to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Δίκη Σκουριών: «Η στοχοποίηση των κατηγορουμένων είχε στόχο να φιμώσει το κίνημα ενάντια στις εξορύξεις χρυσού»

Την στοχοποίηση των κατοίκων της Χαλκιδικής και γενικότερα του κινήματος ενάντια στις εξορύξεις χρυσού ήδη από το 2012 ανέδειξαν οι σημερινές αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης στην 9η δικάσιμο για την υπόθεση του εμπρησμού των Σκουριών καθώς και την βιασύνη των διωκτικών αρχών να ενοχοποιήσουν χωρίς στοιχεία ανθρώπους που αγωνίστηκαν για τον τόπο τους.


Παράλληλα αποδομήθηκε η αξιοπιστία κινητών ευρημάτων από τον χώρο του εργοταξίου των Σκουριών τα οποία χρησιμοποιούνται στη δικογραφία αλλά και στην εισαγγελική πρόταση για την ενοχοποίηση κατηγορουμένων.

Να υπενθυμίσουμε ότι στην πρότασή του την Πέμπτη ο εισαγγελέας πρότεινε την απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων για τις κατηγορίες της εγκληματικής οργάνωσης, της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της ληστείας ενώ πρότεινε την ενοχή πέντε ατόμων για τα αδικήματα της κατοχής, κατασκευής εκρηκτικών, της έκρηξης καθώς και της πρόκλησης διακεκριμένων φθορών. Επιπλέον πρότεινε την ενοχή ενός εκ των κατηγορουμένων για το αδίκημα της οπλοχρησίας.

Στην αγόρευσή του ο συνήγορος υπεράσπισης δυο ατόμων που σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση εικάζεται ότι είχαν φυσική παρουσία στο εργοτάξιο εκείνη την ημέρα (ο εισαγγελέας εικάζει ότι φυσική παρουσία είχαν πέντε συνολικά εκ των κατηγορουμένων), αναφέρθηκε στον τρόπο συλλογής των στοιχείων τα οποία, όπως είπε, κανείς δεν ξέρει ούτε πως ούτε πότε βρέθηκαν εκεί.

Συγκεκριμένα όσον αφορά τους κάλυκες που φέρεται να βρέθηκαν στον χώρο του εργοταξίου, σημειώθηκε από τον δικηγόρο ότι, σύμφωνα με την βαλλιστική έρευνα, οι τρεις από τους πέντε ήταν πολύ οξειδωμένοι και οι δύο παρουσίαζαν οξειδώσεις περιορισμένης έκτασης, ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιήθηκαν εκείνη την ημέρα. Αναφέρθηκε επίσης ο διαφορετικός αριθμός αντικειμένων που καταγράφεται στις εκθέσεις κατάσχεσης καθώς και η έλλειψη περιγραφής από τους αστυνομικούς όλων των αντικειμένων, πράγμα που δείχνει την ιδιαίτερη προχειρότητα με την οποία διεξάγεται η αστυνομική έρευνα προανακριτικά. Στην έκθεση κατάσχεσης δεν αναφέρεται καν η εύρεση καλύκων, στην έκθεση αφαίρεσης βρίσκονται τέσσερις ενώ στη συνέχεια αποστέλλονται για βαλλιστική έξι.

Όσον αφορά στην εύρεση ενός σκούφου 700 μέτρα από τον χώρο του εργοταξίου που ενοχοποιεί σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση άλλον κατηγορούμενο, ο ίδιος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρει ότι η σχετική αναφορά του αστυνομικού δεν μπορεί να ευσταθεί καθώς σύμφωνα με τον χάρτη το σημείο εκείνο απέχει τουλάχιστον 1,5 χιλιόμετρο από τον χώρο του εργοταξίου. Συν τοις άλλοις τόσο μάρτυρες όσο και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκαν ότι επισκέπτονταν συχνά το βουνό για υλοτόμηση και κυνήγι και ενδέχεται ο εν λόγω σκούφος να είχε πέσει κάποια άλλη στιγμή. Επιπλέον ο συγκεκριμένος σκούφος είχε πάνω του χώματα και κανένα ίχνος από πυρίτιδα ή βενζίνη, κάτι που δείχνει, σύμφωνα με το συνήγορο ότι δεν μπορεί να απορρίφθηκε εκείνη την ημέρα της επίθεσης.

Αναφερόμενος ακόμη σε κλήσεις από και προς κατηγορούμενους που έγιναν εκείνο το βράδυ και οι οποίες, σύμφωνα με την δικογραφία και τον εισαγγελέα θεωρήθηκαν ύποπτες, αντέτεινε το γεγονός  ότι εκείνη την ημέρα πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες κλήσεις. Ουσιαστικά η αστυνομία επέλεξε να ενοχοποιήσει καθημερινή επικοινωνία ατόμων που ζουν στο ίδιο μέρος και έχουν επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις.

Μιλώντας για τη στοχοποίηση των ατόμων που βρίσκονται κατηγορούμενοι, ο συνήγορος ανέφερε ακόμη ότι έχουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία σε ένα χωριό να υπάρχουν τρείς εγκληματικές οργανώσεις! «Η μια εκδικάστηκε, η άλλη έπεσε με το βούλευμα και η τρίτη δικάζεται σήμερα. Έχουμε 450 διωκόμενους για διάφορες υποθέσεις» είπε χαρακτηριστικά διερωτώμενος «πως γίνεται όλοι οι παραβάτες να συγκεντρώθηκαν στην Ιερισσό»;

Άλλος συνήγορος αναφέρθηκε στον τρόπο που δημιουργήθηκαν όλες οι δικογραφίες από το 2012 και μετά, οι οποίες είχαν μια συγκεκριμένη δομή και έγιναν κατά παραγγελία του πρώην δημάρχου Αριστοτέλη Χρ. Πάχτα, ο οποίος ζητούσε τότε επίμονα να χαρακτηριστεί όλη η περιοχή εγκληματική οργάνωση. «Είχαμε κατά παραγγελία διογκωμένα κατηγορητήρια και προσπάθεια φίμωσης της περιοχής» σημείωσε τονίζοντας ότι στόχος ήταν το κίνημα που μαζικοποιούνταν εκείνο το διάστημα να απονευρωθεί. Μάλιστα ανέφερε ότι η στοχοποίηση της περιοχής είχε ξεκινήσει καιρό πριν τον εμπρησμό και επικαλέστηκε έγγραφο της αστυνομίας πριν από πορεία της 21ης Οκτώβρη του 2012, το οποίο «προέβλεπε» ότι κατά την πραγματοποίησή της θα διενεργηθούν αδικήματα από άτομα που δεν διαμένουν στην περιοχή προαναγγέλλοντας ουσιαστικά συλλήψεις. Υπενθύμισε ακόμη την απάντηση που είχαν δώσει τότε οι επιτροπές αγώνα της περιοχής τονίζοντας ότι οι μέχρι τότε συλλήψεις και προσαγωγές αφορούσαν αποκλειστικά κατοίκους της Χαλκιδικής αλλά και ότι στις κινητοποιήσεις «δεν υπάρχουν ξένοι και ντόπιοι, μόνο άνθρωποι που αγωνιούν για το μέλλον αυτού του τόπου».

Μια ολόκληρη περιοχή περιβλήθηκε, έτσι, σύμφωνα με τον συνήγορο, ιδεολογικά με την «ρετσινιά μιας εγκληματικής οργάνωσης» και με τον όρο αυτό χαρακτηρίστηκαν από τις διωκτικές αρχές και όλες οι επόμενες ενέργειές τους που αφορούσαν διαμαρτυρίες για το νερό, την υγεία και το περιβάλλον.

«Είναι μια ιστορία που κρατάει χρόνια», ανέφερε από την πλευρά του άλλος συνήγορος υπεράσπισης, αφιερώνοντας την αγόρευσή του σε αυτούς τους ανθρώπους του κινήματος που αγωνίστηκαν και δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή. Έκανε αρχικά μια αναδρομή στις κινητοποιήσεις της Χαλκιδικής από το 1996 και μετά ενάντια στις εταιρείες που επιχειρούν εξορύξεις χρυσού στην ευρύτερη περιοχή αναφέροντας ότι οι τότε διαμαρτυρίες οδήγησαν σε αποχώρηση της TVX Gold. Το κίνημα ενάντια στις εξορύξεις μετά το 2012, το οποίο τάσσεται ενάντια στην καταστροφική δραστηριότητα της Ελληνικός Χρυσός, πέτυχε, σύμφωνα με τον ίδιο, έναν σκοπό, να αποδείξει ότι η επιχειρούμενη εξόρυξη δεν συνιστά επένδυση αλλά την καταλήστευση αυτού του τόπου και μια μεγάλη απάτη εις βάρος του Δημοσίου.

Σχετικά με τον τρόπο που έγινε η έρευνα της αστυνομίας όσον αφορά στις τηλεφωνικές κλήσεις που θεωρήθηκαν ύποπτες από τις διωκτικές αρχές, συμφώνησε με την κρίση του εισαγγελέα ότι το μέσο έγινε σκοπός σε αυτήν την υπόθεση. Παράλληλα συμπέρανε ότι η έλλειψη στοιχείων εκ μέρους της αστυνομίας που να αποδεικνύουν την συμμετοχή των κατηγορουμένων στην επίθεση δεν οφείλεται σε απουσία έρευνας εις βάθος αλλά στο ότι η αστυνομία δεν μπορούσε να αποδείξει αυτό που εξαρχής επιδίωκε.

«Η υπόθεση αυτή είναι εμβληματική για το πως κατασκευάζεται μια δικογραφία», συνέχισε καταλήγοντας ότι η προσπάθεια των διωκτικών αρχών δεν είχε σκοπό να στοχοποιηθούν μόνο οι συγκεκριμένοι κάτοικοι αλλά μια ολόκληρη κοινωνία, οι κινητοποιήσεις της οποίας κορυφώθηκαν το 2014 με την πολιτική ήττα που δέχθηκε η δημοτική αρχή με επικεφαλής τον τότε δήμαρχο Χρ.Πάχτα. Ο στόχος των διώξεων ήταν,σύμφωνα με τον ίδιο, να ασχολείται η κοινωνία αυτή μόνο με δίκες.
«Έχει καταστρατηγηθεί το τεκμήριο της αθωότητας στον βωμό της εξιχνίασης μιας υπόθεσης και της σκοπιμότητας. Έτσι οδηγούμαστε σε καταστάσεις, όπου ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ο φόβος κυριαρχεί, σε κοινωνίες οργουελικές» σημείωσε ακόμη υπενθυμίζοντας ότι ήδη από το βούλευμα οι διώξεις των κατηγορουμένων ήταν φρονηματικές. «Αν έχεις θέση αρνητική για την εξόρυξη, είσαι εν δυνάμει μέλος εγκληματικής οργάνωσης».

Οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης θα συνεχιστούν στις 26 Νοεμβρίου.

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)