ηθοκολογεί, αλλά προσπαθεί να είναι δίκαιη απέναντι στα πρόσωπα του έργου της, τα οποία δεν κρίνει.

Το μυθιστόρημα (Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία) διαθέτει χιούμορ και, σε σημεία, γίνεται ξεκαρδιστικό, όπως στη σκηνή όπου ο Παπαδόπουλος συνομιλεί με μια γυναίκα που του προξενεύει η μητέρα του.

«– Είσαι αστυνομικός και λύνεις φόνους, σωστά;

– Ναι, σωστά. Άμα ποτέ κάνεις κανέναν φόνο, έλα να σου πω πού να κρύψεις το πτώμα, της είπα, μπας και με αντιπαθήσει μια ώρα αρχύτερα και φύγει από το οπτικό μου πεδίο.

Δεν σκόπευε όμως να με αντιπαθήσει. Η φράντζα μου έκαιγε καρδιές απόψε! Γέλασε με την καρδιά της – τι να έκανα, γέλασα και εγώ. Την έχανα τη μάχη πριν καλά καλά αρχίσει.

– Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος για να τα βάζεις με δολοφόνους, είπε λάγνα. […]

– Εννοείται! Έχω περάσει με άριστα το τεστ γενναιότητας, της απάντησα.

Ξαναγελάσαμε. […]

Αναρωτήθηκα αν μπορούσα να αυτοκτονήσω καταπίνοντας πολλές χαρτοπετσέτες»

Εν γένει, οι γαστριμαργικές προτιμήσεις του αστυνόμου δεν έχουν την ποιότητα εκείνων του Ιταλού και του Ισπανού ομόλογού του. Ο έλλην αστυνομικός παχυντικά πράγματα ορέγεται και δεν φαίνεται να έχει μεγάλη σχέση με την μαγειρική ούτε και με την κουζίνα.

Η συγγραφέας διαθέτει το χάρισμα να κλιμακώνει την αγωνία και να δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία στις λεπτομέρειες, που δίνουν ζωή στους ήρωές της και τους ξεκολλάνε από το χαρτί, όπως την αξέχαστη κυρία Λένα και τα εξαίσια γλυκά του κουταλιού της. Ιδιαίτερα ευρηματικοί είναι και οι τίτλοι των κεφαλαίων της συγγραφέως, που λειτουργούν σαν μικροί γρίφοι, που λένε στον αναγνώστη πού να κοιτάξει, αλλά όχι και τι θα βρει.

Ξεκινώντας από την παραλία του Αγίου Βασιλείου, στην Πάτρα, όπου ένα πτώμα, ξαπλωμένο σε σεζ λονγκ, με τα χέρια στις τσέπες, κοιτάει τη θάλασσα. Ένα πτώμα, με μια αραβική λέξη γραμμένη στο μέτωπό του.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)