to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

13:21 | 08.10.2014

Πολιτική

Δημόσιος Κοινωνικός Έλεγχος και Συμμετοχή

Εισαγωγή: Υφιστάμενη κατάσταση/ Μια κριτική αποτίμηση



 

Τις τελευταίες δεκαετίες εξελίσσεται ένα φαινομενικά παράδοξο: Από την μια πλευρά πολλαπλασιάζονται οι θεσμοί και οι διαδικασίες συμμετοχής, διαβούλευσης και λογοδοσίας και από την άλλη περιορίζεται δραστικά η δυνατότητα της κοινωνίας και των πολιτών να ελέγξουν τους κυβερνώντες και να επηρεάσουν τις κρίσιμες αποφάσεις. Το παράδοξο αυτό εξηγείται αν εντάξουμε τις επιλογές αυτές στους συνολικότερους μετασχηματισμούς που συντελούνται στη δομή και τον τρόπο άσκησης της δημόσιας εξουσίας καθώς και στην αξιακή θεμελίωση και νομιμοποίηση των αποφάσεων. Συγκεκριμένα η νέα αρχιτεκτονική του κυβερνάν εγγράφεται στο κυρίαρχο υπόδειγμα της διακυβέρνησης που ρητορικά αποδυναμώνει το ρόλο του κράτους και της γραφειοκρατικής διοίκησης στην διαμόρφωση και την εφαρμογή των πολιτικών, και διαχέει την δημόσια εξουσία προς τα πάνω, προς τα κάτω και προς τα έξω δηλαδή στο υπερεθνικό και το περιφερικό επίπεδο, κυρίως σε μη κρατικούς φορείς όπως η αγορά και η περιώνυμη Κοινωνία Πολιτών. Η κριτική αποτίμηση ωστόσο της εμπειρίας από την εφαρμογή του μοντέλου μαρτυρεί ότι:

Α) Δεν προωθεί μια ουσιαστική αποδυνάμωση του κράτους σε όφελος της κοινωνίας αλλά εμπεδώνει ένα άλλο τύπο άρθρωσής του με την οικονομία, που μεταβάλει ριζικά τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου

Β) Μεταγγίζει και νομιμοποιεί τα προτάγματα και τα συμφέροντα της αγοράς στους δημόσιους θεσμούς και στις κρατικές λειτουργίες.

Γ) Αποπολιτικοποιει την πολιτική εξουδετερώνοντας τα συγκρουσιακά της φορτία και υποβιβάζοντας την διευθέτηση των ανταγωνιστικών ταξικών συμφερόντων σε τεχνοκρατική διαχείριση.

Δ) Αλλοιώνει το ρόλο σημαντικών κρατικών θεσμών υπονομεύοντας ταυτόχρονα κρίσιμες δημόσιες λειτουργίες όπως η ρύθμιση και η εποπτεία ( Είναι εξόχως αποκαλυπτικό το παράδειγμα των Ανεξάρτητων Ρυθμιστικών Αρχών)

Ε)Ενσωματώνει τους θεσμούς κοινωνικής συμμετοχής και έλεγχου στη λογική του συστήματος μεθοδεύοντας μια ιδιότυπη κρατικοποίηση όλων των μορφών

συλλογικής εκπροσώπησης η οποία τους οδηγεί στην απαξίωση και στον εκφυλισμό.

ΣΤ) Εμπεδώνει τις τάσεις του κοινωνικού κατακερματισμού και της εξατομίκευσης προωθώντας μια απονευρωμένη πολιτικά συμμετοχή και την αντίληψη του πολίτη πελάτη-τηλεθεατή

Ζ) Αποδυναμώνει δραματικά τον ρόλο της εργασίας και των εκπροσώπων της ενισχύοντας υπέρμετρα την πλευρά των δυνάμεων της αγοράς.

Ταυτόχρονα οι διευθετήσεις αυτές επιχειρούν να δώσουν απαντήσεις στην πολυδιάστατη πολιτική κρίση ( κρίση εκπροσώπησης, αποτελεσματικότητας, νομιμότητας) η οποία προηγήθηκε της οικονομικής κρίσης, μετατοπίζοντας τα θεμέλια της νομιμοποίησης από την κοινωνική αποτελεσματικότητα των κρατικών πολιτικών στη διαδικασία διαμόρφωσης και εφαρμογής τους. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ανάλογα με τις ανάγκες της συγκυρίας οι πολυδιαφημισμένοι θεσμοί συμμετοχής και ελέγχου εργαλειοποιούνται (πχ δημόσια διαβούλευση), αγνοούνται (πχ συμβουλευτικά όργανα ΟΤΑ) ή παραμερίζονται και εξουδετερώνονται (πχ συλλογικές διαπραγματεύσεις).

2.Τα επίπεδα, η μεθοδολογία και οι στόχοι των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων

Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι το δημοκρατικό έλλειμμα δεν εντοπίζεται μόνο στους θεσμούς και στις διαδικασίες συμμετοχής και λογοδοσίας αλλά, κυρίως, στην κοινωνική και πολιτική αναποτελεσματικότητα τους και στη διαδικαστική λογική που τους διέπει. Τούτο σημαίνει ότι η αναβάθμιση της δημόσιας λογοδοσίας και του

κοινωνικού ελέγχου προϋποθέτει ένα ριζοσπαστικό και πολυεπίπεδο εκδημοκρατισμό των κρατικών δομών και των θεσμών πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης που θα αλληλεπιδρά με μια νέα πολιτική κουλτούρα, η οποία θα αναδεικνύει τις αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και της δημοκρατικής εγρήγορσης. Στην κατεύθυνση αυτή απαιτούνται συντονισμένες παρεμβάσεις: στους μηχανισμούς και στις διαδικασίες που διαμορφώνουν την πολιτική κουλτούρα και τις συλλογικές συμπεριφορές, στο θεσμικό πλαίσιο, στις κεντρικές πολιτικοδιοικητικές δομές και στο τοπικό κράτος.

Είναι προφανές ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν θα δρομολογηθούν σε ένα θεσμικό και πολιτικό κενό, ούτε μπορούν να εκκινούν από ένα κοινωνικά και θεσμικά πολιτικό βολονταρισμό χωρίς προϋποθέσεις. Αντίθετα θα σχεδιαστούν στα ίχνη ενός ριζοσπαστικού και ρεαλιστικού οδικού χάρτη που θα περιλαμβάνει : α) Την αποσαφήνιση των ορίων και την διεύρυνση των δυνατοτήτων που προσφέρει το ευρωπαϊκό εθνικό κανονιστικό πλαίσιο β) Την χαρτογράφηση και την κριτική αποτίμηση, με βάση την εμπειρία από την εφαρμογή των υφιστάμενων θεσμών κοινωνικού ελέγχου, λογοδοσίας και συμμετοχής γ) Τον εντοπισμό των θετικών επιτεύξεων τους αλλά και των στρεβλώσεών τους δ) Την επεξεργασία νέων θεσμών και διαδικασιών που θα λαμβάνει υπόψη της την διεθνή και εγχώρια εμπειρία και θα αξιοποιεί και θα κινητοποιεί το διαθέσιμο δυναμικό.

Όλα τα παραπάνω θα συγκλίνουν στην διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος και ενός πλαισίου που θα διασφαλίζουν την ουσιαστική συμμετοχή και τον αποτελεσματικό έλεγχο, θα εξυπηρετούν την κοινωνική δικαιοσύνη και την κοινωνική συνοχή, θα σέβονται και θα προστατεύουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και θα προάγουν τις δημοκρατικές αξίες και παραδόσεις.


 


 

3. Γενικές προτάσεις

Α)Παρεμβάσεις στο πεδίο της πολιτικής κουλτούρας

Κανένας θεσμός συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικός χωρίς τη σύμπραξη του ενεργού, κριτικού και ενημερωμένου πολίτη. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένης απάθειας, κυνισμού και εξατομίκευσης που καλλιεργούνται συστηματικά από την παραμορφωτική, χειραγωγούμενη και επιλεκτική διαμεσολάβηση των ΜΜΕ, το αίτημα και η αναγκαιότητα της συμμετοχής και του ελέγχου εργαλειοποιούνται και φενακίζονται.

Σε αυτό το πλαίσιο προτείνονται τα εξής:

  • Αναβάθμιση της πολιτειακής και της κοινωνικής παιδείας με την ένταξη και τον εμπλουτισμό των στοιχείων που τις συνθέτουν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης με τρόπο που να μην επιβαρύνεται το πρόγραμμα σπουδών, αλλά και διάχυσή της σε χώρους εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.

  • Αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας των δημόσιων και ιδιωτικών ΜΜΕ (ποιότητα, πλουραλισμός, αντικειμενικότητα του προγράμματος, εποπτικοί μηχανισμοί κτλ). Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας αυτόνομης δημοσιότητας που θα ενθαρρύνει τον έλεγχο και την κριτική των θεσμών και των πρόσωπων που ασκούν εξουσία, θα παρέχει εκτεταμένες και ουσιαστικές δυνατότητες στους πολίτες και στις συλλογικότητες να συμμετέχουν διαπλαστικά στην ενημέρωση και να ελέγχουν τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Το σύντομο και ελπιδοφόρο παράδειγμα της λειτουργίας της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΡΤ αποτελεί ικανή απόδειξη για τις δυνατότητες αυτού του μοντέλου επικοινωνίας.


 

B) Διεύρυνση και εκδημοκρατισμός των θεσμών συμμετοχής και ελέγχου

Η παρουσία θεσμών συμμετοχής και ελέγχου θα πρέπει να αποβάλουν την ταύτισή τους με πρακτικές που ακυρώνουν την ουσία τους και να αποκτήσουν περιεχόμενο που να φέρει τον πολίτη και την κοινωνία στο προσκήνιο με την δημιουργία όρων που θα επιτυγχάνουν την διαρκή τους εγρήγορση και παρέμβαση, παράλληλα με τη διεύρυνση των μορφών συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου. Σε αυτό το πλαίσιο περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

  • Λαϊκή συμμετοχή και δημοψηφίσματα

Αναμφίβολα το δημοψήφισμα αποτελεί ένα θεσμό που εξυπηρετεί και προάγει θεμελιώδεις λειτουργίες της δημοκρατίας, όπως η συμμετοχή του λαού στην λήψη και νομιμοποίηση των κρίσιμων πολιτικών και πολιτειακών αποφάσεων καθώς και ο έλεγχος και η λογοδοσία των κυβερνώντων.

Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης των αντιπροσωπευτικών θεσμών και αμφισβήτησης των λειτουργιών και της αποτελεσματικότητας του πολιτικού συστήματος, το δημοψήφισμα μπορεί να αποτελέσει άμεσο θεσμικό δίαυλο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων και διαδικασία αναζωογόνησης της δημοκρατικής συμμετοχής και νομιμοποίησης.

Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα παραπάνω ωφέλιμα αποτελέσματα δεν επέρχονται αυτόματα αλλά εφόσον διασφαλιστούν οι αναγκαίες διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις όπως: α) Ο σαφής προσδιορισμός της θεματολογίας β) Η διασφάλιση των όρων για την ελεύθερη έκφραση των πολιτών και την απρόσκοπτη και αποτελεσματική συμμετοχή του εκλογικού σώματος, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα χειραγώγησης και αποκλεισμού γ) Η διασφάλιση της ελευθερίας και του πλουραλισμού των θέσεων, των απόψεων και της οργανωτικής έκφρασης των φορέων που κινητοποιούνται και συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο δ) Η διασφάλιση της δεσμευτικότητας της λαϊκής απόφανσης σε συνδυασμό με την αντιπροσωπευτικότητά της.

Ωστόσο αναγκαία προϋπόθεση για τον εκδημοκρατισμό του θεσμού είναι η ενίσχυση της λαϊκής πρωτοβουλίας με την θεσμοθέτηση των ομόλογων δημοψηφισμάτων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

  • Θεσμική και πολιτική διασύνδεση Κοινοβουλίου και Κοινωνίας

Η διασύνδεση των αντιπροσωπευτικών θεσμών εκπροσώπησης όπως η Βουλή με τους πολίτες, ώστε να αναδεικνύεται ουσιαστικά ο ρόλος της κοινωνικής παρέμβασης και να κατοχυρώνεται μέσα από πολιτικά και θεσμικά εργαλεία, όπως:

α) Η θέσπιση μόνιμων ομάδων διαβούλευσης των επιτροπών της Βουλής με κοινωνικές οργανώσεις. Η σύνθεση των ομάδων αυτών μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το εξεταζόμενο κάθε φορά ζήτημα.

β) Η διοργάνωση δημόσιων εκδηλώσεων με τη συμμετοχή μελών του Κοινοβουλίου, της Κυβέρνησης και των κοινωνικών οργανώσεων ενόψει σημαντικών κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων.

  • Κοινωνικός Διάλογος

Στην Ελλάδα οι θεσμοί κοινωνικού διαλόγου αναπτύχθηκαν ταχύτατα, χωρίς μάλιστα να υπάρχει προηγούμενη σοβαρή θεσμική εμπειρία και κουλτούρα, ιδιαίτερα μετά το 1994, ως αποτέλεσμα της επιρροής που ασκούν στο εγχώριο πολιτικοδιοικητικό σύστημα οι θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ε.Ε, σε συνδυασμό με την «προετοιμασία» για την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ. Παράλληλα το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατακλύστηκε από θεσμούς και όργανα κοινωνικού διαλόγου . Για όλους σχεδόν τους στρατηγικούς τομείς της κρατικής πολιτικής ιδρύθηκαν ποικιλώνυμα όργανα με αρμοδιότητα να οργανώσουν και να συστηματοποιήσουν το διάλογο. Συνοψίζοντας κριτικά την εμπειρία από τη λειτουργία των θεσμών κοινωνικού διαλόγου στη χώρα μας θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι κύρια χαρακτηριστικά του είναι: α) Η τυπική χρήση του κοινωνικού διαλόγου χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο που συχνότατα αποτελεί το τυπικό άλλοθι για την επίκληση της κοινωνικής διαβούλευσης που επιζητεί την υφαρπαγή συναινέσεων των εργαζομένων και ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων εκπροσώπησης σε ειλημμένες αποφάσεις. β)Η πολυμέρεια της εκπροσώπησης των συμφερόντων, γεγονός που περιορίζει την ευελιξία και την αποτελεσματικότητά του και υποβαθμίζει την εκπροσώπηση αλλά και τη σημασία ιδιαίτερα σημαντικών θεμάτων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. γ) Ο πληθωρισμός των θεσμών και των οργάνων του. Πράγματι για κάθε σημαντική κρατική λειτουργία και πολιτική συστήθηκαν, χωρίς ιδιαίτερη μελέτη και αξιολόγηση της σκοπιμότητας τους, επιτροπές και συμβούλια, με συνέπεια πολλά από αυτά σύντομα είτε αδρανοποιήθηκαν είτε καταργήθηκαν δ) Η τεχνοκρατική προσέγγιση τον ζητημάτων, κάτι άλλωστε που σε πολλές περιπτώσεις προβλέπεται ρητά από το θεσμικό πλαίσιο λειτουργία τους, γεγονός όμως που εξουδετερώνει το συγκρουσιακό φορτίο των επίδικων ζητημάτων, ε) Οι θεσμοί κοινωνικού διαλόγου, όπως υλοποιήθηκαν συνέβαλαν στην προϊούσα τάση κρατικοποίησης και γραφειοκρατικοποίησης των κοινωνικών οργανώσεων στ) Τέλος οι σχετικές διαδικασίες εμφανίζουν και μια παράδοξη λειτουργία: ενώ διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη νομιμοποίηση κεντρικών πολιτικών επιλογών, εν τούτοις οι αποφάσεις στις οποίες καταλήγουν δεν συνεπάγονται ουσιαστικές δεσμεύσεις για τα κυβερνητικά όργανα.

Στη συνάφεια αυτή προτείνονται:

α) ο περιορισμός των εκπροσώπων στις τρεις ομάδες της ΟΚΕ σε εκείνες τις οργανώσεις που συνδέονται άμεσα με την παραγωγική διαδικασία

β) ο περιορισμός των λοιπών θεσμών κοινωνικού διαλόγου με την παράλληλη αναβάθμιση του ρόλου των εκπροσώπων που συνδέονται με την παραγωγική διαδικασία σε αυτούς.

γ) Η απογραφειοκρατικοποίηση των δομών κοινωνικού διαλόγου με την δυνατότητα συμμετοχής στους ομόλογους θεσμούς εκπρόσωπων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων με κινηματικό προσανατολισμό.

δ) Κατάργηση ή δραστικός περιορισμός των αμοιβών των εκπρόσωπων των φορέων στους σχετικούς θεσμούς.

  • Δημόσια διαβούλευση

Το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο περιορίζει τη δημόσια διαβούλευση σε μια τυπική ηλεκτρονική διαδικασία, άκρως γραφειοκρατική και αδιαφανή ενώ η ακολουθούμενη πρακτική εξυπηρετεί κυρίως επικοινωνιακούς στόχους και αποσκοπεί στην διαδικαστική νομιμοποίηση κρίσιμων νομοθετικών παρεμβάσεων . Αποτέλεσμα να αποκλείονται από αυτήν σημαντικά τμήματα της κοινωνίας και να εξουδετερώνεται η όποια δυνατότητα επιρροής στην νομοπαραγωγική διαδικασία και στις πολιτικές αποφάσεις. Παράλληλα έχουν αγνοηθεί σημαντικές και αποτελεσματικές μορφές δημόσιας διαβούλευσης. Η διεθνής και η εγχώρια εμπειρία έχει δείξει ότι μια διαφορετική προσέγγιση της δημόσιας διαβούλευσης που θα στηρίζεται στην μέγιστη δυνατή προωθητική σύνθεση και στη διαφάνεια μπορεί να ουσιαστικοποιήσει τη συμμετοχή και τον κοινωνικό έλεγχο. Συγκεκριμένα προτείνονται:


 

α) Η θέσπιση ενός κεντρικού θεσμού που θα συντονίζει όλες τις διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης και στον οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των βασικότερων κοινωνικών οργανώσεων.

β) Η αξιοποίηση και άλλων μορφών δημόσιας διαβούλευσης όπως ενδεικτικά:

- Οι άτυπες επαφές μεταξύ δημόσιων θεσμών και κοινωνικών οργανώσεων για την ανταλλαγή απόψεων, τη συλλογή στοιχείων και την αμοιβαία ενημέρωση

- Οι κύκλοι σχολίων και κείμενα διαβούλευσης που προσφέρουν τη δυνατότητα στους εμπλεκομένους φορείς να διατυπώσουν τις απόψεις και τις θέσεις τους σε όλες τις φάσεις διαμόρφωσης και εφαρμογής των κρατικών πολιτικών

– Ο δημόσιος σχολιασμός που θα υποχρεώνει τους φορείς πολιτικής και νομοθετικής πρωτοβουλίας να ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους για τους στόχους και τις δυνατότητες των προτεινόμενων πολιτικών

- Οι ομάδες μελέτης και τα πάνελ πολιτών

γ) Η διασφάλιση της δημοσιότητας της δημόσιας διαβούλευσης με την αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.

  • Κοινωνική συμμετοχή στις δημοσιονομικές διαδικασίες και στον δημοσιονομικό έλεγχο


 

Καθιερώνεται η συμμετοχή εκπροσώπων κοινωνικών φορέων στη διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού και κυρίως στον έλεγχο του απολογισμού και του ισολογισμού.

4. Συμμετοχή και κοινωνικός έλεγχος στη Δημόσια Διοίκηση

Η συμμετοχή και ο κοινωνικός έλεγχος επεκτείνεται στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας που αποτελεί την δημόσια διοίκηση. Ειδικότερα προτείνεται ένα πλαίσιο παρεμβάσεων στην κεντρική διοίκηση και στην αποκεντρωμένη/περιφερειακή της διάσταση.

Α)Κεντρική Διοίκηση

  • Αναδιάρθρωση των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών : Περιορισμός, αποτεχνοκρατικοποίηση και απογαλακτισμός από την αγορά και ενίσχυση της συμμετοχής της κοινωνίας πολιτών.

  • Ενίσχυση της δημοσιότητας και της διαφάνειας της διοικητικής δράσης.

  • Διευκόλυνση της πρόσβασης των πολιτών στη Διοίκηση.

  • Θέσπιση δομών και διαδικασιών συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου στις σημαντικότερες δημόσιες υπηρεσίες.

  • Αναβάθμιση της συμμετοχής των πολιτών στην διοικητική διαδικασία.

  • Συμμετοχική Αξιολόγηση των δημοσίων υπηρεσιών με κριτήριο την κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτισμική αποτελεσματικότητα.

  • Αξιολόγηση του προσωπικού στη βάση κριτηρίων κοινά αποδεκτών και ελεγχόμενων ως προς την εφαρμογή τους, με μόνο γνώμονα την ποιοτική αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και της εργασίας στο Δημόσιο.


 

Β)Περιφερειακή διοίκηση – Αυτοδιοίκηση

  • Αξιοποίηση και ουσιαστικοποίηση υφιστάμενων συμμετοχικών θεσμών που σήμερα υπολειτουργούν.

  • Περιφερειακά και τοπικά δημοψηφίσματα.

  • Συνελεύσεις σε επίπεδο δημοτικών και κοινοτικών διαμερισμάτων.

  • Συμμετοχικός προϋπολογισμός στις περιφέρειες και στους δήμους .


 

5.Οικονομική δημοκρατία/Συμμετοχή και έλεγχος στο πεδίο της επιχείρησης

Α)Γενικό πλαίσιο

Η οικονομική δημοκρατία , στενά συνδεδεμένη με την οικονομία των αναγκών και την αλληλέγγυα οικονομία , απαιτεί τη δημοκρατική οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής, τον κοινωνικό έλεγχο του δικτύου διακίνησης προϊόντων και αγαθών καθώς και του δικτύου της κατανάλωσης.

Βασική παράμετρος ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι η διαμόρφωση μιας κουλτούρας κοινωνικών παραγωγών που θα καλλιεργείται στο εκπαιδευτικό σύστημα και θα ενισχύεται από μια ευρύτερη πολιτισμική παρέμβαση που θα αναδεικνύει τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες με προτεραιότητες και ιεραρχήσεις παράλληλα με τον ρόλο της εργασίας στη δημιουργία του παραγόμενου πλούτου.

Στο πλαίσιο αυτό βασικός είναι ο ρόλος της δημιουργίας μιας νέας κουλτούρας εργαζόμενου, ως κοινωνικού παραγωγού, και των εκπροσώπων της εργασίας που θα διαπνέονται από μια νέα αντίληψη για τον συνδικαλισμό που θα υπηρετεί βασικές κοινωνικές αξίες(αλληλεγγύη, ενότητα, δημοκρατία, ανιδιοτέλεια) αφήνοντας στο περιθώριο παθογένειες του παρελθόντος και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που απαξιώνουν με πράξεις και παραλείψεις τη συλλογική έκφραση των εργαζομένων.

Ο στόχος αυτός απαιτεί πρόσθετες αναγκαίες παρεμβάσεις για την αποτελεσματική επίτευξή του με κύριο άξονα την ενίσχυση των συλλογικών δικαιωμάτων στους εργασιακούς χώρους. Βασικές συντεταγμένες του εγχειρήματος θεωρούνται η ενίσχυση του χαρακτήρα της συλλογικής εκπροσώπησης , η κοινωνική/συλλογική διαπραγμάτευση, η εργατική συμμετοχή και ο έλεγχος, η ανεμπόδιστη άσκηση του απεργιακού δικαιώματος.

Ειδικότερα:

α) Η ενίσχυση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων απαιτεί τον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης και ελέγχου για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων αφήνοντας χώρο στους ίδιους τους εργαζόμενους να ορίζουν τα του οίκου τους μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο αρχών που θα ορίζει ο κρατικός νομοθέτης. Παράλληλα θα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την καθιέρωση της παρουσίας της συλλογικής εκπροσώπησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία όταν μάλιστα το ασφυκτικό θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει συμβάλλει ώστε το 98% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα να στερείται μιας τέτοιας εκπροσώπησης.

β) Η ενίσχυση του ρόλου της κοινωνικής διαπραγμάτευσης στους χώρους δουλειάς θα αποκαθιστά τον θεσμό των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων μετά από την πλήρη αποδιάρθρωσή τους κατά την περίοδο των μνημονίων. Παράλληλα θα επεκτείνει και θα εμβαθύνει τον ρόλο της σε νέα πεδία(παρεμβάσεις με προτάσεις για την παραγωγική διαδικασία και κατά της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας, τη μείωση του ρόλου της εκτελεστικής εργασίας, τη διάχυση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, το σχεδιασμό και την τυπική αναγνώριση επαγγελματικών ειδικοτήτων, παράλληλα με την αναγνώριση της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε επίπεδο επιχειρηματικών ομίλων, διαπραγμάτευση τοπικού και περιφερειακού χαρακτήρα οργανώσεων σε θέματα πολιτισμού και περιβάλλοντος).

γ) Η ενίσχυση της έννοιας και του ρόλου της εργατικής συμμετοχής και ουσιαστικού ελέγχου μέσα από την δημιουργία συμμετοχικής κουλτούρας και ελέγχου περιορίζοντας τον ρόλο του απόλυτου διευθυντικού δικαιώματος. Η κυβέρνηση της αριστεράς θα προβεί σε όλα τα αναγκαία νομοθετικά και άλλα μέτρα, ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτή την κατεύθυνση προωθείται το δικαίωμα συναπόφασης για ζητήματα εργασιακών συνθηκών και ρυθμών εργασίας, και η αναβάθμιση των αρμοδιοτήτων των εκπροσώπων των εργαζομένων σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας και πτώχευσης των επιχειρήσεων, ομαδικών απολύσεων, και απόπειρας μαζικής επιβολής βλαπτικών εργασιακών συνθηκών από τις επιχειρήσεις .

Ειδικότερα για αντίστοιχες περιπτώσεις που αφορούν σε επιχειρήσεις άνω των 150 εργαζόμενων καθιερώνεται διαδικασία ευρύτερου κοινωνικού και διαχειριστικού ελέγχου με τη συμμετοχή κοινωνικών φορέων σε τοπική και κλαδική κλίμακα για την αναζήτηση λύσεων υπέρ της απασχόλησης παράλληλα με την παροχή δυνατότητας προσφυγής των εκπροσώπων των εργαζομένων στη δικαιοσύνη για πράξεις και παραλείψεις των εργοδοτών που θέτουν σε κίνδυνο το κοινωνικό συμφέρον.

Οι παρεμβάσεις αυτές θα μπορούν να συνοδεύονται και από ευρύτερες παρεμβάσεις περιβαλλοντικού χαρακτήρα και ελέγχου από τοπικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις σε τοπική και περιφερειακή κλίμακα ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος από την απειλή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

δ) Η ενίσχυση του απεργιακού δικαιώματος και η απεμπλοκή του από τους στενούς νομοθετικούς περιορισμούς, και συχνά κατασταλτικούς μηχανισμούς απέναντι στην απεργία, συνιστά αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της οικονομικής δημοκρατίας και του ρόλου των εργαζομένων στο πλαίσιο μιας γενικότερης αντίληψης που θα αμβλύνει τις ανισότητες που παράγει από τη φύση της η σχέση της μισθωτής εργασίας αλλά και θα αναδεικνύει και την ευθύνη των εργαζομένων ως βασικών παραγωγών των κοινωνικών αγαθών.

ε) Η δημιουργία όρων ενίσχυσης της εφαρμογής της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας με την ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση του σώματος επιθεωρητών εργασίας, την καθιέρωση συνεργειών των μηχανισμών ελέγχου της αγοράς εργασίας((ΣΕΠΕ, ΙΚΑ, ΔΟΥ)και την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε θέματα εργατικών διαφορών υποβοηθούμενη από τη δημιουργία εργατοδικείων κατά το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών χωρών(πχ. Γαλλία, Βέλγιο, Μάλτα).

Β ) Koινωνικός έλεγχος σε επιχειρήσεις και οργανισμούς του Δημοσίου

Ο ρόλος των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών απαιτούν αναπτυγμένες μορφές συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου σε σχέση με τα αντίστοιχα που θα ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας ώστε να αποτελούν τον πιλότο των παρεμβάσεων σε επίπεδα εργατικής συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου στην κατεύθυνση της ουσιαστικής, και όχι της ψευδεπίγραφης με βάση την εμπειρία της δεκαετίας του ΄90, κοινωνικοποίησης.

Κατά συνέπεια, εκτός από τα προβλεπόμενα για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις στον τομέα αυτό θα απαιτηθούν και πρόσθετες παρεμβάσεις που ενισχύουν τον ευρύτερο κοινωνικό ρόλο αυτών των επιχειρήσεων και οργανισμών.

α) Οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί που βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο και εντάσσονται στην κατηγορία εκείνων που ο ρόλος τους κρίνεται ως καθοριστικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο(πχ. ενέργεια, μεταφορές, ύδρευση) υπάγονται σε κοινωνικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι καθιερώνονται θεσμοί κοινωνικού ελέγχου με τη συμμετοχή από εκπροσώπους κοινωνικών οργανώσεων και κοινωνικών ομάδων/χρηστών των αγαθών που παράγουν ή παρέχουν οι δημόσιοι αυτοί φορείς, εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, και από εκπροσώπους των εργαζομένων σε αυτές σε ποσοστό μέχρι του 1/3 της συνολικής εκπροσώπησης. Οι θεσμοί αυτοί έχουν αρμοδιότητες υποχρεωτικής διαβούλευσης με τις διοικήσεις των δημόσιων φορέων και η γνώμη τους έχει αυξημένη ισχύ αν συγκεντρώνει την πλειοψηφία των εκπροσωπούμενων σε αυτούς μελών.

β) Καλλιεργούνται συνθήκες και όροι όσμωσης μεταξύ των εργαζομένων των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων και της ευρύτερης κοινωνικής εκπροσώπησης σε αυτούς(πχ. κοινωνικοί, τοπικοί φορείς) στο πλαίσιο ενίσχυσης του κοινωνικού ρόλου των φορέων αυτών.

Γ) Ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος και των μορφών αυτοδιαχείρισης

Η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος και των μορφών αυτοδιαχείρισης συνιστούν αποτελούν σημαντικές παραμέτρους για την ανάπτυξη της αλληλέγγυας οικονομίας και την ενίσχυση της οικονομικής δημοκρατίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερα μάλιστα μετά από τα καταστροφικά αποτελέσματα της κρίσης και των μνημονίων σε όλο το φάσμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, απαιτείται ένα ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία των συνεταιρισμών καθώς επίσης και ειδική νομοθεσία που ευνοεί την ανάπτυξη μορφών αυτοδιαχείρισης. Ειδικότερα:

α)Δημιουργία πολιτικής για τους συνεταιρισμούς(συνεταιριστικές επιχειρήσεις, εργατικούς συνεταιρισμούς) στηριγμένης σε όρους άμεσης δημοκρατίας απέναντι σε πρακτικές γραφειοκρατικοποίησης των συνεταιρισμών των προηγούμενων δεκαετιών.

β) Δημιουργία εθνικού ινστιτούτου συνεταιρισμών με περιφερειακές, τοπικές και κλαδικές δομές.

γ) Επιδότηση των συνεταιρισμών με ρήτρες απασχόλησης.

δ) Μεταρρύθμιση του πτωχευτικού δικαίου και κατάργηση του αντεργατικού άρθρου 99 του Ν.3588/07. Στο πλαίσιο αυτό καθιερώνεται ο κοινωνικός και εργατικός έλεγχος των υπό πτώχευση επιχειρήσεων σε όλα τα στάδια της πτωχευτικής διαδικασίας με τη μη δυνατότητα εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας παρά μόνο με όρους ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος και με προτεραιότητα για τους εργαζόμενους έναντι των άλλων πιστωτών.

ε) Θεσμική διευκόλυνση για τη δημιουργία συνεταιρισμών και αυτοδιοικούμενων επιχειρήσεων σε περίπτωση εγκατάλειψής τους από εργοδότες.

στ) Αναγνώριση του δικαιώματος χρησικτησίας υπέρ των εργαζομένων, σε περίπτωση πτώχευσης των επιχειρήσεων όταν οι αξιώσεις των εργαζόμενων υπερβαίνουν τα 2/3 των συνολικών οφειλών, στην κατεύθυνση της αυτοδιαχείρισης.

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)