to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

10:45 | 09.12.2013

Οικονομία

«Δεν έχει κανένα νόημα μήνα με το μήνα, μνημόνιο με μνημόνιο, να σκάβουμε σε ένα λάκκο που δεν οδηγεί πουθενά»

Η ομιλία του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην ολομέλεια της Βουλής για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2014


Ο Κρατικός Προϋπολογισμός του 2014 είναι στον αέρα, καθώς δεν έχει συμφωνηθεί με την Τρόικα. Επομένως, δεν είναι γνωστό τι θα γίνει με το φορολογικό, αν υπάρξουν νέα μέτρα και ποια θα είναι αυτά. Ο Προϋπολογισμός, όμως, θα έχει πολλές ακόμα αναθεωρήσεις, γιατί αυτό είναι το νέο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για το δημοκρατικό έλλειμμα, τη συρρίκνωση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, επισημαίνει και αυτό: ότι κάτι που θα έπρεπε να ήταν κορυφαία στιγμή, δηλαδή η συζήτηση για το κοινωνικό και το αναπτυξιακό μοντέλο του Προϋπολογισμού, στην πράξη δεν είναι. Αλλού παίρνονται οι αποφάσεις, αλλού γίνονται οι βασικές συζητήσεις. 

Αναθεωρήσεις όμως θα υπάρξουν αν δεν επαληθευτούν οι προβλέψεις για ανάπτυξη 0,6% το 2014, καθώς θα μεταβληθούν πολλά δημοσιονομικά μεγέθη. Ήδη οι σύμβουλοι της κ. Μέρκελ στην τελευταία έκθεσή τους προβλέπουν ύφεση 1,5%, ενώ και ο ΟΟΣΑ  δεν είναι τόσο αισιόδοξος όσο η κυβέρνηση.

Η κατάσταση στην παγκόσμια οικονομία 

Συζητώντας για τον Προϋπολογισμό θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς από τις διεθνείς εξελίξεις. Και αυτό όχι γιατί είναι η συνηθισμένη πρακτική, αλλά επειδή από την αρχή ο ΣΥΡΙΖΑ τονίζει ότι έχουμε να κάνουμε με μία παγκόσμια κρίση, σε αντίθεση με τους διανοούμενους και τους συμβούλους της άλλης πλευράς που ξεχνούν το διεθνές πλαίσιο και βλέπουν την Ελλάδα σαν μια εξαίρεση, που πρέπει να συμμαζέψει τα του οίκου της.  Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι η διαπραγμάτευση πρέπει να είναι σε μία κρίση που έχει μεν εθνικά συμπτώματα άλλα πρέπει να υπάρχουν υπερεθνικές λύσεις. 

Όλες οι εκθέσεις τους τελευταίους τρεις μήνες για την παγκόσμια οικονομία κάνουν λόγο για αστάθεια και για διακυμάνσεις στο χαμηλό όριο του οικονομικού κύκλου. Ακόμα και στις χώρες που έχουν καλύτερες επιδόσεις στην ανάπτυξη όπως η Αμερική, αυτές συνοδεύονται από αύξηση των ανισοτήτων και πολύ μικρή αύξηση της απασχόλησης. Επαναλαμβάνεται, δηλαδή, το ίδιο μοντέλο που οδήγησε στην κρίση. Γι’ αυτό υπάρχει μια ανησυχία παγκοσμίως για το τι θα γίνει όταν θα σταματήσει η νομισματική χαλάρωση της Αμερικής και της Βρετανίας και αν θα μπορεί να αντέξει το σύστημα σε αυτή την εποχή. Γι’ αυτό το κατεστημένο ανησυχεί.

Ενδεικτικά, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ομιλία του Λάρι Σάμερς πριν από ένα μήνα. Αν κάποιος παγκοσμίως είναι εκπρόσωπος του κατεστημένου, αυτός είναι ο Λάρι Σάμερς: πρώην Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, πρώην Πρόεδρος του Χάρβαρντ, ο άνθρωπος που εμπόδισε τις ρυθμίσεις των αγορών παραγώγων και έχει ευθύνη για την κρίση. Συγχρόνως είναι ο ίδιος που ως κατεστημένο λέει στους δικούς του αυτό που χρειάζεται να ξέρουν, και όχι αυτό που θέλουν να ακούσουν. Η ελίτ στην Ελλάδα κινδυνεύει αυτή τη στιγμή απ’ αυτό. Οι συμβουλές που δίνουν οι συστημικοί διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί δεν είναι αυτές που χρειάζεται να ξέρει η κυβέρνηση και οι ελίτ, αλλά εκείνες που είναι αρεστές. Αυτό είναι επικίνδυνο και για στρατηγική των κυρίαρχων δυνάμεων.

Ο Λάρι Σάμερς, λοιπόν, είπε ότι παγκοσμίως περιμένουμε στασιμότητα τα επόμενα χρόνια και έχει ενδιαφέρον γιατί το λέει αυτό. Το λέει όχι γιατί δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση στην παγκόσμια οικονομία, αλλά λέει κάτι που φτάνει στα όρια του μαρξισμού. Ότι όλη την προηγούμενη περίοδο είχαμε υπερβάλλουσα αποταμίευση και όχι αρκετές επενδυτικές ευκαιρίες, δηλαδή «πιάνει» αυτό που λένε οι αριστεροί οικονομολόγοι για την κερδοφορία του κεφαλαίου, ότι δεν υπάρχουν αρκετές επενδυτικές ευκαιρίες στο σύγχρονο καπιταλισμό. Ο κ. Σάμερς αμφισβητεί όχι μόνο την ποιότητα της ανάπτυξης πριν από την κρίση όπου η ανάπτυξη φαινόταν καλύτερη γιατί υπήρχαν κερδοσκοπικές «φούσκες», αλλά και την ανάπτυξη που θα έχουμε μετά από την κρίση, ότι θα έχουμε μικρά κερδοσκοπικά φαινόμενα που δεν θα σημαίνουν μία βιώσιμη ανάπτυξη. 

Γι’ αυτό όταν ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ξανά θέμα για τους συνεταιρισμούς, για τράπεζες ειδικού σκοπού ή ακόμα και για αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για επιστροφή στο παρελθόν. Διότι κατανοεί ότι η απάντηση στην κρίση πρέπει να λάβει υπόψη ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο απέτυχε. Και αυτό το λένε ακόμα και εκπρόσωποι του κατεστημένου. Λένε, επιπλέον, ότι πρέπει να παραχθούν νέες ιδέες, νέες σκέψεις και αυτό δεν μπορεί να γίνει από τις κυρίαρχες δυνάμεις.

Η κατάσταση στην Ευρωζώνη

Η αστάθεια και οι αποκλίσεις διατηρούνται στην Ευρωζώνη. Κυριαρχεί μια στασιμότητα όπου μερικές χώρες, όπως η Γερμανία, παρουσιάζουν λίγο καλύτερα αποτελέσματα από τις υπόλοιπες. Δύο επισημάνσεις πρέπει να γίνουν εξαρχής.  Η μία είναι η συνεχιζόμενη μακροοικονομική ανισορροπία όπου η Γερμανία τώρα έχει πλεόνασμα όχι 4% που επιτρέπεται, αλλά 6%. Η δεύτερη αφορά το χαμηλό πληθωρισμό που έχει ως στόχο η ΕΚΤ και τον ακόμα χαμηλότερο της Γερμανίας. Στην Ελλάδα ο Προϋπολογισμός προβλέπει -0,8 πληθωρισμό το 2013 και -0,4 το επόμενο έτος. Αυτές οι εξελίξεις είναι επικίνδυνες.

Όλο το success story στην πλευρά της ανάπτυξης που προωθεί η κυβέρνηση, είναι στον αέρα. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ανάπτυξη θα έρθει αποκλειστικά από τον ιδιωτικό τομέα, μέσω της αύξησης των ιδιωτικών επενδύσεων και των εξαγωγών. Γι’ αυτό υποτίθεται ότι έχει επιβάλλει την κατάρρευση των μισθών και των εργατικών δικαιωμάτων, γι’ αυτό θέλει να ιδιωτικοποιήσει τα πάντα, γι’ αυτό απορρυθμίζει όλες τις αγορές, γι’ αυτό συρρικνώνει το κοινωνικό κράτος. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους αυτή η στρατηγική δεν μπορεί να λειτουργήσει 

Στην περσινή συζήτηση για τον Προϋπολογισμό, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αναπτύξει τρία προβλήματα που εμποδίζουν την ανάκαμψη, τα οποία εξακολουθούν να ισχύουν. Ο μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής έχει καταρρεύσει. Όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μειώνει τα επιτόκια, αυτό έχει μικρή επίδραση στις χώρες του Νότου – οι επιχειρήσεις στο Νότο έχουν πολύ υψηλότερα επιτόκια. Επίσης, ισχύουν οι συσσωρευμένες απώλειες από τα λάθη για τους πολλαπλασιαστές. Θα υπάρξει μια πολύ μεγάλη συζήτηση για το αν παίρνουμε νέα μέτρα ή όχι το επόμενο διάστημα. Δεν είναι αυτό το κυρίαρχο ζήτημα, αλλά το ότι αυτά τα μέτρα –είτε νέα είτε όχι - προστίθενται στην ήδη συσσωρευμένη απώλεια. Άρα λειτουργούν υφεσιακά. Το τρίτο πράγμα είναι η αποτυχία της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, καθώς ακόμα δεν υπάρχει ρευστότητα στην οικονομία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμα πιέζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για απομόχλευση, δηλαδή να μειώσουν οι τράπεζες τα δάνεια προς την πραγματική οικονομία, δημιουργώντας ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. 

Κριτική στο μοντέλο ανάπτυξης της κυβέρνησης

Όπως προαναφέρθηκε, το μοντέλο ανάπτυξης της κυβέρνησης βασίζεται στην αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών. Στηρίζει μάλιστα αυτή την πρόβλεψη στη βελτίωση που έχει σημειωθεί στο εξωτερικό ισοζύγιο. Ωστόσο, το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεση του, World Economic Outlook του Οκτωβρίου, επισημαίνει  ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιρλανδία η βελτίωση είναι κυρίως κυκλική και όχι δομική. Αυτό σημαίνει ότι όταν επανέλθει η ανάπτυξη, θα έχουμε πάλι πρόβλημα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Η βελτίωση, δεν ήρθε από «δομικές και διαθρωτικές αλλαγές», όπως λέει η κυβέρνηση, αλλά μόνο επειδή είναι τόσο μεγάλη η ύφεση και μειώθηκαν οι εισαγωγές. Υπάρχουν τρεις πτυχές αυτού του προβλήματος: 

Πρώτη πτυχή είναι ο πολύ χαμηλός πληθωρισμός. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει «δεν είναι καλό να μειώνεται συνεχώς ο πληθωρισμός και να έχουμε χαμηλότερες τιμές;» Είναι πολύ επικίνδυνο. Αυτό ήταν το κυρίαρχο ζήτημα στην κρίση τη δεκαετία του ’30. Γιατί όταν ο πληθωρισμός της Γερμανίας είναι 1,3%, όπως είναι τώρα, για να κερδίσουμε ανταγωνιστικότητα – με βάση τη στρατηγική της κυβέρνησης - πρέπει να έχουμε αρνητικό πληθωρισμό. Αυτό έχει τουλάχιστον τέσσερις συνέπειες. 

Η πρώτη συνέπεια είναι ότι πρέπει να συνεχιστεί η μείωση των ονομαστικών μισθών, το οποίο δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα για τους εργαζόμενους και εργαζόμενες ψυχολογικά. Δεύτερον, ο κόσμος σταματάει να κάνει αγορές, γιατί αν πέφτουν οι τιμές σήμερα, μπορεί να πέσουν ακόμα περισσότερο τον επόμενο μήνα, άρα αναβάλλεται η κατανάλωση και υποσκάπτεται η ανάπτυξη. Τρίτον, αυξάνεται το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού. Αν κάποιος έχει ένα δάνειο με 10% ονομαστικό επιτόκιο και είναι -2% ο πληθωρισμός, το πραγματικό επιτόκιο είναι 12%. Το τέταρτο είναι ότι ο αρνητικός πληθωρισμός μειώνει το ονομαστικό ΑΕΠ, άρα το χρέος γίνεται μεγαλύτερο πρόβλημα. Έτσι συμβαίνει και σε ένα νοικοκυριό όπου αν έχει ένα δάνειο για το σπίτι, θέλει πληθωρισμό. Δεν θέλει να έχει αποπληθωρισμό, γιατί το πραγματικό κόστος αυξάνεται. Αυτή είναι η μία πτυχή. 

Η δεύτερη πτυχή είναι ότι το ίδιο το ΔΝΤ λέει ότι η στρατηγική της κυβέρνησης δεν έχει λειτουργήσει μέχρι σήμερα. Λέει ότι μπορεί να έχει κερδίσει η Ελλάδα σε ανταγωνιστικότητα 8% με όρους κόστους, αλλά μόνο 4% σε όρους τιμών. Επομένως, σύμφωνα, με το ΔΝΤ χρειάζεται άλλο ένα 15% μείωση των ονομαστικών μισθών και αυτό μπορεί να πάρει και μέχρι και πέντε χρόνια για να περάσει στις τιμές». Λέει, δηλαδή το ΔΝΤ, αυτό που υποστηρίζουν όλοι οι οικονομολόγοι, ότι μέσα σε μια ύφεση χρειάζονται πάρα πολλά χρόνια για να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα – αν ποτέ αυτό συμβεί.

Αλλά η τρίτη και ίσως πιο σημαντική πτυχή είναι τα συνεχιζόμενα πλεονάσματα της Γερμανίας για τα οποία έχει γίνει πολύ μεγάλη συζήτηση. Η νέα στρατηγική της Γερμανίας είναι να εξάγει πλέον σε τρίτες χώρες και ο Νότος να μείνει σε μια χαμηλή ισορροπία, αφού δεν μπορεί πια να απορροφήσει περισσότερες εξαγωγές. Μόνο που αυτή η στρατηγική έχει δυο πολύ μεγάλα προβλήματα. Γιατί, όπως έχει γράψει ο Wolf στους Financial Times, όταν έχει πλεονάσματα μια μεγάλη οικονομία δεν εξάγει μόνο προϊόντα. Εξάγει χρεοκοπία και ανεργία σε άλλες χώρες – και ίσως γι’ αυτό το λόγο δεν έχει πρόβλημα με τη δικιά της Χρυσή Αυγή.  Αν συνεχίσει η Γερμανία να έχει πλεόνασμα σημαίνει ότι το ευρώ είναι ισχυρό νόμισμα. Και αυτός είναι ένας άλλος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί η Ελλάδα να ανταγωνιστεί με τον τρόπο που θέλει η κυβέρνηση. 

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον προϋπολογισμό; Σημαίνουν όλα αυτά που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ. Έπρεπε να αρχίσουμε τη διαπραγμάτευση για την οικονομική και τη χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορούμε να διαπραγματευτούμε και να συζητήσουμε για επιμέρους κομμάτια της πολιτικής, αλλά θα έπρεπε να ξεκινήσουμε με το κυρίαρχο.  Για το τι Ευρώπη είναι αυτή και γιατί όλοι προβλέπουμε στο Νότο στασιμότητα για πολλά χρόνια. 

Έπρεπε να διαπραγματευτούμε, όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, βάσει της συμφωνίας του Λονδίνου του 1953 που αποτέλεσε τη βάση του θαύματος της γερμανικής οικονομίας τη δεκαετία του 1960 και του 1970. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει γιατί δεν είναι καλό για την Ελλάδα το πακέτο που πήρε η  Γερμανία το 1953 αλλά αυτό που πήρε το 1918. Αυτό το πακέτο, όπου έπρεπε να ξεπληρώνει όλο το χρέος οδήγησε και στον υπερπληθωρισμό και τη μεγάλη ανεργία της Γερμανίας. Για να μην ξεχνιόμαστε δημιούργησε και πόλεμο και φασισμό. Άρα, αυτό δεν έπρεπε να ήταν η βάση της διαπραγμάτευσής μας για μια άλλη Ευρώπη; Δεν έπρεπε να βρούμε συμμάχους στους Ισπανούς και τους Ιταλούς και να τους πούμε «Αυτό είναι το μέλλον σας. Αυτό που βλέπετε στην Ελλάδα είναι το δικό σας το μέλλον». 

Δεύτερον, θα έπρεπε να διαπραγματευθούμε με άλλο παραγωγικό μοντέλο, να δούμε ξανά τι σημαίνει παραγωγή. Να δούμε ξανά ποια είναι τα κοινωνικά συμβόλαια που έχουν σπάσει και είναι μέρος της λύσης για τους φτωχούς και τους άρρωστους. Αυτό κάνει μια οικονομία, μια κοινωνία που δημοκρατικά αποφασίζει πώς θα ξεφύγει από την κρίση. Αποφασίζει ποιες είναι οι προτεραιότητες. Γιατί δεν είναι προτεραιότητα η ανακούφιση των φτωχών, η ανακούφιση αυτών που δεν έχουν πρόσβαση στο φάρμακο, η ανακούφιση αυτών που δεν μπορούν να πληρώσουν το χρέος τους είτε προς την εφορία, είτε προς τις τράπεζες και είναι προτεραιότητα τα συμβόλαια με τους πιστωτές; 

Το «success story» των δημοσιονομικών 

Η «επιτυχία» της κυβέρνησης στα δημόσια οικονομικά, επήλθε με ένα δυσβάστακτο κοινωνικό κόστος. Η ανεργία βρίσκεται σε δυσθεώρητα επίπεδα. Πέρυσι η κυβέρνηση είχε προβλέψει ότι με 4,5% ύφεση, η ανεργία θα αυξανόταν μόλις 0,4 μονάδες. Τελικά αυξήθηκε κατά 2,7 μονάδες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, καθώς η κυβέρνηση προβλέπει ότι με μόλις 0,6 ανάπτυξη, η ανεργία θα πέσει 1 μονάδα. Αυτές οι ελαστικότητες (σχέση ΑΕΠ – ανεργίας) δεν μπορούν να υποστηριχτούν, δεν βασίζονται σε κανένα μοντέλο.

Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο η ανεργία. Πέρυσι πάρθηκαν μέτρα 11 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία επέφεραν μια βελτίωση 3,6 δις στο πλεόνασμα – αν αυτό υπάρξει. Δηλαδή, για κάθε 3 ευρώ περικοπές ή αύξηση φόρων έχουμε 1 ευρώ κέρδος στα δημοσιονομικά. Αυτός ο λόγος θυσίας – αποτελέσματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από κανένα. 

Με τον Προϋπολογισμό του 2014 προωθείται το κοινωνικό μοντέλο του Μνημονίου. Τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά για το μέγεθος της κοινωνικής καταστροφής. Αυξάνεται το ποσοστό φτώχειας,  ο δείκτης σοβαρής υλικής αποστέρησης (νοικοκυριά που δεν μπορούν να καλύψουν 4 από τις 9 βασικές τους ανάγκες. Αυξάνεται επίσης, η ανισότητα (δείκτης Gini), που δείχνει που δεν σημαίνει μόνο ότι οι φτωχοί πάνε χειρότερα.  Το 2010 το εισόδημα του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού ήταν δέκα φορές υψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 10% του πληθυσμού. Το 2012 οι πλουσιότεροι είχαν 17,4 φορές υψηλότερο εισόδημα από τους φτωχότερους. 

Ο εθνικός στόχος δεν φαίνεται να είναι και τόσο εθνικός με αυτά τα στοιχεία. Δεν είναι εθνικός στόχος, όταν τα βάρη κατανέμονται έτσι που αυξάνεται η ανισότητα με αυτούς τους όρους. 

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση συνεχίζει το ίδιο μοντέλο, ανακοινώνοντας για το 2014 περικοπές 3 δισεκατομμυρίων στις δαπάνες. Το 80% έρχεται από τρία Υπουργεία: από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, από το Υπουργείο Υγείας και από το Υπουργείο Παιδείας. Με άλλα λόγια, τα υπολείμματα του κοινωνικού κράτους θυσιάζονται στο βωμό της δημοσιονομικής προσαρμογής. 

Αξίζει να δούμε και την υπόσχεση του Πρωθυπουργού ότι θα μοιράσουμε ό,τι κάνουμε παραπάνω από το στόχο. Δηλαδή, μιλάμε για 568 εκατομμύρια φέτος και αν πιάσουμε το στόχο του χρόνου, για 143 εκατομμύρια. Αυτό δεν πρόκειται να  διορθώσει τις κοινωνικές ανισότητες που έχουν συσσωρεύσει τα τελευταία πέντε χρόνια. Με βάση και τους στόχους του Μνημονίου για να έχουμε κάτι να μοιράσουμε το 2016, θα πρέπει το πλεόνασμα να ξεπεράσει τα 9 δις. ευρώ, συγχρόνως με 3% ανάπτυξη…  

Γι’ αυτό υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι η αρχή της σοφίας σε μία κρίση είναι να μπει ένας φραγμός στην ύφεση, να σταματήσει μία κατάσταση που ο κόσμος θεωρεί ότι και του χρόνου θα είναι τα πράγματα χειρότερα. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, γι’ αυτό πρέπει να έχουμε συνολική ρύθμιση των οφειλών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, ιδιαίτερα των φτωχών, ανεξάρτητα που χρωστάνε, στις τράπεζες ή στη φορολογία. Για το λόγο αυτό πρέπει να έχουμε μία εγγυημένη πρόσβαση όλων των πολιτών στα κοινωνικά αγαθά πρώτης ανάγκης, γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει εγγυημένη πρόσβαση των πολιτών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 

Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης, είναι και θέμα βιωσιμότητας των δημοσιονομικών. Διότι και από τη μεριά των εσόδων το μοντέλο δεν είναι πια βιώσιμο, καθώς διατηρείται η υπερβολική φορολόγηση των μισθωτών και των συνταξιούχων, οι αυτοαπασχολούμενοι θα πληρώνουν φόρο 26% από το πρώτο ευρώ χωρίς αφορολόγητο –και αυτό ισχύει και για τους αγρότες που και αυτοί δεν θα έχουν αφορολόγητο. Υπάρχει επίσης η αύξηση των φόρων στην ακίνητη περιουσία, που θα αντιστοιχούν στο  1/3 από το σύνολο του φόρου εισοδήματος όλων των κατηγοριών. 

Στη συζήτηση μεταξύ της κ. Μπακογιάννη και του κ. Στουρνάρα για το εάν υπάρχει υπερφορολόγηση ή όχι, η απάντηση εξαρτάται διότι ο μέσος όρος –έχει δίκιο ο κ. Στουρνάρας- δεν είναι πολύ μεγάλος. Ξέρουμε, όμως, από τη στατιστική ότι ο μέσος όρος κρύβει πολλά πράγματα όταν υπάρχουν άκρα. Άρα, αν πάει κανείς στους εκατό Έλληνες και πάρει τον πεντηκοστό, δηλαδή το μέσο Έλληνα, θα δει ότι είναι πολύ μεγάλη η φορολόγηση. 

Αυτός ο τρόπος φορολόγησης δεν είναι βιώσιμος. Πρέπει να δούμε μία διαφορετική φορολογική πολιτική, όπου θα φορολογούμε όλον τον πλούτο, κινητό και ακίνητο, με μεγάλο αφορολόγητο, για να πληρώσουν επιτέλους οι πλούσιοι και να υπάρξει μία απάντηση στη φοροδιαφυγή που δεν γίνεται απολύτως τίποτα. Κανείς μάλιστα, ούτε το ΔΝΤ, πιστεύει ότι η κυβέρνηση θα κάνει κάτι για τη φοροδιαφυγή.

Υπάρχουν πολλά ακόμα πράγματα που αφορούν τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών, όπως για παράδειγμα ότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι πάντα το αμορτισέρ όταν δεν βγαίνουν τα νούμερα –καθότι  δεν είναι βιώσιμο το μοντέλο. Κάθε χρόνο, από τότε που μπήκαμε στο Μνημόνιο, οι δημόσιες επενδύσεις υπολείπονται του αρχικού στόχου. Την ίδια εποχή πέρυσι, η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι δεν θα μειωθούν πολύ οι δημόσιες επενδύσεις, θα έφταναν τα 6,8 δις ευρώ. Τελικά έφτασαν μόλις 6,1 δις. 

Η αποτυχία της στρατηγικής βιωσιμότητας των δημοσιονομικών και της ανάπτυξης φαίνεται και από τα στοιχεία για τις επενδύσεις.  Οι επενδύσεις στο σύνολο της οικονομίας μειώθηκαν το δεύτερο τρίμηνο του 2013 κατά 11% σε σχέση με πέρυσι. Συνολικά από το δεύτερο τρίμηνο του 2010 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 2013 οι επενδύσεις σε σταθερές τιμές μειώθηκαν κατά  43%;

Ο κύριος Πρωθυποουργός είπε πριν από δύο – τρεις εβδομάδες στη Γερμανία ότι το βασικό κριτήριο, που συμφωνούν όλες οι οικονομικές σχολές είναι ότι αρχή για να φύγουμε από την κρίση αποτελεί το πλεόνασμα. Εκτός από το γεγονός ότι αυτό δεν το λένε όλες οι οικονομικές σχολές –όχι μόνο δεν το λένε οι οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν το λέει ούτε ο Κρούγκμαν, δεν το λέει ο Στίγκλιτς, δεν το λέει καν ο Μπεν Μπερνάνκε, που δεν είναι και του ΣΥΡΙΖΑ, το πλεόνασμα δεν είναι ούτε αναγκαίος ούτε επαρκής όρος για να φύγουμε από αυτήν την κρίση. 

Δεν είναι αναγκαίος όρος, γιατί το πλεόνασμα είναι αποτέλεσμα μιας καλής αναπτυξιακής πολιτικής και όχι το αντίθετο. Και δεν είναι επαρκής όρος γιατί γνωρίζουμε ιστορικά ότι είναι απολύτως συμβατό να έχει μια χώρα πλεόνασμα και την ίδια στιγμή να έχει στασιμότητα στην οικονομία, μεγάλη ανεργία και πολύ χαμηλή παραγωγή. Πρέπει, λοιπόν, να έχουμε μια στρατηγική για το πώς θα βελτιωθεί η κατάσταση στην οικονομία και τα πλεονάσματα θα έρθουν.

Επίλογος

Ο ΣΥΡΙΖΑ λέει κάτι που είναι τόσο απλό. Πρέπει να συμφωνήσει όλη η κοινωνία ότι ειδικά όσον αφορά τους φτωχότερους, αυτοί πρέπει να ξέρουν με σιγουριά ότι τα πράγματα δεν θα χειροτερέψουν, γι’ αυτό μιλάμε για την κοινωνική ανακούφιση. Πρέπει να ξέρουν ότι θα υπάρξουν τα πρώτα πέντε βήματα για μια ανάπτυξη που σέβεται τον πολίτη, για μια ανάπτυξη που θα βασιστεί σε νέους φορείς, που θα είναι πλουραλιστική όσον αφορά στο πώς θα αντιμετωπίζει το παραγωγικό πρόβλημα. Θα πρέπει να υπάρχει μια κυβέρνηση που θα διαπραγματευτεί ώστε να  βρεθεί χώρος για κοινωνικούς και παραγωγικούς πειραματισμούς. Θα πρέπει να υπάρχει χώρος για μια διαφορετική πολιτική.

Στη δημόσια συζήτηση υπάρχει ένας κυνισμός, γιατί πολλοί και πολλές από τους αντιπάλους μας, υποστηρίζουν αυτά που υποστηρίζουν γιατί στην ουσία είναι υπέρ της μείωσης των μισθών, υπέρ της μείωσης των συντάξεων, υπέρ της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους. Αυτό λέει η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία τους. Τα λάθη της πολιτικής που αναδεικνύουμε δεν έχουν καμμία σημασία, γιατί αυτό είναι το μοντέλο που υποστηρίζουν. Για αυτούς ισχύει το ρητό ότι δεν πρέπει να αφήσουμε καμία κρίση να πάει χαμένη. 

Δεν πιστεύω, όμως, ότι όλοι είναι κυνικοί. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν υποστηρίξει την πολιτική του Μνημονίου χωρίς να ξέρουν τα οικονομικά της παγίδας χρέους. Πιστεύω ότι είναι πολλοί και πολλές που στην πραγματικότητα καταλαβαίνουν χωρίς κυνισμό ότι αυτό που έγινε ήταν πολύ μεγάλο λάθος, ότι δεν έπρεπε να συνεχίσουμε σε αυτό το λάθος.

Όταν, λοιπόν, είμαστε στον πάτο του λάκκου δεν έχει λογική να πει κανείς: «Μα, τι άλλο θα κάνουμε;». Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το αδιέξοδο και να συζητήσουμε για μια άλλη κατεύθυνση. Δεν έχει κανένα νόημα μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, μνημόνιο με μνημόνιο, διαπραγμάτευση με διαπραγμάτευση να σκάβουμε σε ένα λάκκο που δεν οδηγεί πουθενά. 

 

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)