to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

«Δεν βλέπω τίποτα το ανταγωνιστικό ή το ασυμβίβαστο ανάμεσα στην ποίηση και στην τεχνολογία», λέει ο ποιητής Γιάννης Δούκας


Έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε δυναμικό πρεσβευτή των ψηφιακών ανθρωπιστικών σπουδών χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην συστηματική ποιητική του δραστηριότητα.

Μεγαλωμένος σε ένα σπίτι που είχε τα θεμέλιά του στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο, ο 35χρονος Γιάννης Δούκας, ζει σήμερα στην ιρλανδική περιφέρεια, ετοιμάζοντας τη διδακτορική διατριβή του στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Ιρλανδίας Γκάλγουεϊ (NUI Galway) στο πεδίο Digital Arts & Humanities. Και από την άλλη, με τα ποιήματά του συνεχίζει να σχολιάζει το ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν, μέσα από ένα βλέμμα εξίσου νοσταλγικό και ειρωνικό. Και μαζί, όπως σημειώνει στο Left.gr, τον απασχολεί «η χειρωναξία της μορφής και η διερεύνηση ενός προσωπικού γλωσσικού ιδιώματος». Από το 2011 έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές με τίτλους Στα μέσα σύνορα και Το σύνδρομο Σταντάλ (εκδ. Πόλις 2011, 2013), και έχει τιμηθεί αντίστοιχα από το περιοδικό Διαβάζω με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή, και από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Καλύτερης Συλλογής Νέου Ποιητή.

Γιος της πεζογράφου Μάρως Δούκα και του διευθυντή παραγωγής Νίκου Δούκα, ο Γιάννης Δούκας ξεκίνησε σπουδάζοντας φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Και στη συνέχεια στράφηκε στον σχετικά καινούργιο κλάδο των ψηφιακών τεχνολογιών και στις εφαρμογές τους στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, παίρνοντας το πρώτο μεταπτυχιακό του δίπλωμα από το Kings College του Λονδίνου. Όπως εξηγεί σήμερα, «η χρήση ψηφιακών μέσων κι εργαλείων δεν είναι πλέον κάτι το πρωτόγνωρο, ούτε απευθύνεται σε λίγους κι εκλεκτούς, αλλά έχει καταστεί αυτονόητη και σύμφυτη με τον τρόπο ζωής μας. Έτσι και οι ψηφιακές ανθρωπιστικές σπουδές δεν είναι παρά οι παραδοσιακοί κλάδοι που υιοθετούν σήμερα ηλεκτρονικές πρακτικές για την παραγωγή και τη διάδοση της γνώσης». Για εκείνον είναι λοιπόν αυτονόητο ότι θα χρησιμοποιεί τις δυνατότητες του ψηφιακού μέσου για την επίτευξη συλλογικών στόχων και ότι, ταυτόχρονα, θα προσπαθεί με την ποίησή του, «να στοχαστώ για τον κόσμο, να τον καταλάβω, όσο μπορώ, και να τον αποτυπώσω».

Μέχρι σήμερα ακούμε συνήθως φιλολόγους να αναδεικνύουν τη σημασία των ψηφιακών ανθρωπιστικών σπουδών. Άραγε αυτή η υπόθεση αφορά μονάχα εκείνους ως προνομιακούς επεξεργαστές του λόγου ή και άλλες επιστημονικές ή επαγγελματικές κατηγορίες; Και πέρα από αυτό, ποιες εφαρμογές της αφορούν το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο;

Κάθε άλλο. Κάτι τέτοιο δεν περιορίζεται σε κειμενοκεντρικές προσεγγίσεις. Αγγίζει όλα τα αντικείμενα, απλώνεται σε ποικίλες εφαρμογές. Ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα είναι η προσωπογραφική τεκμηρίωση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, συνεργατική προσπάθεια ιδρυμάτων και πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο (https://livesofthefirstworldwar.org/ ), ή το αρχαιολογικό πρότζεκτ που φιλοδοξεί να διασώσει και να ανασυστήσει ψηφιακά τους αρχαιολογικούς χώρους της Μοσούλης που έχουν καταστραφεί από το Ισλαμικό Κράτος (http://projectmosul.org/ ). Στον κλάδο υπάγονται ακόμη και οι καλλιτεχνικές πρακτικές, εικαστικές και οπτικοακουστικές, που κάνουν χρήση ψηφιακών μέσων, αλλά και οι ψηφιοποιημένες συλλογές μουσείων και βιβλιοθηκών, ανοιχτές και ελεύθερα προσβάσιμες, ως επί το πλείστον, στο ευρύ κοινό – ανεξάντλητη πηγή γνώσης οι τελευταίες, για όποιον μπει στη διαδικασία να τις αξιοποιήσει.  Αναφέρουμε, λ.χ., το λογαριασμό της Βρετανικής Βιβλιοθήκης στο Flickr (https://www.flickr.com/photos/britishlibrary/ ),  όπου φιλοξενούνται σε υψηλή ανάλυση πάνω από ένα εκατομμύριο εικόνες από τις συλλογές της.

Εσύ εργάστηκες ως εθελοντής σε ένα μεγάλο έργο ψηφιοποίησης, που ήταν η αγγλική μετάφραση του βυζαντινού λεξικού Σούδα, το οποίο αριθμεί πάνω από 31.000 λήμματα και είναι μια τεράστια πηγή γνώσης για όσους ερευνούν τον αρχαίο κόσμο. Το έργο, που ξεκίνησε με τη σύμπραξη πολλών επιστημονικών ιδρυμάτων, χρειάστηκε 16 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Τι έμαθες μέσα από αυτήν την εμπειρία;

Όντας ένα ερευνητικό πρόγραμμα που, εάν είχε αναληφθεί από έναν μόνο ερευνητή ή από μια ολιγομελή ομάδα, θα απαιτούσε συστηματική αφοσίωση και αναρίθμητες εργατοώρες, η SudaOnLine(http://www.stoa.org/sol/ ) προέκυψε μέσα από τις ανάγκες της ίδιας της ακαδημαϊκής κοινότητας, με αφορμή μια σχετική συζήτηση σε λίστα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Συνεργάστηκαν σε αυτό, προσφέροντας εθελοντικά τις γνώσεις και τον ελεύθερό τους χρόνο, διακόσιοι δέκα συνολικά ερευνητές και ερευνήτριες, πανεπιστημιακοί και φοιτητές, κυρίως από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αγγλία. Τα κείμενα υποβάλλονταν σε μια εύχρηστη πλατφόρμα επεξεργασίας και κατόπιν αξιολογούνταν και διορθώνονταν από τους επιμελητές του προγράμματος.

Η εμπειρία της SudaOnLine, αποκαλυπτική για μένα και καθοριστική ώστε να στραφώ στις ψηφιακές ανθρωπιστικές σπουδές, μου έδωσε να καταλάβω τι σημαίνει να θέτεις την εργασία σου στην υπηρεσία ενός συλλογικού στόχου, να εντάσσεσαι σε μια κοινότητα ισότιμων μεταξύ τους ερευνητών, να υπερβαίνεις περιορισμούς συνόρων και κονδυλίων, και να συμμετέχεις στην επίτευξη ενός σημαντικού έργου, χωρίς η περηφάνια σου γι’ αυτό να είναι κτητική. Και, φυσικά, μου ανέδειξε τις ανοιχτές και συναρπαστικές δυνατότητες του ψηφιακού μέσου.

Ο κλάδος των Digital Humanities σαγηνεύει όλο και περισσότερους νέους επιστήμονες, που «κολλάνε», όπως εσύ, και υποστηρίζουν ότι αυτό που αλλάζει με τις ψηφιακές τεχνολογίες δεν είναι μόνο το περιβάλλον της έρευνας αλλά και το ίδιο το παράδειγμά της. Μπορείς να μάς εξηγήσεις τι σημαίνει αυτό;

Θα έλεγα ότι πρόκειται λιγότερο για σαγήνη και περισσότερο για φυσική συνέχεια, ευθυγράμμιση με τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής μας. Όπως αλλάζουν οι όροι της επικοινωνίας και της ενημέρωσης (έλαβα τις ερωτήσεις σου μέσω e-mail και γράφω στον υπολογιστή μου τις απαντήσεις, που θα δημοσιευτούν και θα διαβαστούν σε ηλεκτρονικό μέσο), με αντίστοιχο τρόπο μεταβάλλεται και η φύση της έρευνας. Αλλάζει, λόγου χάρη, η μεθοδολογία μας. Έχουμε στη διάθεσή μας έναν τεράστιο όγκο δεδομένων και νέες μεθόδους για την προσπέλασή του. Μπορούμε έτσι για πρώτη φορά να «δαμάσουμε» ένα υλικό που το μέγεθος και η εμβέλειά του μας υπερέβαιναν, να εξαγάγουμε συμπεράσματα με τεχνικές εξόρυξης δεδομένων από μεγάλα σώματα κειμένων, όπως είναι, π.χ. το σύνολο της αρχαιοελληνικής γραμματείας  (ThesaurusLinguaeGraecae  http://stephanus.tlg.uci.edu/  ) και να τα απεικονίσουμε με νέους τρόπους. Χωρίς να καταργούνται τα παραδοσιακά φιλολογικά εργαλεία, αίρονται οι ανθρώπινοι περιορισμοί τους: σήμερα, ο ερευνητής και το μηχάνημά του μπορούν να εργάζονται συμπληρωματικά, και είναι οι συνεχείς αλλαγές εστίασης που έρχονται να φωτίσουν αλλιώς τα κείμενα και να διευρύνουν την κατανόησή μας.

στρατηγέ τι ζητούσες στη Λάρισα συ ένας Υδραίος, έγραφε ο Εγγονόπουλος στον «Μπολιβάρ». Παραφράζοντάς τον θα ήθελα να μας πεις τι περιμένεις εσύ ένας ποιητής από την τεχνολογική πρόοδο και την πληροφορική; Και κυρίως, εάν αισθάνεσαι ποτέ ότι ο ποιητικός εαυτός σου δηλητηριάζεται ή αλλοτριώνεται ή γίνεται, π.χ., εγκεφαλικός, στον κόσμο της ψηφιακής διαχείρισης της γνώσης;

Θα μπορούσε ποτέ ένας ποιητής, ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, να ζήσει έξω από τον καιρό του; Δεν αποθεώνω την τεχνολογία, ούτε όμως τη φοβάμαι, που πάει να πει μαθαίνω να ζω μαζί της, επιδιώκω να τη γνωρίσω καλά, να τη χρησιμοποιήσω σωστά. Και είναι, νομίζω, αναμφίβολο ότι, χάρη σ’ αυτήν, μπορούμε να αποκτήσουμε μια κατά πολύ σφαιρικότερη γνώση του κόσμου: σε ό, τι αφορά την ποίηση, διευκολύνεται η ζύμωση με τις τάσεις και τις αναζητήσεις του εξωτερικού, η επικοινωνία με ομοτέχνους από άλλες χώρες, η αίσθηση συμμετοχής σ’ ένα πολύγλωσσο και διακρατικό πολιτισμικό συνεχές. Αποκτούμε πρόσβαση, σε ηλεκτρονική μορφή, στην ύλη εκατοντάδων λογοτεχνικών περιοδικών  και τελικά αποφεύγεται, υπό προϋποθέσεις, η λογική της εσωστρέφειας και του επαρχιωτισμού. Αλλά και το ίδιο το ψηφιακό μέσο ευνοεί τους πειραματισμούς (για μια ανθολογία ηλεκτρονικής λογοτεχνίας, εδώ: http://collection.eliterature.org/ ). Με δυο λόγια, και δεδομένου ότι το ερέθισμα που πυροδοτεί την ποιητική στιγμή μπορεί να βρεθεί οπουδήποτε, δεν βλέπω τίποτε το ανταγωνιστικό ή το ασυμβίβαστο ανάμεσα στην ποίηση και την τεχνολογία – καθετί, εξάλλου, φορτίζεται και δικαιώνεται από τη χρήση που του κάνουμε.

Τι είναι εκείνο που θα επιτρέψει στον αυριανό χρήστη να ανανεώσει ριζικά την ποιότητα των πρακτικών του; Και ποιες δεξιότητες πρέπει να διαθέτει προκειμένου να τα καταφέρει;

Πρώτο και κύριο: να πάψει να είναι παθητικός χρήστης του υπολογιστή και περιηγητής του διαδικτύου. Να γίνει ενεργός και ενσυνείδητος, να θέτει ερωτήματα, να προσπαθεί ν’ αντιλαμβάνεται τι είναι αυτό που βλέπει εμπρός του, να τον απασχολεί η κρυφή, υποκείμενη αρχιτεκτονική αυτού που χειρίζεται. Να έχει ακόμη συναίσθηση ότι οι εικόνες και τα κείμενα που έχει στη διάθεσή του δεν είναι ουρανοκατέβατα, αλλά προέκυψαν από τον κόπο και την εργασία πολλών ανθρώπων. Από κει και πέρα, δεν είναι ανάγκη να γίνουμε όλοι προγραμματιστές. Εξάλλου, σε κάθε ερευνητική ομάδα υπάρχουν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι. Συνεργάζονται, δηλαδή, οι ειδικευμένοι στο κατά περίπτωσιν επιστημονικό πεδίο με εκείνους που παρέχουν τεχνική υποστήριξη. Οι συγκεκριμένες δεξιότητες που μπορεί ν’ αποκτήσει κανείς, στην αξιοποίηση διαφόρων τύπων λογισμικού ή σε γλώσσες σήμανσης και προγραμματισμού, προκύπτουν στην πορεία, ανάλογα και με τις ανάγκες του κάθε πρότζεκτ. Είναι βασικό, πάντως, ότι υπάρχουν δωρεάν προγράμματα εκμάθησης διαθέσιμα στο διαδίκτυο, όπως, λόγου χάρη, στον ιστότοπο Coursera (https://www.coursera.org/ ).

Απ’ όσο γνωρίζω, με πρωτοβουλία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας έχει δημιουργηθεί ένα ψηφιακό corpus νεοελληνικής ποίησης του 19ου και 20ού αιώνα, όπου το έργο ποιητών δίνεται ολόκληρο, επιμελημένο εξαρχής και ο χρήστης μπορεί για παράδειγμα να δημιουργήσει ad hoc καταλόγους λέξεων, λημματικούς, σημασιολογικούς κ.ο.κ. Είναι αρκετό ένα τέτοιο σώμα για την ανάπτυξη των λογοτεχνικών σπουδών;

Η «Ανεμόσκαλα», όπως αποκαλείται το ψηφιακό αυτό εργαλείο που παρέχει συμφραστικούς πίνακες λέξεων και σώματα κειμένων (http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/ ), «σχεδιάστηκε», με βάση την περιγραφή που παρατίθεται στον ίδιο τον ιστότοπο, «για να διευκολύνει τη μελέτη της νεοελληνικής ποίησης και να ενθαρρύνει την άμεση και αδιαμεσολάβητη ανάγνωση του ποιητικού λόγου». Ως εγχείρημα, είναι εξαιρετικό πρώτο βήμα και θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο σε μαθητές, εκπαιδευτικούς, αλλά και στο ευρύ κοινό. Υπάρχουν πολλά ακόμη ψηφιακά αποθετήρια, ιδίως στις κλασικές σπουδές, η PerseusDigitalLibrary για παράδειγμα (http://www.perseus.tufts.edu/hopper/ ).Βέβαια, το πρωτογενές υλικό από μόνο του, όσο και αν είναι, δεν επαρκεί για την ανάπτυξη της σχετικής με αυτό έρευνας∙ το σημαντικό είναι η εφαρμογή νέων προσεγγίσεων σε αυτό.

Πού σκαλώνει στην Ελλάδα η υπόθεση της ψηφιοποίησης: στην έλλειψη κονδυλίων ή στην έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων; Ποια θα ήταν η πρότασή σου στην Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία;

Βήματα είχαν γίνει στο παρελθόν, ιδίως την εποχή του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας», με το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (2000-2006). Σημειώνουμε, λόγου χάρη, την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ψηφιοποιημένων λογοτεχνικών περιοδικών του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=488 ).

 Έκτοτε, βέβαια, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Ούτε πόροι περισσεύουν, ούτε έχει καταστεί ο ψηφιακός εγγραμματισμός επί της ουσίας προτεραιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Υπάρχουν θύλακες δραστηριότητας, όπως το Δίκτυο Υποδομών για την Έρευνα στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (http://www.dyas-net.gr/ ) και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, και θα πρέπει πάση θυσία να υποστηριχθούν. Ήδη, στο πλαίσιο της «Ψηφιακής Σύγκλισης» (http://www.digitalplan.gov.gr/portal/ ), δόθηκε έμφαση στα ανοιχτά πρότυπα και δεδομένα, στην αύξηση της προσβασιμότητας και στη διαλειτουργικότητα. Οι ίδιες αρχές πρέπει να διέπουν και την έρευνα: χρήση ελεύθερου λογισμικού, ανοιχτή πρόσβαση, διατμηματική και διαπανεπιστημιακή συνεργασία, αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, ενεργή παρακολούθηση των διεθνών συμφραζομένων. Και, βέβαια, στο μέτρο του δυνατού, κάλυψη βασικών ερευνητικών αναγκών, όπως είναι η συνδρομή σε ψηφιακές συλλογές και βιβλιοθήκες.

Πώς έχει λυθεί ή πώς μπορεί να λυθεί το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων στον ψηφιακό παράδεισο; Μήπως λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο όταν διεκδικούμε περισσότερη ψηφιοποιημένη γνώση;

Δεν είπε κανείς ότι η ψηφιακή εποχή συνεπάγεται την κατάργηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, δεν παύει, όμως, να ισχύει ότι ένα απειροελάχιστο, μόνον, κλάσμα της ανθρώπινης πνευματικής ιστορίας υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς: ως γνωστόν, με βάση τις υπάρχουσες διατάξεις, ένα έργο δεσμεύεται για εβδομήντα χρόνια έπειτα από το θάνατο του δημιουργού του. Έτσι, όταν μιλούμε για μεγάλες ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες, όπως, λόγου χάρη, το ProjectGutenberg (https://www.gutenberg.org/ ) ή το InternetArchive (https://archive.org/), αλλά και για τους ιστότοπους των πολλών εκείνων ιδρυμάτων που έχουν ψηφιοποιήσει και διαθέτουν ελεύθερα τις συλλογές τους, αναφερόμαστε σε έργα που έχουν καταστεί κοινό κτήμα, έχουν εκπνεύσει, δηλαδή, τα δικαιώματά τους.

Και τώρα ας εστιάσουμε στον ποιητή Γιάννη Δούκα. Έχω την αίσθηση πως η ποίηση βρίσκεται σε πορεία ακμής στην Ελλάδα της κρίσης. Συμφωνείς; Θα ‘θελα να μας πεις δυο λόγια γι’ αυτό, αλλά και για τη συνθήκη του ποιητή στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς.

Δεν είμαι σίγουρος με τι κριτήρια θ’ αξιολογήσουμε την πορεία ακμής και αν μπορούμε να την ποσοτικοποιήσουμε. Σ’ ένα πρόσφατο, εξαιρετικά τεκμηριωμένο, άρθρο του (http://culpolgreekcrisis.com/2016/01/12/the-age-of-discontent-greek-publishing-through-six-years-of-austerity/ ), ο Σωκράτης Καμπουρόπουλος παρατηρούσε ότι εντός της κρίσης εκδίδονται μεν περισσότερα ποιητικά βιβλία (547 τίτλοι, π.χ., για το έτος 2012), αλλά στις περισσότερες των περιπτώσεων τα έξοδα της έκδοσης τα καλύπτει ο ίδιος ο ποιητής. Κι έπειτα, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, η γραφομανία αυτή δεν συνεπάγεται και διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού.

Για να μην ακούγομαι, όμως, αποπεμπτικός κι απαισιόδοξος, όντως φαίνεται να υπάρχει έντονη δραστηριότητα στο χώρο και είναι αξιοσημείωτη: νέες φωνές αφήνουν το στίγμα τους, συσπειρώνονται γύρω από συλλογικότητες, περιοδικά, παρέες, μεταφράζουν και μεταφράζονται. Κατά τ’ άλλα, όμως, και δεδομένου ότι κανένας ποτέ δεν βιοπορίστηκε από τα ποιήματά του, η συνθήκη του ποιητή σήμερα δεν είναι διαφορετική από τη συνθήκη οποιουδήποτε φορολογούμενου κι εργαζομένου.

Ξέρω ότι είναι δύσκολο να μιλά κανείς για τη δουλειά του. Ας μιλήσει λοιπόν η δουλειά σου για σένα. Θα μπορούσες να επιλέξεις ένα από τα ποιήματά σου για το Left.gr;

Εντάξει. Είναι το ποίημα «Μονόδρομοι» από τη συλλογή Το σύνδρομο Σταντάλ (Πόλις, 2013), και είναι αφιερωμένο στον Bernard Knox:

Ζούσαν την εποχή των μονοδρόμων
κι έτσι, νομίζω, το ’χανε συλλάβει:
άσπρο και μαύρο, αφεντικά και σκλάβοι,
αυτός είναι ο καιρός, αυτός ο γνώμων

που δίνει στην κοινή μορφή το σχήμα
της ένωσης και την αυτονομία
στη στράτευση. Απ’ την προϊστορία
υψώνεται σαν πλάσμα, σώμα, κύμα

που αίμα κυλά, πηγάζει απ’ το αίμα
εδώ, μέσα στο Μάτι του Λονδίνου.
Αλήθεια και γλυπτό τους μνήμα γίνου:
πως τελικά η θέση είναι το θέμα,

η θέση στο βαθύτατα επείγον,
και είναι πάντα υπόθεση των λίγων.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)