to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

20:10 | 21.06.2016

Πολιτική

«Να ανοίξουμε διάλογο για τις αιτίες της κρίσης»: Ο χαιρετισμός του Αλ. Τσίπρα στην ετήσια Γεν. Συνέλευση του ΣΕΒ

Στην ανάγκη να ανοίξει στην Ε.Ε. ένας διάλογος που θα αφορά τις αιτίες της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, αλλά και τις αιτίες για την έξαρση των εθνικισμών και των εθνικών διενέξεων, στάθηκε ο πρωθυπουργός μιλώντας το βράδυ της Τρίτης στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ.


Πρόσκληση στο σύνολο των κοινωνικών φορέων «να συμμετάσχουν σε έναν γόνιμο και δημιουργικό διάλογο για την βελτίωση και την αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων, την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που δε μπορεί παρά να βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό του ρόλου των παραγωγικών φορέων», απηύθυνε ο Αλέξης Τσίπρας, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ, παρουσία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι αν επιτευχθεί μεταξύ μας το τρίπτυχο: «αμοιβαίος σεβασμός, συνευθύνη και συναίνεση στη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων», οι εταίροι της χώρας δε θα μπορούν παρά να σεβαστούν το πεδίο σύγκλισης και συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων». «Έχουμε», τόνισε ο κ. Τσίπρας, «έναν κοινό στόχο: την έξοδο από την κρίση».

 

Γενικότερα, ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε στους κινδύνους από ενδεχόμενο Brexit, άσκησε κριτική στην πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που απέτυχε και τόνισε πως «η τραγική κατάσταση που βίωσε η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο αυριανός εφιάλτης για όλη την Ευρώπη, αν δεν εγκαταλειφθούν οι πολιτικές λιτότητας και άκαμπτης δημοσιονομικής προσαρμογής που συρρικνώνουν το παραγωγικό της δυναμικό και την προοπτική της». Υπογράμμισε τον στόχο και το όραμα της κυβέρνησης: «Η Ελλάδα που σε 5 χρόνια θα γιορτάζει τα 200 χρόνια από την Εθνική παλιγγενεσία, η Ελλάδα του 2021 να είναι μια διαφορετική χώρα. Μια χώρα που σε τίποτα δεν θα θυμίζει την Ελλάδα της κρίσης και της επιτροπείας».

 

 

Μηνύματα ενόψει της δεύτερης αξιολόγησης

 

Στο ίδιο πλαίσιο με το προσκλητήριο που απηύθυνε, στο πλαίσιο των μηνυμάτων που έστειλε ουσιαστικά ενόψει της δεύτερης αξιολόγησης, ο Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε ότι «η μονομερής, ακραίας νεοφιλελεύθερης προσέγγισης εμμονή στην ελαστικοποίηση της εργασίας, στη μείωση του εργατικού κόστους και στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, είναι σε τελευταία ανάλυση αντιπαραγωγική». Τόνισε δε ότι όλες οι αξίες της ΕΕ αντανακλώνται στην μεγάλη παράδοση των εργασιακών κεκτημένων και στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων.

 

Στο ίδιο πνεύμα, ο κ. Τσίπρας είπε πως η καθυστέρηση στο κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης δεν οφείλεται σε ενέργειες ή παραλείψεις της ελληνικής πλευράς, «όπως ορισμένοι ήθελαν να επικοινωνήσουν», αλλά στη διαφορά των εκτιμήσεων μεταξύ της ευρωπαϊκής πλευράς, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, και του ΔΝΤ, για την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων. Ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι «από την πλευρά μας κάναμε όλα τα απαραίτητα βήματα για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης και την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας» και πως για τη δεύτερη αξιολόγηση θα πρέπει να αποφευχθούν αντίστοιχα φαινόμενα και πρακτικές, αν πραγματικά όλες οι πλευρές επιθυμούν την επιτυχία της συμφωνίας του περασμένου Ιουλίου.

 

Επισήμανε ότι παρά τα σημάδια βελτίωσης η ανεργία βρίσκεται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα και η ελληνική αγορά εργασίας είναι κατακερματισμένη: δεν χαρακτηρίζεται από την υπερβολική ρύθμιση, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, αλλά από την απορρύθμιση και την επικράτηση συνθηκών που δεν συνάδουν με τα ευρωπαϊκά κεκτημένα. «Χρειαζόμαστε επομένως», σημείωσε, «μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας που θα σέβονται τις κοινωνικές, ψυχολογικές και δημιουργικές πλευρές της εργασίας και δεν θα υποβιβάζουν τον εργαζόμενο σ' ένα αναλώσιμο συντελεστή της παραγωγικής διαδικασίας».

 

Ενδεχόμενο Brexit θα προκαλέσει μεγάλους κλυδωνισμούς στην πορεία Ευρωπαϊκής Ενοποίησης

Ο πρωθυπουργός επισήμανε την κρισιμότητα του δημοψηφίσματος στη Βρετανία, τονίζοντας ένα αρνητικό αποτέλεσμα, που όλες οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις αντεύχονται, θα επιφέρει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στο σύνολο της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Το χειρότερο, τόνισε ο κ. Τσίπρας, είναι ότι θα προκαλέσει μεγάλους κλυδωνισμούς στην ίδια την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Σημείωσε δε την ανάγκη -ανεξαρτήτως αποτελέσματος- να ανοίξει στην ΕΕ ένας διάλογος που θα αφορά τις αιτίες της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, τις αιτίες για την αναζωπύρωση των εθνικών στρατηγικών και του απομονωτισμού, αλλά και τις αιτίες για την έξαρση των εθνικισμών και των εθνικών διενέξεων.

 

Βασική προϋπόθεση για να μπορέσει η ΕΕ να κοιτάξει μπροστά, είπε, είναι να συμφωνήσουμε ότι «πράγματι βρισκόμαστε σε πολιτική κρίση» και ότι «η πρώτη και κύρια αιτία για την πολιτική κρίση της Ευρώπης, είναι η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας και η ευρωπαϊκή στρατηγική για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης που κυριάρχησε».

 

Χρειαζόμαστε Κοινή Βιομηχανική Πολιτική

Ο πρωθυπουργός επισήμανε τις αποκλίσεις μεταξύ του ευρωπαϊκού Νότου με τον Βορά και σημείωσε ότι «χρειαζόμαστε μια κοινή ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική στο πνεύμα της κοινής αγροτικής πολιτικής».

 

Ο πρωθυπουργός έθεσε το ερώτημα «πώς η γηραιά ήπειρος θα ανταγωνιστεί στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται στην παγκόσμια οικονομία: ως ένα ενιαίο μπλοκ με ισότιμα μέλη, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας με ασφαλείς και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας ή ως ένας πλούσιος βιομηχανικός πυρήνας με τους φτωχούς περιφερειακούς δορυφόρους του;»

«Η τραγική κατάσταση που βίωσε η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο αυριανός ο εφιάλτης για όλη την Ευρώπη, αν δεν εγκαταλειφθούν οι πολιτικές λιτότητας και άκαμπτης δημοσιονομικής προσαρμογής που συρρικνώνουν το παραγωγικό της δυναμικό και την προοπτική της», τόνισε, για να υπογραμμίσει ότι «χρειαζόμαστε επενδύσεις στην παραγωγή, στην καινοτομία, στην έρευνα και στο ανθρώπινο κεφάλαιο».

 

Τόνισε ότι έτσι θα επιτύχουμε την πραγματική οικονομική σύγκλιση και πως η επιμονή στην πολιτική εσωτερικής υποτίμησης τα προηγούμενα χρόνια αποδείχτηκε λανθασμένη και η δραματική ύφεση επιδείνωσε την κατάσταση.

 

Ο κ. Τσίπρας σημείωσε ότι το επενδυτικό πρόγραμμα EFSI (πακέτο Γιούνκερ) είναι μια θετική κίνηση στην κατεύθυνση της αναζωογόνησης των επενδύσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο κα πως θα αξιοποιήσει η χώρα στο έπακρον τις δυνατότητες ώστε να επωφεληθούν όσο το δυνατόν περισσότερες μεγάλες και μικρές ελληνικές επιχειρήσεις. Επισήμανε ότι εγκρίθηκαν 42 επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους 5,6 δισ. ευρώ που θα μπορούσαν να ενταχτούν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα και είπε πως προσβλέπει σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτά τα σχέδια να υλοποιηθούν στο σύνολό του.

 

Αξιοποίηση του μομέντουμ με στόχο η Ελλάδα του 2021 να είναι μια διαφορετική χώρα

 

Ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι για να εγκαινιαστεί μια νέα εποχή ανάκαμψης για τη χώρα «είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε σε μια σφιχτή και καλά σχεδιασμένη μεταρρυθμιστική πολιτική σε πολλά και διαφορετικά πεδία».

 

«Στόχος και όραμά μας», τόνισε, «η Ελλάδα του 2021 να είναι μια διαφορετική χώρα, που σε τίποτα δεν θα θυμίζει την Ελλάδα της κρίσης και της επιτροπείας». Τόνισε ότι το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης «σηματοδοτεί την πρώτη πράξη του τέλους του δράματος της τελευταίας εξαετίας», ότι «η συμφωνία για την ρύθμιση του χρέους ανοίγει έναν διάδρομο σταθερότητας και μείωσης του επενδυτικού κινδύνου» και πως «οι προβλέψεις για το δεύτερο εξάμηνο του 2016 είναι θετικές και είναι βάσιμη η προσδοκία ότι μπαίνουμε πλέον σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης». «Έχουμε ως χώρα αυτή τη στιγμή», σημείωσε, «ένα καλό μομέντουμ και στόχος της κυβέρνησης είναι να μην το αφήσουμε να πάει χαμένο».

Ο πρωθυπουργός είπε ότι στο πλαίσιο αυτό: μεταξύ άλλων, καταρτίστηκε ο νέος αναπτυξιακός νόμος, συγκεντρώνονται όλα τα επιμέρους διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία για να ενισχυθεί ο αντίκτυπος τους στην ενίσχυση της ρευστότητας, η μετεξέλιξη του ΕΤΕΑΝ σε δημόσιο αναπτυξιακό ταμείο αποτελεί πρόσθετο εργαλείο ενεργητικής αναπτυξιακής πολιτικής, με το κλείσιμο της αξιολόγησης οι τράπεζες μας αποκτούν πρόσβαση στα φθηνά προγράμματα δανεισμού της ΕΚΤ και θα ξεκινήσουν την αναγκαία πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, αυξάνεται το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων στο 1 δισ. ευρώ για το 2017, αίρονται τα γραφειοκρατικά εμπόδια ειδικά ως προς την έγκριση νέων επενδύσεων και την δανειοδότηση νέων επιχειρήσεων, απλοποιείται το καθεστώς αδειοδότησης, συνεχίζεται η δημοσιονομική εξισορρόπηση με επιτυχημένο τρόπο. Επισήμανε ακόμη ότι η κυβέρνηση ξεμπλόκαρε μεγάλα έργα υποδομών.

 

Ο πρωθυπουργός επισήμανε τον γόνιμο κοινωνικό διάλογο που εγκαινιάστηκε με τους κοινωνικούς εταίρους και που κατέληξε στη συμφωνία για την μικρή αύξηση των εργοδοτικών εισφορών και εξήρε τη στάση του ΣΕΒ κατά την κρίσιμη διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό, «διότι συνδράματε ώστε να επιτευχθεί ο στόχος να μη μειωθούν εκ νέου οι κύριες συντάξεις κατά την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος». Τόνισε ότι αυτός ο διάλογος θα συνεχιστεί προκειμένου να βρίσκουμε τις βέλτιστες οικονομικά και κυρίως τις κοινωνικά δίκαιες λύσεις.

 

Ο κ. Τσίπρας σημείωσε ότι για να επιτευχθεί αύξηση της απασχόλησης με τους επιθυμητούς ρυθμούς χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις: α) η αύξηση των εγχώριων επενδύσεων, β) η μείωση του κινδύνου της χώρας, το λεγόμενο country risk. Επ αυτού τόνισε ότι η πρωταρχική συμφωνία για το χρέος δημιουργεί θετικές προσδοκίες στο μεσοπρόθεσμο και κυρίως στο μακροπρόθεσμο ορίζοντα και πως αναμένουμε η συμφωνία το επόμενο διάστημα να αποκτήσει ακόμη πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προκειμένου να απομακρυνθούν οριστικά οι αβεβαιότητες τόσο για τη βιωσιμότητα του χρέους όσο - και κυριότερο - για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, γ) η έγκαιρη πρόοδος του προγράμματος.

Ολόκληρος ο χαιρετισμός του Πρωθυπουργού στην Ετήσια Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ

Κύριε Πρόεδρε του ΣΕΒ, Κυρίες και κύριοι,

Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την πρόσκληση να απευθύνω χαιρετισμό στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ.

Ετήσια συνέλευση που φέτος διεξάγεται σε θετική συγκυρία, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.

Και είναι ιδιαίτερα τιμητική και συμβολική, θα έλεγα, η παρουσία του προέδρου της Κομισιόν κ. Junker, του φίλου της Ελλάδας, Jean Claude, στην σημερινή εκδήλωση, σε μια κομβική στιγμή, όχι μόνο για την ελληνική οικονομία αλλά και σε μια κρίσιμη στιγμή για την Ευρώπη.

Διότι υπολείπονται δυο μόνο μέρες για το κρίσιμο δημοψήφισμα στην Μεγάλη Βρετανία, σχετικά με την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και είναι κρίσιμο διότι όλοι γνωρίζουμε ότι ένα αρνητικό αποτέλεσμα, που όλες οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις απεύχονται, θα επιφέρει δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στο σύνολο της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας.

Αλλά όχι μόνο αυτό.

Το χειρότερο είναι ότι θα προκαλέσει μεγάλους κλυδωνισμούς στην ίδια την πορεία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.

Ανεξαρτήτως όμως του αποτελέσματος, που ευχόμαστε να είναι θετικό, είναι αναγκαίο να μας προβληματίσει το γεγονός ότι φτάσαμε ως Ευρώπη, συνολικά θα έλεγα, σε αυτό το σημείο.

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, ανεξάρτητα από την τοποθέτηση μας στον πολιτικό χάρτη, οφείλουμε να ανοίξουμε, πιστεύω, έναν γόνιμο και εποικοδομητικό διάλογο.

Έναν διάλογο που θα αφορά τις αιτίες της οικονομικής και της πολιτικής κρίσης, τις αιτίες για την αναζωπύρωση των εθνικών στρατηγικών και του απομονωτισμού, αλλά και τις αιτίες για την έξαρση των εθνικισμών και των εθνικών διενέξεων.

Γιατί μόνο αν συμφωνήσουμε ότι πράγματι βρισκόμαστε σε πολιτική κρίση και μόνο αν συζητήσουμε με νηφαλιότητα για τις αιτίες της, θα μπορέσουμε να κοιτάξουμε μπροστά.

Να κοιτάξουμε το μέλλον και τις προοπτικές του ιστορικού εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Και ας μη κρυβόμαστε. Η πρώτη και κύρια αιτία για την πολιτική κρίση της Ευρώπης, είναι η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας και η ευρωπαϊκή συνταγή για τη  διαχείριση της οικονομικής κρίσης, που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια στην ήπειρό μας.

Επ’ ευκαιρία της παρουσίας του Προέδρου Γιούνκερ, επιτρέψτε μου να θέσω το παράδειγμα της βιομηχανικής πολιτικής στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η παραγωγική ισχύς μετατοπίζεται σταδιακά προς την Ασία και νέες δυνάμεις διεκδικούν με αξιώσεις μερίδιο από την πρωτοκαθεδρία της Ευρώπης και της Αμερικής.

Σε αυτό συνέβαλε και η κρίση του 2008, που ξεκίνησε από την Αμερική και μεταδόθηκε μέσω των διατραπεζικών καναλιών στην Ευρώπη.

Η τραπεζική κρίση μετεξελίχτηκε σε κρίση εμπιστοσύνης και κατά συνέπεια σε κρίση δημοσίου χρέους για μια σειρά χώρες, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης στην αντιμετώπιση της κρίσης αξιολογούνται σήμερα εκ του αποτελέσματος.

Η άμεση και επιθετική παρέμβαση της FED στις ΗΠΑ και των αρχών εκεί, είχαν ως αποτέλεσμα οι ΗΠΑ, σήμερα, να έχουν επιστρέψει, με βάση όλους τους οικονομικούς δείκτες, στα προ κρίσης επίπεδα.

Αντίθετα, η Ευρώπη, εξαιτίας  της διστακτικής και αποσπασματικής διαχείρισης της κρίσης, αλλά και δομικών αδυναμιών στην αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης, παρουσιάζει αναιμική ανάπτυξη, υψηλότερη ανεργία και αδυνατεί να βρει τον βηματισμό της.

Πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο της ανεργίας, που είναι περίπου στο 10%, κρύβονται οι τεράστιες αποκλίσεις στην ανεργία σε χώρες του νότου, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία.

Αυτή η εικόνα αναδεικνύει τη χρόνια διαρθρωτική ανισομέρεια ανάμεσα στο βιομηχανικό πυρήνα του Βορρά και στο Νότο.

Κυρίως όμως αναδεικνύει και την απουσία μιας συγκροτημένης ευρωπαϊκής πολιτικής για την παραγωγική σύγκλιση. 

Διαρθρωτικές ανισότητες παγιώνουν τις εισοδηματικές ανισότητες, τον δυϊσμό ανάμεσα στον Βορρά και στον Νότο και, τελικά, τις θεσμικές ανισότητες που γίνονται ακόμα πιο εμφανείς όταν προκύπτει μια κρίση.

Αφού η ισότιμη σχέση μεταξύ των εταίρων μετατρέπεται σε σχέση δανειστή-δανειολήπτη, με όρους και υποχρεώσεις που επιβάλλονται, ως συνήθως, στον διαπραγματευτικά πιο αδύναμο.

Χρειαζόμαστε λοιπόν μια κοινή ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, ίσως στο πνεύμα της κοινής αγροτικής πολιτικής.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική παρά τις αντιφάσεις και τις στρεβλώσεις της, έθεσε πριν περίπου 50 χρόνια δυο στόχους: την διατροφική επάρκεια της ηπείρου και την στήριξη του αγροτικού και του κτηνοτροφικού εισοδήματος.

Και οι δύο στόχοι, παρά τις αποκλίσεις,  σε πολύ μεγάλο βαθμό επιτεύχθηκαν.

Αντίθετα, η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική είναι πολύ πιο πρόσφατη, περιορίζεται κυρίως σε ρυθμιστικά θέματα για την αγορά και τα πνευματικά δικαιώματα, αφήνοντας τα ουσιώδη ζητήματα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της κατανομής των πόρων στο εθνικό επίπεδο των κρατών-μελών.

Είναι ενδεικτικό, ότι οι 4 μεγάλες βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης λαμβάνουν το 45% των κεφαλαίων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ενώ η Ελλάδα , για να πω για τη χώρα μας, μόνο το 2,3% όταν μάλιστα έχει το 5% των ανέργων όλης της Ε.Ε.

Θα μου πείτε, βεβαίως, ότι το κριτήριο χρηματοδότησης δεν είναι η ανεργία, αλλά, δεδομένης της κατάστασης σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, αναρωτιέμαι μήπως θα έπρεπε να είναι κι αυτός ένας παράγοντας που θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψιν με αυξημένη βαρύτητα.

Προκύπτουν επομένως ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα.

Πως, η γηραιά ήπειρος, -γηραιά με την ιστορική, αλλά, σε λίγο καιρό και με την πληθυσμιακή έννοια-, θα μπορέσει να ανταγωνιστεί το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται στην παγκόσμια οικονομία από άλλες παγκόσμιες δυνάμεις;

Ως ένα ενιαίο μπλοκ με ισότιμα μέλη, παράγοντας προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, με ασφαλείς και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας

ή ως ένας πλούσιος βιομηχανικός πυρήνας με τους φτωχούς περιφερειακούς δορυφόρους του;

Η τραγική κατάσταση που βίωσε η Ελλάδα, μπορεί να γίνει ο αυριανός ο εφιάλτης για όλη την Ευρώπη, αν δεν εγκαταλειφθούν οι πολιτικές λιτότητας και άκαμπτης δημοσιονομικής προσαρμογής, που συρρικνώνουν το παραγωγικό της δυναμικό και την προοπτική της.

Χρειαζόμαστε επενδύσεις στην παραγωγή, στην καινοτομία, στην έρευνα και στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Μόνο έτσι μπορούμε να πετύχουμε την πραγματική οικονομική σύγκλιση.

Η επιμονή στην πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, τα προηγούμενα χρόνια, μείωσε το κόστος εργασίας για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, αλλά αυτή η πολιτική - ας το παραδεχτούμε όλοι επιτέλους- αποδείχτηκε λανθασμένη.

Η δραματική ύφεση που προκλήθηκε όχι μόνο δεν διόρθωσε αλλά επιδείνωσε την κρίση.

Διότι είναι γνωστό ότι το κόστος εργασίας είναι μόνο ένας και, μάλιστα, όχι ο πιο σημαντικός από τους συντελεστές για τον υπολογισμό της ανταγωνιστικότητας.

Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι στις πρώτες θέσεις του πίνακα ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, βρίσκονται χώρες με ισχυρά συστήματα ρύθμισης της αγοράς εργασίας και υψηλό εργασιακό κόστος, όπως, για παράδειγμα, οι χώρες της Σκανδιναβίας.

Η εξήγηση που δίνει ο ΟΟΣΑ για την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα, είναι, ορθώς, η μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, εξαιτίας της έλλειψης επενδύσεων και της κατανάλωσης κεφαλαίου.

Το επενδυτικό πρόγραμμα, που έχει γίνει πανευρωπαϊκά γνωστό με το όνομα του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το EFSI, είναι μια θετική κίνηση στην κατεύθυνση της αναζωογόνησης των επενδύσεων στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Διακρίνεται όμως και αυτό, από τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε παραπάνω.

Ο απαιτούμενος πανευρωπαϊκός σχεδιασμός για την κοινή βιομηχανική πολιτική δεν είναι επαρκής, ενώ υπολείπεται στην ενίσχυση της δραστικότητας και των συνεργειών που απαιτεί η συγκυρία.

Παρόλα αυτά, οφείλουμε να κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες του προγράμματος στο έπακρον, ώστε να επωφεληθούν όσο το δυνατόν περισσότερες μεγάλες, μεσαίες και μικρές ελληνικές επιχειρήσεις.

Πρόσφατα εγκρίθηκαν 42 επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους 5,6 δισ. € που θα μπορούσαν να ενταχτούν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Και ευελπιστούμε σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή επιτροπή, ώστε αυτά τα σχέδια στο σύνολό τους να υλοποιηθούν.

Κυρίες και Κύριοι,

Γνωρίζουμε καλά ότι η εξάρτηση από τα ευρωπαϊκά κονδύλια και προγράμματα δεν αρκεί για να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη.

Για να εγκαινιάσουμε μια νέα εποχή ανάκαμψης και ευημερίας για τη χώρα και το σύνολο των πολιτών, είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε σε μια σφιχτή και καλά σχεδιασμένη μεταρρυθμιστική πολιτική σε πολλά και διαφορετικά πεδία.

Στόχος και όραμά μας, σε 5 χρόνια, που θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Εθνική παλιγγενεσία, η Ελλάδα του 2021 να είναι μια διαφορετική χώρα. 

Μια χώρα που να μη θυμίζει σε τίποτα την Ελλάδα της κρίσης και της επιτροπείας.

Μια χώρα που θα έχει αφήσει πίσω της τις μαύρες σελίδες του πελατειακού κράτους και της κρατικά προστατευμένης φοροδιαφυγής.

Μια χώρα με ισχυρή, αποτελεσματική και σύγχρονη δημόσια διοίκηση.

Με θεσμούς δημοκρατίας που θα εγγυώνται την συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων.

Με ένα κράτος φιλικό στις επενδύσεις αλλά ταυτόχρονα και αυστηρό σε ό,τι αφορά την τήρηση των κανόνων.

Με νοικοκυρεμένα δημόσια οικονομικά αλλά και με ένα κοινωνικό κράτος που θα εγγυάται την ευημερία του συνόλου των πολιτών.

Ήδη το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης σηματοδοτεί την πρώτη πράξη του τέλους του δράματος της τελευταίας εξαετίας.

Η συμφωνία για την ρύθμιση του χρέους ανοίγει έναν διάδρομο σταθερότητας και μείωσης του επενδυτικού ρίσκου.

Οι προβλέψεις για το δεύτερο εξάμηνο του 2016 είναι θετικές και είναι βάσιμη η προσδοκία ότι μπαίνουμε πλέον σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Έχουμε, ως χώρα, αυτή τη στιγμή, ένα καλό μομέντουμ. Και στόχος της κυβέρνησης είναι να μην το αφήσουμε να πάει χαμένο.

Να το αξιοποιήσουμε με μεθοδικότητα ώστε να πολλαπλασιάσουμε τις θετικές συνέπειες του.

Στο πλαίσιο αυτό:

Καταρτίσαμε τον νέο αναπτυξιακό νόμο με προσανατολισμό στην εξωστρέφεια, στους κλάδους με συγκριτικό πλεονέκτημα, στις στρατηγικές επενδύσεις και συνδέσαμε τις προτεραιότητές του με τα κεφάλαια του ΕΣΠΑ.

Συγκεντρώνουμε όλα τα επιμέρους διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία για να ενισχύσουμε τον αντίκτυπό τους στην ενίσχυση της ρευστότητας και δημιουργούμε εγγυητικά σχήματα που διευκολύνουν την συμμετοχή και την ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου.

Η μετεξέλιξη του ΕΤΕΑΝ σε δημόσιο αναπτυξιακό ταμείο, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών κρατών όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, αποτελεί ένα πρόσθετο εργαλείο ενεργητικής αναπτυξιακής πολιτικής.

Με το κλείσιμο της αξιολόγησης, οι τράπεζες μας αποκτούν πρόσβαση στα φθηνά προγράμματα δανεισμού της ΕΚΤ και θα ξεκινήσουν την αναγκαία πιστωτική επέκταση, -θέλω να ελπίζω και πιστεύω, και προς τις επιχειρήσεις.

Αυξάνουμε το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων στο 1 δισ. € για το 2017.

Πρόκειται για την μεγαλύτερη αύξηση στα χρόνια της κρίσης.

Αίρουμε τα γραφειοκρατικά εμπόδια ειδικά ως προς την έγκριση νέων επενδύσεων και την δανειοδότηση νέων επιχειρήσεων.

Απλοποιούμε το καθεστώς αδειοδότησης καταργώντας χρονοβόρες διαδικασίες προέγκρισης και αντικαθιστώντας τις με απλή γνωστοποίηση, όπου αυτό είναι δυνατόν, μειώνοντας δραστικά το χρονικό διάστημα που απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης. 

Συνεχίζουμε την δημοσιονομική εξισορρόπηση με επιτυχημένο τρόπο, όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2015, αλλά και του πρώτου πενταμήνου του τρέχοντος έτους.

Στις μεταρρυθμίσεις που προωθούμε, εντάξαμε τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τη διακοψιμότητα –  δυο σημαντικά πάγια αιτήματα των ελληνικών επιχειρήσεων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους- επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τον γόνιμο κοινωνικό διάλογο που εγκαινιάσαμε με την συμφωνία στην οποία καταλήξαμε, με τους κοινωνικούς εταίρους, για την  μικρή αύξηση των εργοδοτικών εισφορών.

Και σε αυτό το σημείο, αισθάνομαι, ως υποχρέωση, να εξάρω τη στάση του Προεδρείου του ΣΕΒ κατά την κρίσιμη διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό.

Διότι συνδράματε και εσείς ώστε να επιτευχθεί ένας σημαντικός στόχος: να μη μειωθούν εκ νέου οι κύριες συντάξεις κατά την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος.

Και πιστεύω ότι αυτός ο διάλογος πρέπει να συνεχιστεί, προκειμένου να βρίσκουμε τις βέλτιστες οικονομικά και, κυρίως, τις δικαιότερες κοινωνικά λύσεις.

Έχουμε αποδείξει ότι είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε και να συζητήσουμε τις προτάσεις των κοινωνικών φορέων που συμβάλουν στην επίλυση των προβλημάτων, προωθούν την επιχειρηματικότητα και συνεισφέρουν στην αύξηση του παραγόμενου πλούτου, διότι αυτός πρέπει να είναι ο στόχος. Και από κει και πέρα, βεβαίως, αυτός ο πλούτος να διαχυθεί δίκαια στο σύνολο της κοινωνίας.

Εξάλλου, ιδιαίτερα θετική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι κατορθώσαμε να ξεμπλοκάρουμε μεγάλα έργα υποδομών που διαχέουν οικονομικό δυναμισμό σε πλήθος τοπικών επιχειρήσεων κάθε μεγέθους.

Όμως, δυστυχώς, ξεκινάμε, πολύ πιο πίσω από τη γραμμή εκκίνησης.

Έγινε μεγάλη ζημιά στη χώρα, καθώς, μέσα σε 5 χρόνια, χάθηκε το 67% των ιδιωτικών επενδύσεων.

Χωρίς τις ιδιωτικές επενδύσεις, η αύξηση της απασχόλησης δεν θα επιτευχθεί, στους ρυθμούς, τουλάχιστον, που επιθυμούμε.

Ωστόσο, για να πετύχουμε αυτόν τον στόχο, υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις.

Πρώτη προϋπόθεση είναι η αύξηση των εγχώριων επενδύσεων.

Τα τελευταία χρόνια στον δημόσιο διάλογο γίνεται λόγος μόνο για την ανάγκη προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.

Ωστόσο, μια από τις προϋποθέσεις που λειτουργούν ελκυστικά για τους ξένους επενδυτές, είναι η ενίσχυση των εσωτερικών, των εγχώριων επενδύσεων.

Οι εγχώριες επιχειρηματικές δυνάμεις που πιστεύουν στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και στην δυναμική των επιχειρήσεων τους, πρέπει βγουν μπροστά  και να προχωρήσουν στην ενίσχυση των επενδύσεων τους.

Μέσω αυτής της οδού, θα πειστούν και οι ξένες εταιρείες να τοποθετήσουν τα κεφάλαια τους στην χώρα μας, να ξεκινήσουν νέες δραστηριότητες ή να συνεργαστούν με τις ελληνικές εταιρείες.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι η μείωση του κινδύνου της χώρας, το λεγόμενο country risk.

Η πρωταρχική συμφωνία για το χρέος δημιουργεί θετικές προσδοκίες στο μεσοπρόθεσμο και, κυρίως, στο μακροπρόθεσμο ορίζοντα κι αυτό είναι κρίσιμο για την επενδυτική προοπτική της χώρας.

Αναμένουμε, αυτή η συμφωνία, το επόμενο διάστημα, να αποκτήσει ακόμη πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προκειμένου να απομακρυνθούν οριστικά οι αβεβαιότητες, τόσο για τη βιωσιμότητα του χρέους όσο – και κυριότερο – για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό θα οδηγήσει στην άνοδο της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, που θα συμβάλει στην μείωση του κόστους δανεισμού για το δημόσιο και τις επιχειρήσεις και στη δημιουργία του κατάλληλου δρόμου για επανείσοδο της χώρας στις κεφαλαιαγορές.

Μια τρίτη προϋπόθεση είναι η έγκαιρη πρόοδος του προγράμματος.

Πρόγραμμα που, κατόπιν δική μας επιλογής, ήταν εμπροσθοβαρές.

Η καθυστέρηση στο κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης δεν οφείλεται σε ενέργειες ή παραλείψεις της ελληνικής πλευράς, αλλά στη διαφορά των εκτιμήσεων μεταξύ της ευρωπαϊκής πλευράς, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, και του ΔΝΤ, σε ότι αφορά την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων.

Με λίγα λόγια, από την πλευρά μας κάναμε όλα τα απαραίτητα βήματα για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης και την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Για τη δεύτερη αξιολόγηση που έχουμε μπροστά μας, θα πρέπει να αποφύγουμε αντίστοιχα φαινόμενα και πρακτικές, αν πραγματικά όλες οι πλευρές επιθυμούν την επιτυχία της συμφωνίας του περασμένου Ιουλίου.

Παράλληλα, δεν θα πρέπει ουδέποτε να λησμονούμε ότι για την επιτυχία των προγραμμάτων, ισχύ αξιώματος έχει η αποδοχή τους από το κοινωνικό σύνολο, προκειμένου να επιτυγχάνεται η κοινωνική συνοχή, και η δίκαιη διανομή των θετικών αποτελεσμάτων σε όλους.

Είναι γεγονός ότι η ανεργία στην χώρα μας βρίσκεται σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα, παρά τα σημάδια βελτίωσης που δείχνουν τα στοιχεία του πρώτου πεντάμηνου του έτους, ενώ και η ελληνική αγορά εργασίας είναι κατακερματισμένη.

Οι εργαζόμενοι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας εξαετίας, έχασαν δικαιώματα και αισθάνονται – δικαιολογημένα ανασφαλείς.

Η εσωτερική αγορά εργασίας, στην Ελλάδα, δεν χαρακτηρίζεται από την υπερβολική ρύθμιση, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, αλλά από το ακριβές αντίθετο: Από την απορύθμιση και την επικράτηση συνθηκών που δεν συνάδουν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και κεκτημένα.

Χρειαζόμαστε, επομένως, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, που θα σέβονται τις κοινωνικές, ψυχολογικές και δημιουργικές πλευρές της εργασίας και δεν θα υποβιβάζουν τον εργαζόμενο σ’ ένα αναλώσιμο συντελεστή της παραγωγικής διαδικασίας.

Η μονομερής και, επιτρέψτε μου να πω, ακραίας νεοφιλελεύθερης προσέγγισης εμμονή στην ελαστικοποίηση της εργασίας, στη μείωση του εργατικού κόστους και στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, σε τελευταία ανάλυση είναι αντιπαραγωγική, καθώς λειτουργεί εις βάρος, όχι μόνο των εργαζομένων, αλλά και της ίδιας της παραγωγικότητας της εργασίας.

Όλες οι αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντανακλώνται στην μεγάλη παράδοση των εργασιακών κεκτημένων και στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων.

Η υπεράσπιση τους περνάει μέσα από την ανάπτυξη και τη φυγή προς τα μπρος, τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, κλείνοντας την παρέμβασή μου από αυτό εδώ το κρίσιμο βήμα, το ετήσιο αυτό σημαντικό βήμα, να καλέσω το σύνολο των κοινωνικών φορέων να συμμετάσχουν σε έναν γόνιμο και δημιουργικό διάλογο για την βελτίωση και την αποκατάσταση του πλαισίου των εργασιακών σχέσεων στην χώρα μας, για την αναγκαία επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που δε μπορεί παρά να βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό του ρόλου των παραγωγικών δυνάμεων, των παραγωγικών φορέων.

Αμοιβαίος σεβασμός, συνευθύνη και συναίνεση στη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων.

Αυτό είναι το τρίπτυχο που, αν το καταφέρουμε μεταξύ μας, είμαι βέβαιος πως οι εταίροι μας δε θα μπορούν παρά να σεβαστούν το πεδίο σύγκλισης και συμφωνίας των κοινωνικών δυνάμεων, των κοινωνικών εταίρων στην Ελλάδα.

Διότι, παρά τις διαφορετικές μας απόψεις, θέσεις και, πολλές φορές, συμφέροντα, τούτη την ώρα έχουμε έναν κοινό στόχο και ένα κοινό συμφέρον, την έξοδο από την κρίση.

Εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες σας.

Σας ευχαριστώ.

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)