to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το αποτύπωμα του τοπίου ή όταν οι κρητικοί χοροί συναντάνε τον σύγχρονο

Σκέψεις με αφορμή την παράσταση “Salema revisited” (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών).


Η συνομιλία με την παράδοση αποτελεί μια διαχρονική στροφή της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας στην αναζήτηση νέων μορφών.

Οι παραδοσιακοί χοροί μιας κοινότητας συνομιλούν με τον τόπο διαβίωσής της, και έχουν διαμορφωθεί από αυτόν, από τα στοιχεία της τοπολογίας του (γεωγραφία, ιστορία, κ.λπ.). Γι’ αυτό και λέμε, παραδείγματος χάριν «χοροί της Νάξου», «χοροί της Θράκης» κ.λπ.
Δεν αναφερόμαστε, φυσικά, στις συχνά αυθαίρετες διοικητικές διαιρέσεις, αλλά σε εκείνες που ορίζει η μορφολογία του εδάφους, τα φυσικά όρια (βουνά, ποτάμια, θάλασσες) και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που αναπτύχθηκαν στις περιοχές αυτές.
Ο γεωγραφικός προσδιορισμός ενός χορού, κατά συνέπεια, δεν πληροφορεί αποκλειστικά για την προέλευσή του, αλλά και για την κουλτούρα και τον πολιτισμό των ανθρώπων του συγκεκριμένου τόπου, αλλά και την Ιστορία του (και τις πολιτισμικές επιδράσεις που έχει δεχτεί). Όταν, για παράδειγμα, μιλάμε για ποντιακούς χορούς, εννοούμε, ασφαλώς, τους χορούς που γεννήθηκαν νοτίως του Εύξεινου Πόντου, αλλά, ταυτόχρονα, σκεφτόμαστε και την ιδιαίτερη (παραδοσιακή) ενδυμασία των Ποντίων, την πολεμική χροιά πολλών εξ αυτών των χορών, τις επιδράσεις τους από αρχαιοελληνικά στοιχεία, αλλά και το πώς η αναγκαστική μετακίνηση των Ποντίων στην Ελλάδα οδήγησε στη συγκρότηση ενός κοινού χορευτικού ρεπερτορίου τους.
Σύμφωνα με την πολυετή ερευνητική εργασία της Γαλλοαμερικανίδας χορογράφου Suzan Buirge, με ιθαγενείς της Βόρειας Αμερικής, Ιάπωνες, Ασιάτες κ.α., σε ένα πρωταρχικό επίπεδο, η μορφή κάθε (παραδοσιακού) χορού, προέρχεται από τη μορφή της κίνησης των ανθρώπων στον τόπο τους, τη μορφή που τους επιβάλλει το τοπίο (οι λόφοι, οι λίμνες, οι δυνατοί άνεμοι κ.α.). Σε περιοχές της Ασίας, παραδείγματος χάριν, που καλλιεργείται το ρύζι, οι χοροί φέρουν το αποτύπωμα των ορυζώνων και των κινήσεων των εργατών της γης.
Στο διάβα του χρόνου και από γενιά σε γενιά, οι διάφορες κοινότητες υιοθέτησαν συγκεκριμένες συμπεριφορές, στάσεις, κινήσεις που έγιναν χαρακτηριστικά τους και έκαναν τη ζωή τους πιο εύκολη (όπως συμβαίνει και με τον ιδιαίτερο ρουχισμό τους). Σε δύσβατους, ορεινούς τόπους, για παράδειγμα, οι άνθρωποι μαθαίνουν από μικροί να ισορροπούν στα κατσάβραχα, και, έτσι, είναι πολύ πιθανό στους χορούς τους να υπάρχουν μιμήσεις αυτών των ισορροπιών. Όπως μαθαίνουν και να πηδάνε από βράχο σε βράχο, οπότε και οι χοροί τους ενδέχεται να είναι χοροπηδηχτοί. Ή σε περίπτωση που κάποιος πέσει και χτυπήσει, κάποιος άλλος θα τον φορτωθεί στην πλάτη ή τον ώμο του (και είναι απίθανο να τον σύρει). Έτσι είναι άλλο τόσο πιθανό στους παραδοσιακούς χορούς αυτών των περιοχών να υπάρχουν αρκετά σηκώματα και όχι συρσίματα.
Με αυτή την έννοια, οποιαδήποτε, σύγχρονη καλλιτεχνική προσέγγιση των παραδοσιακών χορών, έρχεται αναγκαστικά σε συνομιλία με το αποτύπωμα του Τοπίου, που περιγράψαμε παραπάνω.
Ο χορογράφος Αντώνης Φωνιαδάκης επιχείρησε να προσεγγίσει τους κρητικούς χορούς, με το δικό του ιδιαίτερο χορογραφικό ιδίωμα, που χαρακτηρίζεται από απαιτητικές χορογραφίες, με δύσκολες, συχνά γρήγορες, έως καταιγιστικές στον ρυθμό τους, κινήσεις. Γλώσσα την οποία μπόρεσαν να μιλήσουν επάξια οι πέντε χορεύτριες και οι πέντε χορευτές της παράστασης (Νεφέλη Αστερίου, Δέσποινα Λαγουδάκη, Εύη Οικονόμου, Μάρω Σταυρινού, Στεφανία Σωτηροπούλου, Christian Denice, Γεώργιος Κοτσιφάκης, Νίκος Γρηγοριάδης, Jan Labner, Τάσος Νίκας), συνεπικουρούμενοι από την ορχήστρα (Γιώργος Σκορδαλός, Πάρις Περυσινάκης, Γιώργος Μακρής, Πέτρος Βαρθακούρης, Βαγγέλης Καρίπης), που τοποθετημένη στο βάθος της σκηνής, πάνω σε βάθρο, έπαιζε τη μουσική που έγραψε ο Π. Περυσινάκης.
Η επιλογή του Φωνιαδάκη να περιλάβει στις χορογραφίες των ανδρών πολλές στρογγυλές κινήσεις και σπασίματα της μέσης, δυσχέραινε αυτή τη συνομιλία με τον τόπο (και τη μουσική). Αντίθετα οι χορογραφίες των γυναικών, που χαρακτηρίζονταν από πιο δυναμική κίνηση, μιλούσαν μια, κατά τα φαινόμενα, κοινή γλώσσα με την παράδοση. Το εγχείρημα δυσκόλευαν τα κοστούμια (Αναστάσιος Σοφρωνίου) (που πέρα από τις μπότες που φορούσε μία χορεύτρια στην έναρξη της παράστασης, δεν φαίνεται να είχαν καμία σχέση με το πολιτισμικό απόθεμα με το οποίο καλούνταν να συνομιλήσουν) όπως και οι φωτισμοί, που, ναι μεν μετέφεραν κάτι από την αίσθηση ενός καυτού ήλιου ή μιας δυνατής φωτιάς, αλλά ταυτόχρονα «έκαιγαν» τις χορεύτριες και τους χορευτές.
Επίτευγμα της παράστασης υπήρξε το εκρηκτικό φινάλε της, κατά το οποίο οι χορεύτριες και οι χορευτές έμοιαζαν να έχουν «σαλέψει», να έχουν περιέλθει σε ιερή μανία, να έχουν καταληφθεί από κάποιο προαιώνιο πνεύμα, που υμνεί τη ζωή, υπερβαίνοντας την όποια τοπική παράδοση. Αντίστοιχη αίσθηση έδιναν και τα κυκλικά σχήματα («κυκλωτικοί» χοροί), όταν συνέβαιναν, καθώς λειτουργούσαν ως κρατήρες ανθρώπινης δύναμης, ενέργειας και σύνδεσης. Τα χέρια των χορευτών έτειναν προς τον ουρανό, συνομιλώντας με το παρόν –την ένταση της στιγμής–, αγγίζοντας, παράλληλα, με τα ακροδάχτυλά τους κάτι πέρα από το σήμερα, τη φευγαλέα σύνδεση με το διαχρονικό παρελθόν, με την παράδοση (μακριά από κάθε εργαλειοποίησή της).

tags: άρθρα

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)