to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Από την Κολχίδα έως τη Βραζιλία

Εν πάση περιπτώσει, με τη γερμανική επικράτηση χάρηκαν μάλλον λιγότεροι απ’ όσους θα χαίρονταν αν νικούσαν οι Αργεντινοί.


Μια θεατρική παράσταση ενός μηνός, απαρτισμένη από δεκάδες μονόπρακτα, ήταν το Μουντιάλ της Βραζιλίας, ίσως το πιο πολιτικοποιημένο της ιστορίας, αν συνεκτιμήσουμε τις αντιρρητικές διαδηλώσεις που δεν έπαψαν ούτε κατά τη διάρκειά του. Παράσταση συναρπαστική για τους κολλημένους με την μπάλα και αδιάφορη για τους υπόλοιπους, που μάλλον είναι η μειονότητα - και ας ξέρουμε όλοι πως ο αέρας που φουσκώνει την μπάλα δεν είναι καθαρός· αλλά πιο εύκολα κόβεις το τσιγάρο παρά ξεκόβεις από την «ομάδα σου». Θεατρική παράσταση ή μια πασαρέλα, που, όπως κάθε τετραετία, έδωσε τη δυνατότητα να εκτεθούν στον οικουμενικό οφθαλμό ποδοσφαιρικές αρετές, εθνικές ιδιαιτερότητες (αθλητικές και φολκλορικές), αλλά και νέες μόδες στο κούρεμα, στο τατουάζ, στο ζευγάρωμα των παπουτσιών.

Το στυλάκι με τα δύο διαφορετικά χρώματα, γαλάζιο το ένα παπούτσι, ροζ το άλλο (πατέντα μιας εταιρείας που ξέρει ότι σ’ αυτά τα πράγματα δεν υπάρχει ακραίο και παράδοξο), θα το δούμε σίγουρα μέσα στον χρόνο σε πόδια αρρένων και θηλέων, όχι μόνο εφήβων. Οσο για το τατουάζ, για το οποίο έγινε πολύς λόγος μετά την ηθικοπλαστική παρέμβαση του σουλτανίζοντος κ. Ερντογάν, η αντιδικία κρατάει χιλιετίες. Και αυτό άλλωστε το κατέγραψε πρώτος ο Ηρόδοτος. Λέει στην «Τερψιχόρη» πως οι Θράκες ταύτιζαν τη δερματοστιξία με την ευγενική καταγωγή, ενώ αντιμετώπιζαν σαν κατώτερης καταγωγής τούς άνευ τατουάζ: «Και το μεν εστίχθαι ευγενές κέκριται, το δε άστικτον αγεννές». Αντίθετα, οι Ελληνες δεν εκτιμούσαν το τατουάζ, επειδή το συσχέτιζαν με τα στίγματα με τα οποία σημάδευαν τους δούλους τους - όπως άλλοι κι αλλού τα γελάδια τους.

Οσο για τα κουρέματα, μας ξενίζει ίσως η τόση δημοτικότητα των Μοϊκανών στις μέρες μας ή η (ανεπιθύμητη κάποτε) εν χρω κουρά, και οι αρχαίοι πάντως, εκτός που χρησιμοποιούσαν τα κουρεία σαν μικρές Βουλές, είχαν και τα περίεργα κουρέματά τους. Στη φαντασία μας βέβαια, τροφοδοτημένη και από τις σχετικές αναπαραστάσεις, τους βλέπουμε πάντοτε καρηκομόωντες, με μακριά και πλούσια κόμη, όπως τους περιγράφει ήδη ο Ομηρος στην «Ιλιάδα». Αστειευόμενοι μάλιστα, οι αρχαίοι αποκαλούσαν καρηκομόωντες όχι μόνο τους Αχαιούς αλλά και τους αχινούς, τους εχίνους της εποχής τους. Ξέρουμε ωστόσο -και από τον Πλούταρχο- πως οι Αβαντες, προϊστορικό ελληνικό φύλο που κατηφόρισε και κατοίκησε στην Εύβοια, συνήθιζαν να ξυρίζουν το πάνω μέρος της κεφαλής τους για να μην μπορούν να τους γραπώνουν από εκεί οι πολέμιοί τους, όταν μάχονταν εκ του συστάδην. Για να καλύψουν δε το τριχοφυϊκό έλλειμμα άφηναν μια ωραία αλογοουρά (σαν του Ροντρίγκο Παλάσιο, του επιθετικού της Αργεντινής, αλλά στο πιο πλούσιο). Γι’ αυτό και τους αποκαλούσαν «όπισθεν κομόωντες». Υποθέτω πάντως ότι στη μάχη κάπως θα τη μάζευαν την αλογουρά, αλλιώς θα ήταν έκθετοι σε επικίνδυνες «αρπαχτές».

Σίγουρο είναι επίσης ότι από το φθινόπωρο θ’ ακούμε όλο και συχνότερα για «τρανζίσιον» και «μποξ τού μποξ», μια και η ποδοσφαιρολογία φαίνεται ότι αποφάσισε να μιμηθεί την ιδιωματική μπασκετολογία. Στα χείλη ορισμένων, η «γλώσσα των σπορτκάστερ» γίνεται όλο και περισσότερο ιερατική. Ξιπάζεται μάλιστα συλλαβίζοντας τα ξένα ονόματα με την «αυθεντική» προφορά τους. Μια και βρισκόμαστε διαρκώς σε στοιχηματική περίοδο, ας θεωρήσουμε σιγουράκι πως οι μισοί τουλάχιστον τηλεθεατές του τελικού θα θυμήθηκαν τον ψυχίατρο-καθηγητή Μίίίλερ της ταινίας «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», ακούγοντας τον εκφωνητή να επιμένει να μας λέει γερμανιστί -προς τι;- τον Τόμας Μίλερ της Εθνικής Γερμανίας, κάτι δηλαδή ανάμεσα σε «Μιούλερ», «Μούλερ» και «Μίίίλερ» - πανάθεμά το για ουμλάουτ, μας έβγαλε τη γλώσσα άουτ. Πώς να ξεχάσεις κατόπιν αυτού την ατάκα του Λάμπρου Κωνσταντάρα: «Τρεις ηλίθιους έχω γνωρίσει στη ζωή μου: Εσένα, εμένα και τον καθηγητή Μίίίλερ» - όπου, για πλάκα (αποδομητική θα τη λέγαμε σήμερα), ο ηθοποιός παίζει προσπαθώντας να πει το όνομα του Γερμανού καθηγητή με τη «σωστή» προφορά.

Στον τελικό λοιπόν νίκησαν οι Γερμανοί. Κι αυτό έδωσε την ευκαιρία στους μεν «ιδεολόγους» να (ξανα)γίνουν κήρυκες της σιδηράς πειθαρχίας, στους δε αθλητικούς σχολιαστές να μην αρκεστούν στις μονότονες μεταφορές με τα «πάντσερ», αλλά να μιλήσουν και για «ερπύστριες που έλιωσαν τους Αργεντινούς». Σχήμα λόγου; Τα τανκς και οι ερπύστριες; Μα δεν νιώθουν πως η συγκεκριμένη μιλιτέρ μεταφορά είναι κυριολεκτικότατη για πάμπολλους επιζήσαντες Ελληνες; Πόσοι χάρηκαν στην Ελλάδα με τη νίκη των Γερμανών; Κατ’ αρχάς να ξαναπούμε ότι σε τουρνουά σαν το Μουντιάλ «είσαι» με κάποια ομάδα (εκτός από την ομάδα της πατρίδας σου) για πολλούς λόγους, λογικοφανείς και ημιπαράλογους, πάντως όχι επειδή προσδοκάς κάποιο κέρδος. Η όλη διαφημιστική καμπάνια του ΟΠΑΠ λοιπόν, με τους δύο γείτονες στα μπαλκόνια ν’ αλλάζουν κάθε μέρα φανέλα και να ανταλλάσσουν πειράγματα, έτσι όπως βασίστηκε στο αγρίως ωφελιμιστικό δόγμα «σ’ αυτό το Μουντιάλ υποστηρίζεις ό,τι παίζεις», σε ό,τι ποντάρεις δηλαδή, ελέγχεται ποδοσφαιρικώς αναλφάβητη· τι σχέση έχει με το κέρδος η αυθόρμητη ταύτιση.

Εν πάση περιπτώσει, με τη γερμανική επικράτηση χάρηκαν μάλλον λιγότεροι απ’ όσους θα χαίρονταν αν νικούσαν οι Αργεντινοί. Δεν χωράει αμφιβολία πως ό,τι κι αν λέγεται, πολλοί θα συνεχίσουν να μπλέκουν τις πολιτικές αντιλήψεις τους με τα ποδοσφαιρικά τους αισθήματα. Για παράδειγμα, οι φανατικότεροι των αργεντινόφιλων ημεδαποί θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν το πάθος τους λέγοντας ότι ο «πρώτος πρόεδρος της ενωμένης Δημοκρατίας της Αργεντινής», 1862 με 1868, ήταν (υπό το ισπανόμορφο όνομα Μπαρτολομέ Μίτρε) ο Βαρθολομαίος (Βλαδίμηρος) Δημητρίου, τέταρτης γενιάς μετανάστης με καταγωγή από τη Χειμάρα· αυτός, λέει, επέλεξε το άσπρο και το γαλάζιο σαν χρώματα της αργεντίνικης σημαίας, αντιγράφοντας την ελληνική. Πόση η αλήθεια των «πατριωτικών ιστοσελίδων» δεν μπόρεσα να το εξακριβώσω, πάντως η εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα στο λήμμα «Μίτρε, Μπαρτολομέ», επαινεί τον άνδρα ως σύμβολο της ενότητας της Αργεντινής, δεν αναφέρει όμως τίποτα για ελληνική ή βορειοηπειρώτικη καταγωγή του. Οπως δεν λέει τίποτα για την καταγωγή των Ινδιάνων Κόλχι από τους Κόλχους, τους συμπατριώτες της Μήδειας...

Και άλλοι όμως μπλέκουν πολιτική και ποδόσφαιρο: οι διαβόητες «αγορές». Αντιγράφω από την «Οικονομική Καθημερινή», 10 Ιουλίου (πηγή: Blooberg, Reuters): «Ηθελαν ήττα της Βραζιλίας, όχι συντριβή». Υπότιτλος: «Οι αγορές πόνταραν στη Γερμανία για να αλλάξει η κυβέρνηση - Τώρα φοβούνται βίαιες διαδηλώσεις». Τι μαθαίνει κανείς.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)