to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Στον τάφο του Τσάρλς Μπουκόφσκι υπάρχει η αγαπημένη του φράση, το μότο του, η επιγραφή: ''Don't try''. Γύρω από την ερμηνεία της έχει ξετυλιχτεί μια ολόκληρη συζήτηση. Είναι δήλωση ειρωνείας, η άραγε νωχελικότητας; Μήπως σημαίνει πως όλα είναι μάταια; Ή μήπως εννοεί, απλώς, να μην βιάζεσαι;


Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι ήταν ο πρώτος συγγραφέας που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το πρώτο βιβλίο που οικειοποιήθηκα. Για την ιστορία, το βιβλίο εκείνο ''Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας'', μού το έκανε δώρο ένας ''προβληματικός'' τύπος από το φροντιστήριο Αγγλικών`-ένας τύπος σαν κι εκείνους που ο Μπουκόφσκι ανέφερε συχνά πως τους τραβούσε πάνω του για έναν περίεργο λόγο. Ο τύπος εκείνος, λοιπόν, το έκλεψε κατά την διάρκεια μιας σχολικής επίσκεψης στην Βιβλιοθήκη Περιστερίου. ''Στο κάνω δώρο-μου είπε-το βούτηξα επειδή γράφει κάτι αλλόκοτα πράγματα μέσα, και σκέφτηκα ότι μόνο εσύ θα το διαβάσεις''. Είχε δίκιο, με κάποιον μεταφυσικό τρόπο συμβαίνει να σε επηρεάζει τελικά το καθετί, ακόμα και μία τυχαία περιστασιακή γνωριμία.

Επειδή ποτέ δεν έπαψα, παρόλες τις μετέπειτα διαφορετικές διαδρομές, να βρίσκω στα βιβλία του Μπουκόφσκι κάτι εντελώς ιδιαίτερο: Ότι μπορεί να γραφτεί υψηλού επιπέδου λογοτεχνία μακριά από διδαχτισμό, ηθικολογία, την ορθόδοξη πολιτική στράτευση, ή την καταφυγή στην παρηγοριά του μύθου. Αντίθετα, στον Μπουκόφκσι ξεπηδάει η ζωή με όλη την ωμότητα, τον κυνισμό και την γλυκόπικρη ομορφιά της, και κάπου κάπου μία αδιαμεσολάβητη απεγνωσμένη ευαισθησία μέσα σε έναν αλλόκοτο κόσμο. Ο Μπουκόφσκι ήταν ο μεγαλύτερος υπαρξιστής-αλλά χωρίς την ταμπέλα αυτή, έτσι που ο ίδιος αντιστρεφόταν φυσικά κάθε μαζικό χώρο- επειδή βίωσε στην φτώχεια, στην ασθένεια και στην ησυχία τις αντιφάσεις του 20ου αιώνα.

Η απέχθεια των λογοτεχνικών κύκλων των ελίτ-τότε και τώρα-απέναντι στο έργο του, μάλλον επιβεβαιώνει παρά μειώνει την αξία του. Και όσοι τον κατηγορούν συχνά για σεξισμό ή και μισανθρωπισμό, μάλλον υποτιμούν την λυτρωτική, κοινωνικοποιημένη σημασία που μπορεί να έχει η καταγραφή της αλήθειας, ιδιαίτερα σε μία εποχή όπου η τέχνη αυτονομείται από την κοινωνία, αναπαράγεται στους στενούς κύκλους των στεγανοποιημένων σιναφιών, ή που, ακόμα, οι κανόνες του θεάματος υποκαθιστούν το ουσιαστικό περιεχόμενο σε καθετί. Τα βιβλία του Μπουκόφσκι είναι γραμμένα για τους συνθλιβόμενους, τους από κάτω, είναι βιβλία λαϊκά. Ο ίδιος ο Μπουκόφσκι έμοιαζε μάλλον περισσότερο σε θαμώνα πρακτορείων του ΟΠΑΠ, ή σε συνταξιούχο εργάτη-παρά σε έναν μεγάλο, παγκοσμίου φήμης, συγγραφέα. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη από όλες τις επιτυχίες του.

Διαβάζοντας τις ιστορίες του Μπουκόφσκι, βλέπεις καθαρά την τρέλα, την μοναξιά, την απόγνωση, την συνενοχή της κοινωνίας, την βαθιά ρήξη της με κάθε τι συλλογικό. Τον μονοδιάστατο, αδιάφορο, τεχνικοποιημένο άνθρωπο: Στα βιβλία του Μπουκόφσκι ξεδιπλώνεται, ήδη από το 1970, η ιδεολογική ηγεμονία του επερχόμενου-τότε-νεοφιλελευθερισμού. Της κοινωνίας του παρά. Της διάλυσης των κοινωνικών σχέσεων.

Και επειδή οι ΗΠΑ είναι, καθώς λέγεται, 20 χρόνια μπροστά από την Ευρώπη, εντύπωση κάνει ότι το προλεταριάτο στα βιβλία του Μπουκόφσκι βασικά δουλεύει, ερωτεύεται και ζει, ''με το κομμάτι''.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε σαν βάρος για τον πατέρα του, αυτονομήθηκε, αλλά σαν παρίας, έφτασε στο κατώφλι του θανάτου νέος, αλλά του χαρίστηκε η ευκαιρία να συνεχίσει να δουλεύει σαν σκλάβος, και μετά να τα παρατήσει όλα και να φυτοζωεί πίνοντας και γράφοντας-πάντα και μόνο την νύχτα-και να συναντά την φήμη όταν πρέπει να την συναντά κανείς: Αρκετά μεγάλος ώστε να μην τον καταπιεί. Πρόλαβε να συγκροτήσει ένα δεμένο έργο-ντοκουμέντο της αστικής ζωής του 20ου αιώνα, με πάνω από 50 πεζογραφήματα, συλλογές διηγημάτων, και, οπωσδήποτε, ποιητικές συλλογές. Ο ίδιος ο Μπουκόφσκι αυτοπροσδιορίζονταν σαν ποιητής, εξάλλου.

Στον Μπουκόφσκι συναντάται ένα εξαίρετο παράδειγμα τού πως ενίοτε τα σύνορα μπορεί και να απελευθερώνουν: Οριοθετημένος από νωρίς στην ήττα, στο περιθώριο και στην ματαιότητα των πραγμάτων, κατόρθωσε να οικοδομήσει, για αυτό ακριβώς, και από αυτά τα υλικά, έναν δικό του θρίαμβο.

Πέθανε από λευχαιμία, και όχι από το ποτό, παρότι από το κορμί του είχανε διυλιστεί χιλιάδες γαλόνια από κρασί, μπύρα και ουίσκι, στις 9 Μαρτίου του 1994, στα 74 του χρόνια.

Στον τάφο του υπάρχει η αγαπημένη του φράση, το μότο του, η επιγραφή: ''Don't try''. Γύρω από την ερμηνεία της έχει ξετυλιχτεί μια ολόκληρη συζήτηση. Είναι δήλωση ειρωνείας, η άραγε νωχελικότητας; Μήπως σημαίνει πως όλα είναι μάταια; Ή μήπως εννοεί, απλώς, να μην βιάζεσαι; Μες στο μικρό δωμάτιο, ''στους μικρούς, δικούς σου χώρους, από όπου μπορείς να δώσεις την μάχη σου'', ανοίγεις ακόμα μια μπύρα, ανάβεις ακόμα ένα τσιγάρο. Μέχρι να έρθει από μόνη της- σαν μετουσίωση του χρόνου, όπως αποστάζεται από καρπό που σφύζει το νέο κρασί- η έμπνευση, μια ιδέα, για ένα σχέδιο, για μια ακόμα κατάκτηση, για μια ακόμα αποτυχία.

Μάλλον αυτό θα σημαίνει: Άστο να έρθει μοναχό του.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)