to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

13:11 | 02.11.2013

Μάκης Μαλαφέκας

πηγή: andro.gr

Κοινωνία

Το δικαίωμα τού από πάνω

Η σεξιστική ισχύς ως κορωνίδα της φιλελεύθερης αποσύνθεσης. Σκέψεις για το «Μανιφέστο των 343 βρωμύλων».


Όλα σ’ αυτήν την υπόθεση ταιριάζουν γάντι. Όλα μπαίνουν στη θέση τους κατά κάποιο τρόπο, όλα διευκρινίζονται κι όλα επαληθεύονται. Κύλησαν τα νοικοκυρεμένα κατσαρολικά και βρήκαν τα ελευθεριάζοντα καπάκια. Τα πώματα, τα πτώματα, κουφάρια ενός κούφιου ανθρωπισμού, στρεβλές σκιές κάποιας παλιάς ελευθερίας.

Πριν από 42 χρόνια, 343 επώνυμες Γαλλίδες αποφάσιζαν να κοινοποιήσουν το ατόπημά τους να διακόψουν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη σε κάποια φάση της ζωής τους. Το Μανιφέστο τους, στο οποίο αυτοαποκαλούνταν ειρωνικά «βρώμες» (Manifeste des 343 salopes), συγκέντρωνε ονόματα όπως αυτό της φιλοσόφου Σιμόν ντε Μποβουάρ – συντάκτρια του κειμένου –, των συγγραφέων Βιολέτ Λεντύκ και Φρανσουάζ Σαγκάν, των ηθοποιών Ζαν Μορώ, Κατρίν Ντενέβ και Ναντίν Τρεντινιάν, της σκηνοθέτριας Αριάν Μνουσκίν, κ.ά. Ανεξαρτήτως της αξίας του έργου τους (προσωπικά θεωρώ π.χ. την Λεντύκ τρεις φορές σημαντικότερη απ’ την υπερτιμημένη ντε Μποβουάρ), ανεξαρτήτως επίσης των πραγματικών κινήτρων της στιγμής που οδήγησαν τις μεν και τις δε να προβούν στην εν λόγω κοινοποίηση, οφείλουν να αποδοθούν σ’ αυτές τις 343 «βρώμες» δύο διαχρονικά εύσημα. Κατ’ αρχήν, αυτό του θάρρους: Μιλάμε για μια εποχή όπου η έκτρωση αποτελεί όχι μόνο κακουργηματική πράξη στα χαρτιά του Νόμου, αλλά, κυρίως, αποτρόπαιο και βαθιά ανήθικο, αμαρτωλό διάβημα στα μάτια της υπερσυντηρητικής γαλλικής κοινωνίας. Οι υπογράφουσες ρισκάρουν συμβόλαια συνεργασίας, καλές σχέσεις με ευηπόληπτους εκδότες, μαικήνες, εργοδότες· κοκκινίζοντας την άσπιλη θηλυκή τους εικόνα ρισκάρουν μια καρίερα, μια υπόληψη. Ρισκάρουν, επίσης, ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος.

Ύστερα, υπάρχει το ζήτημα του απελευθερωτικού παραδείγματος, του προτύπου. Ποια γυναίκα τολμούσε εν έτει 1971 να δηλώσει ανοιχτά ότι επιθυμεί να κάνει έκτρωση; Ποια, από τις 500.000 που πήγαιναν κάθε χρόνο κρυφά σε γειτονικές χώρες για να το κάνουν – κυρίως στην Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο –, βίωνε ανθρώπινα αυτό το ταξίδι; Πόσες και πόσες, τέλος, δεν το έκαμαν ποτέ, γεννώντας τελικά παιδιά που δεν ήθελαν, όντας ίσως ανήλικες, άπορες, εγκαταλελειμμένες από τους γεννήτορες, ή και θύματα βιασμού; Το κείμενο αυτό λοιπόν, σίγουρα λειτούργησε ευεργετικά στις συνειδήσεις και τον ψυχισμό εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών, προετοιμάζοντας παράλληλα το έδαφος της αποποινικοποίησης του 1975.

Ας έρθουμε τώρα στους σημερινούς μας «343 βρωμύλους», τους φιλελεύθερους αστικούς χαβαλέδες της σύγχρονης νεοσυντηρητικής Γαλλίας. Το μηνιαίο περιοδικό Causeur προαναγγέλει την προσεχή δημοσίευση (στο ερχόμενο τεύχος) ενός κειμένου με τίτλο Manifeste des 343 salauds και επεξηγηματικό υπότιτλο «Touche pas à ma pute !» («Κάτω τα χέρια απ’ την πουτάνα μου!»). Προασπίζεται το δικαίωμα στην πελατεία της πορνείας, κοινοποιώντας την προσφυγή σε αυτήν «πολλών εκ των υπογραφόντων». Διευκρινίζεται ρητά μάλιστα ότι κάποιοι εξ αυτών «δεν έχουν πάει ποτέ με εκδιδόμενες» (χωρίς να λέγεται ποιοι), αλλά ότι «δεν θα κατέδιδαν κάποιον φίλο τους που το κάνει» (λες και υπάρχει τέτοιο ζήτημα). Απλοί συμπαθούντες που λέμε. Προς το παρόν πάντως, γνωστοποιούνται «οι πρώτες 20 υπογραφές», ενώ οι «υπόλοιπες» θα βγουν μαζί με ολόκληρο το κείμενο.

Προτού εξηγήσω, πάνω στους δύο προηγούμενους άξονες – της διαλεκτικής και του θάρρους (δηλαδή της ηθικής) –, τους λόγους για τους οποίους αυτό το «Μανιφέστο» δεν αποτελεί φόρο τιμής στις «βρώμες» αλλά φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας στον βρώμικο εαυτούλη, αξίζει να σταθούμε λίγο στα ονόματα που φιγουράρουν στις τζίφρες, στον πάτο. Καταρχάς, η διευθύντρια του περιοδικού, και εμπνεύστρια της όλης παρωδίας, Ελιζαμπέτ Λεβί. Η wannabe ντε Μποβουάρ έχει τακτικά απασχολήσει την γαλλική κοινή γνώμη με τις παραληρηματικά φιλοϊσραηλινές της τοποθετήσεις. Προ διετίας, είχε φτάσει να χαρακτηρίσει «αντισημίτη» τον 93χρονο αντιστασιακό (και επιζήσαντα του Μπούχενβαλντ) Στεφάν Εσέλ επειδή, στο βιβλιαράκι του «Αγανακτήστε!», υπερασπίζεται χλιαρά τους Παλαιστινίους. Αυτή λοιπόν η κυρία συνέταξε το Μανιφέστο. Ναι, σαφώς και παίζει ρόλο: Οφείλουμε να έχουμε πάντα υπ’ όψιν ποια είναι η σχέση του καθενός με τη διαλεκτική σχέση θύτη και θύματος. Είναι πρωταρχικό, είναι απαραίτητο.

Στους υπογράφοντες, που είναι μόνο άνδρες – αγόρια για δάγκωμα! –, συναντούμε τα εξής μεγέθη XXL:

Ιβάν Ριουφόλ, υπερφιλελεύθερος αρχισυντάκτης πολιτικού ρεπορτάζ (αποκαλούσε τον Σαρκοζί «μετριοπαθή») στην επιεικώς δεξιά «Le Figaro». Τον περασμένο Ιούλιο, στη διάρκεια του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Αίγυπτο, ο Ριουφόλ χαιρετούσε τις ενέργειες του Στρατού γράφοντας: «ευτυχώς που σ’ αυτές τις χώρες λειτουργούν έστω τα άρματα μάχης, γιατί αν περιμέναμε απ’ τους ψηφοφόρους θα νικούσαν παντού οι Ισλαμιστές».

Φρεντερίκ Μπεγκμπεντέ, συγγραφέας που προσπαθεί να γράφει σαν το ίνδαλμά του, τον Μπρετ Ήστον Έλλις, αλλά τελικά γράφει κάπου στα επίπεδα του Χωμενίδη. Πρόσφατα πήρε μετάταξη στον εκδοτικό χώρο αναβιώνοντας το γκλάμουρ soft-porn περιοδικό «Lui».

Ρισάρ Μαλκά, συνήγορος υπεράσπισης του Ντομινίκ Στρος Καν.

Νταβίντ ντι Νότα, συγγραφέας που έγινε γνωστός για τις «αντι-ειρηνιστικές» του θέσεις στη διάρκεια των νατοϊκών βομβαρδισμών κατά της Σερβίας. Κατά τ’ άλλα έχει γράψει το παντελώς ασήμαντο «βουλεβαρτικό» θεατρικό (επιθεώρηση) «Η γυναίκα σου με απατάει». «Πονηρή» ιλαρότητα για μικροαστούς.

Δεν χρειάζεται να συνεχίσω. Ξεχώρισα τους διασημότερους, τους επιφανέστερους, αυτούς που δίνουν τον τόνο.

Το δικαίωμα του «πελάτη» λοιπόν, και κάτω τα χέρια απ’ την πουτάνα μου. Ας δούμε λίγο τι είναι όλα αυτά.

Ξεπερνώντας εύκολα την παγίδα τού (ανεδαφικού από την ίδια του τη διατύπωση) ερωτήματος «υπέρ ή κατά της πορνείας», θα πρέπει αρχικά να εντοπίσουμε με μεγάλη ακρίβεια το πολύ συγκεκριμένο ζήτημα που τίθεται εδώ. Σε αντίθεση με το κείμενο του 1971, που απαιτούσε την αναγνώριση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση (τη διάθεση του ίδιου σου του σώματος), το κείμενο του 2013 απαιτεί την αναγνώριση του δικαιώματος στη διάθεση του σώματος ενός άλλου. Το σώμα του Άλλου στη διάθεσή Μου. Το αναφαίρετο (φέρετρο) δικαίωμα του πελάτη, του καταναλωτή, αυτού που συμβαίνει να διαθέτει το ακριβές αντίτιμο. Εκείνου που του αξίζει να ικανοποιήσει την καταναλωτική του ανάγκη ή επιθυμία στο όνομα κάποιας μεταφυσικής και καθαγιασμένης Ελευθερίας. Ελευθερίας, ναι, αλλά ποιας ελευθερίας ακριβώς; Αυτής του Ατόμου ή της Αγοράς; Διότι, στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, η πρώτη διασφαλίζει την αυτοδιάθεση ενώ η δεύτερη τη διάθεση (επί) κάποιου άλλου. Εκεί ακριβώς είναι που ανατρέπονται οι ανθρωπιστικές ιερεμιάδες των φιλελεύθερων «πελατών», εκεί είναι που διαφαίνεται η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στο «μου αξίζει επειδή είμαι άνθρωπος» απ’ το «μου αξίζει επειδή είμαι πελάτης». Ας κάνουν ό,τι θέλουν με τα σώματα και τις ψυχές τους, τόσο οι εκδιδόμενοι όσο και οι πελάτες. Η κρίση της πράξης καθεαυτή δεν αφορά καθόλου τον γράφοντα. Το δικαίωμα όμως του ισχυρού να επιβάλλεται στον ανίσχυρο, να τον εκμεταλλεύεται, να τον πατάει, να τον βάζει κάτω και να τον γαμάει, δεν πρέπει ποτέ να αναγνωριστεί ως τέτοιο, κομφορμιστικό και στρεβλωτικό καθώς είναι επί των συνειδήσεων των ανθρώπων που πάντοτε θα προσβλέπουν κατά τρόπο αυθόρμητο και φυσιολογικό στην ελευθερία τους. Διότι, όσο θα διαμορφώνονται αυτές οι διαστρεβλωμένες, καθ’ όλα ανελεύθερες συνειδήσεις, τόσο θα ισχυροποιούνται και θα εδραιώνονται τα «φιλελεύθερα» πιστεύω περί «πόρνης που το επέλεξε», «φτωχού που του αξίζει», «απολυμένου που ας πρόσεχε», και ούτω καθεξής.

Πέρα από το διαλεκτικό ζήτημα όμως, τίθεται ασφαλώς και αυτό του θάρρους (συχνά πάνε μαζί). Οι 343, που, όπως αποκαλύπτεται τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές τελικά έμειναν στους αρχικούς 20, δεν διατρέχουν κανέναν απολύτως κίνδυνο, ούτε σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς στους υπερφιλελεύθερους κύκλους τους οι απόψεις αυτές είναι απολύτως εμπεδωμένες (πολλοί απ’ αυτούς εξάλλου είναι αφεντικά ή ιθύνοντες της επιχείρησής τους), μα φυσικά ούτε και σε νομικό αφού δεν υφίσταται καμία τέτοια δίωξη στη Γαλλία. Και για τα δύο αυτά εν δυνάμει ρίσκα πάντως – κυρίως όμως για την εικόνα τους στο μπουρζουάδικο κουκλοθέατρο (εκτός απ’ τις ζαρτιέρες υπάρχει κι η παντόφλα) –, οι «βρωμύλοι» του ’13, πάλι σε πλήρη αντίθεση με τις «βρώμες» του ’71, φρόντισαν να διασφαλιστούν: «κάποιοι το ’καναν και κάποιοι όχι». Ένα χαμαιλεοντικό, αντεστραμμένο, μεταμοντέρνο «I am Spartacus!», πιο πολύ ως χλευαστικός ψίθυρος πίσω από υφασμάτινη βεντάλια, παρά ως υπερβατική κραυγή στον κάμπο μιας αληθινής μάχης.  

tags: άρθρα

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)