to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ανεμογεννήτριες: Το μεγάλο «πράσινο» φαγοπότι για λίγους και εκλεκτούς

Aν είναι να λύσουμε το ενεργειακό τα επόμενα χρόνια, αυτό θα γίνει με μια bottom up προσέγγιση, με μείωση στην κατανάλωση και διάδοση των ωφελειών προς όλους κι όχι με μπενχουριανές, top down κατασκευές, όπου ο διορισμένος γραφειοκράτης της Αθήνας θα αποφασίζει για τον απομονωμένο κάτοικο μιας μακρινής επαρχίας προς όφελος των λίγων κι εκλεκτών, «κεφαλοκυνηγών» παρθένων φυσικών οικοσυστημάτων


Ναι, πρέπει να ξεφύγουμε από τα ορυκτά καύσιμα, και κυρίως τον λιγνίτη και το πετρέλαιο, προκειμένου να μειώσουμε το ανθρακικό μας αποτύπωμα και να φτάσουμε στον στόχο της κλιματικά ουδέτερης οικονομίας το 2050.

Όμως, οι κύριοι φυσικοί απομειωτές του CO2 της ατμόσφαιρας είναι τα δάση και δεν μπορούμε να τα θυσιάζουμε για να βάλουμε ανεμογεννήτριες (α/γ) -προκειμένου να μειώσουμε το CO2- και ειδικά σε περιοχές Natura, Ramsar, σημαντικές περιοχές για τα πουλιά και καταφύγια άγριας ζωής. Είναι ωσάν να κυνηγάμε την ουρά μας όταν η άστοχη χωροθέτησή τους μπορεί να αποβεί αρνητική για τη βιοποικιλότητα και τον κύκλο του CO2.

Οι ανεμογεννήτριες έχουν κύκλο ζωής 20-25 χρόνια, αποδίδουν σε ενέργεια μόλις το 22% - 25% της ονομαστικής τους απόδοσης, δουλεύουν μεταξύ 3-6 Bf και απαιτούν συμπληρωματικά έργα και δίκτυα καλωδίων υψηλής τάσης, που σε πολλές περιπτώσεις περνούν μέσα από δασικά οικοσυστήματα, όπου ο κίνδυνος πυρκαγιάς είναι μεγάλος.

Τα δε υλικά από τα οποία αποτελούνται δεν είναι και τόσο «πράσινα» ως προς το περιβάλλον καθώς χρησιμοποιούνται υποξειδικά χρώματα, σίδερα, πετρελαιοειδή και σπάνιες γαίες για τις τουρμπίνες τους, που η εξόρυξή τους εκλύει ραδιενέργεια. Επιπλέον για την εγκατάστασή τους απαιτούνται 500, περίπου, κυβικά μέτρα μπετόν, ενώ η επιφάνεια του εδάφους σκάβεται σε βάθος 3 μ., με κίνδυνο πολλές φορές να αποκαλυφθεί το μητρικό πέτρωμα, πράγμα ολέθριο για το υδρογεωλογικό δυναμικό της περιοχής. Αλλάζει η διαδρομή των όμβρων στο έδαφος και ο κίνδυνος της διάβρωσης είναι μεγάλος...

Επομένως πρέπει να υπάρχει σημαντική περιβαλλοντική διαχείριση της αρχικής χωροθέτησής τους, της απεγκατάστασής τους, αλλά και της αποκατάστασης του τοπίου όταν ολοκληρώνουν τον κύκλο ζωής τους κι όχι να παραμένουν ως κουφάρια στο τοπίο και ενίοτε να πέφτουν, όπως έγινε, πρόσφατα, στην Κάρυστο. Παράλληλα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για την επαναχρησιμοποίηση των υλικών τους.

Δεν αντέχει άλλο η Εύβοια

Η Εύβοια και ειδικά η περιοχή της Ν. Καρυστίας ήδη από το 1998, του πρώτου κύματος των ανεμογεννητριών, είναι δυσανάλογα επιβαρυμένη παραβιάζοντας κατάφορα την αρχή της αναλογικότητας (η Στερεά Ελλάδα και ειδικά η Εύβοια παραμένει στην κορυφή των αιολικών εγκαταστάσεων, αφού φιλοξενεί 1.311 MW / 36,7%). Δεν αντέχει άλλο η Εύβοια της ανεργίας, της αυξημένης μετανάστευσης των νέων, της έλλειψης υποδομών και αναπτυξιακών προοπτικών.

Δεν αντέχει άλλο να γίνει το εργοστάσιο ρεύματος όλης της Ελλάδας. χωρίς κανένα αντισταθμιστικό, χωρίς καμία σοβαρή ειδική χωροταξική μελέτη και, αλίμονο, χωρίς τη συμμετοχή και συναπόφαση των τοπικών κοινωνιών. Διότι «συμμετοχή» προφανώς δεν είναι να αποφασίζουν κάποιοι, μεμονωμένοι, που ενίοτε βρίσκονται σε «pay roll».

Και η δυστοπία αυτή επιτείνεται με τον πρόσφατο «περιβαλλοντοκτόνο» Ν. 4685/2020 καθώς καταργούνται οι διαχειριστικοί φορείς, οι τοπικές κοινωνίες προαιρετικά ενημερώνονται στο πόδι, οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες απλά «διαβάζουν», οι ΜΠΕ γίνονται από ιδιώτες που πληρώνονται από ιδιώτες, οι αδειοδοτήσεις γίνονται fast track και οι προστατευόμενες περιοχές κατακερματίζονται προς πολεοδομικές χρήσεις (;) δια πάσαν «μπίζνα», όπως βιομηχανικά αιολικά πάρκα και εξορύξεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος...

Η χαρά του εργολάβου

Όμως γιατί, τώρα, ξαναζούμε ένα «Χρηματιστήριο 1999» μαζικών, «μονοκαλλιεργειών» ανεμογεννητριών παντού; Εντάξει, καταλαβαίνω, είναι οι στόχοι του 2050. Μήπως, όμως, είναι και επειδή οι επιδοτήσεις τελειώνουν το 2021; Μήπως γιατί το περίφημο ευρωπαϊκό πακέτο των 32 δισ. θα δοθεί για αγορά γερμανικών και δανέζικων ανεμογεννητριών - ουρανοξυστών (μέχρι και 130 μ. σε ύψος και βάρος έως και 380 τόνους) χωρίς να παράγεται ούτε καν ένα εξάρτημά τους στην Ελλάδα;

Υπενθυμίζω εδώ ότι το 1983 η ΕΑΒ είχε κατασκευάσει ανεμογεννήτριες. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα συνοδά έργα μιας τέτοιας εγκατάστασης είναι η χαρά του εργολάβου επειδή συμπεριλαμβάνουν διανοίξεις χιλιομέτρων δρόμων στα βουνά, εκβραχισμούς, σκυρόδερμα, μηχανήματα κ.λπ.

Αφήστε που το κέρδος εκτοξεύεται ακόμη περισσότερο διότι αυτές τοποθετούνται σε δημόσιες γαίες ή σε περιοχές με γκριζαρισμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπου ο «καταληψίας» - επιχειρηματίας δεν πληρώνει τίποτε γιατί αυτές δεν ανήκουν σε κανέναν (η τραγωδία των κοινών, Garrett Hardin, 1968). Γι αυτό και προγραμματίζεται να εγκατασταθούν επιπλέον 5.514 ανεμογεννήτριες, συνολικής ισχύος 15.265 MW, σε περιοχές Natura.

Να φύγουν από τις προστατευόμενες περιοχές

Και ποια είναι η λύση λοιπόν; Εν πρώτοις πρέπει να σταματήσει, προσωρινά, το ΥΠΕΝ να εγκρίνει τις νέες αιτήσεις για αιολικά πάρκα, μέχρι να ολοκληρωθεί το νέο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ και παράλληλα να «αποσυρθούν» όσες βρίσκονται μέσα σε προστατευόμενες περιοχές.

Η λύση, όμως, είναι η αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας, μέσα από τη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων κυκλικών μοντέλων, με σύμμεικτες μορφές ΑΠΕ, όπως συνδυασμός μεσαίου τύπου ανεμογεννητριών με φωτοβολταϊκά, γεωθερμία και βιομάζα ή ακόμη και ενέργεια από κυματισμό της θάλασσας, βιοκαύσιμα κ.λπ., που θα καταναλώνονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πηγή -σύμφωνα με την αρχή της εγγύτητας-, με υπογειοποίηση των καλωδίων μεσαίας τάσης.

Για παράδειγμα, είναι δυνατόν στην Αιδηψό να μπορείς, αβίαστα, να εκμεταλλευτείς τη γεωθερμία -μοναδικό φαινόμενο- και να μην ενδιαφέρεται κανείς γι’ αυτό, αλλά να μιλάνε μόνο για ανεμογεννήτριες στα βουνά; Παράλληλα χρειάζεται και μείωση της κατανάλωσης σε δημόσια κτήρια (φωτοβολταϊκά στις στέγες, θερμοπροσόψεις κ.λπ.) και επιδότηση για φωτοβολταϊκά, έως και 40% (όπως το κάνουν και στην «πράσινη» Δανία), των νοικοκυριών ώστε ο καθένας να μπορεί να παράγει το ρεύμα που καταναλώνει.

Διόρι, αν είναι να λύσουμε το ενεργειακό τα επόμενα χρόνια, αυτό θα γίνει με μια bottom up προσέγγιση, με μείωση στην κατανάλωση και διάδοση των ωφελειών προς όλους κι όχι με μπενχουριανές, top down κατασκευές, όπου ο διορισμένος γραφειοκράτης της Αθήνας θα αποφασίζει για τον απομονωμένο κάτοικο μιας μακρινής επαρχίας προς όφελος των λίγων κι εκλεκτών «κεφαλοκυνηγών» παρθένων φυσικών οικοσυστημάτων.

* Ο Βασίλης Λύκος είναι βιολόγος - δρ. Περιβαλλοντικής Διαχείρισης Πανεπιστημίου Κρήτης, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)