to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

13:41 | 23.09.2019

Δημήτρης Καραμάνης

πηγή: Αυγή

Πολιτική

Άλλο η ιστορία και άλλο η συνήθεια

Είναι ασυγχώρητο να εκτιμά κάποιος ότι ο κόσμος ευθύνεται γιατί δεν έμαθε ή δεν κατάλαβε πόσο καλή κυβέρνηση ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο ενδιαφέρθηκε να καταδείξει τα αίσχη του αντιπάλου του παρά να ιεραρχήσει τα σημαντικά και να επικεντρωθεί στα παραγόμενα της δικής του πολιτικής


Ένα παραδοσιακά δομικό χαρακτηριστικό της Αριστεράς είναι να στήνεται στην άμυνα απέναντι στον αντίπαλο. Να οργανώνει τον αγώνα, την αντίσταση, να χτίζει μέτωπα. Φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις το έκανε καλά, αλλά όσο καλά και να το έκανε, ας παραδεχτούμε ότι για τριάντα χρόνια οι αντίπαλοί της δεν αντιμετώπισαν τεράστιες δυσκολίες να αντεπεξέλθουν και να είναι κυρίαρχοι του πολιτικού σκηνικού.

Η ήττα του ’91 έκανε αυτό το χαρακτηριστικό συνώνυμο της ταυτότητας της Αριστεράς. Λογικό και αναμενόμενο. Αυτό σπάει με την κρίση και αλλάζει για τα καλά το 2012. Ο ΣΥΡΙΖΑ παίζει επίθεση, προσπαθεί να ενώσει τις επιμέρους αντιστάσεις, διεκδικώντας την κυβέρνηση. Τα καταφέρνει περίφημα, όμως τελικά δεν μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό του αλλά και τη συγκυρία. Κυρίως αντιστέκεται, δίνει σκληρή μάχη και μετά τον συμβιβασμό δημιουργείται μια νέα κατάσταση. Στη νέα κατάσταση μετά τον Σεπτέμβριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρνει να γίνει μια κυβέρνηση που στο πρώτο της μισό περιορίζει όσο μπορεί τις απώλειες και στο δεύτερο μισό της θητείας της, αρχίζει να παράγει εξαιρετικά σημαντικό και προοδευτικό -σε πολλές περιπτώσεις- έργο. Ένα έργο που όμως δεν μπορεί να συμπυκνωθεί και να αποτελέσει συμπαγές όραμα και αφήγημα.

Προφανώς γιατί ο αντίπαλος προσπαθεί να το θάψει, αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Είναι ασυγχώρητο να εκτιμά κάποιος ότι ο κόσμος ευθύνεται γιατί δεν έμαθε ή δεν κατάλαβε πόσο καλή κυβέρνηση ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο ενδιαφέρθηκε να καταδείξει τα αίσχη του αντιπάλου του παρά να ιεραρχήσει τα σημαντικά και να επικεντρωθεί στα παραγόμενα της δικής του πολιτικής. Άλλωστε, για δεκαετίες αυτό ήταν το ζητούμενο. Όχι να επικεντρώσουμε στα καλά του δικού μας σχεδίου -γιατί άλλωστε ξέραμε ότι υπήρχε τεράστια απόσταση μέχρι να υλοποιηθεί- αλλά να καταδείξουμε τις συνέπειες των σχεδίων του αντιπάλου.

Κυνήγι ανεμόμυλων

Αυτό το χαρακτηριστικό συνοδεύει τον ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση. Τα πολύ σημαντικά επιμέρους πεπραγμένα του κυρίως τιτλοφορούνται ως «αποκατάσταση αδικιών», οι προοδευτικές τομές χάνονται για το ευρύ κοινό γιατί υπάρχει πάντα ένας δισταγμός να γίνουν κεντρικό σημείο του πολιτικού λόγου προς μια κοινωνία -που ας μη γελιόμαστε, έχουμε συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα είναι για πάντα- συντηρητική και έτσι καταλήγουμε σε μια αποσπασματική αναφορά, πολλές φορές αδιάφορη και άτσαλη εν είδει καταλόγου επιτευγμάτων, χωρίς συνοχή και -το βασικό- χωρίς συμπύκνωση. Δηλαδή ότι όλα όσα έγιναν και όλα όσα θες να γίνουν οδηγούν κάπου. Όλα αναφέρονται σε ένα σκοπό τον οποίο γνωρίζουν όλοι όσοι συμμετέχουν στην κυβέρνηση, όσοι εκπροσωπούν το κόμμα και φυσικά όσοι είναι ή θέλουν να γίνουν μέλη αυτού του κόμματος.

Το εγχείρημα ήταν, φυσικά, εξαιρετικά δύσκολο. Και είναι απολύτως δικαιολογημένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εισέπραξε την πολιτική υπεραξία που θα μπορούσε από το κυβερνητικό του έργο και κατέληξε να ακολουθήσει τα ένστικτα του: να συμπεριφερθεί ως αντιπολίτευση, με το βλέμμα στη Ν.Δ., ενώ ο ίδιος είναι κυβέρνηση. Είναι προφανές ότι αυτή η εξέλιξη λειτούργησε -εκ του αποτελέσματος- ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για την υλοποίηση της στρατηγικής της Ν.Δ. Η Ν.Δ. έχτισε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο και πόνταρε στα αμυντικά αντανακλαστικά του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Όταν αυτός έστρεψε την προσοχή του στο να προσπαθεί να «ξεσκεπάσει» αυτό το μέτωπο, απλώς κατέληξε να κυνηγά ανεμόμυλους. Γιατί τον χρόνο και το πολιτικό κεφάλαιο για να κάνει αντιπολίτευση απέναντι στην αντιπολίτευση τελικά τον ξόδευε εις βάρος της δικής του δυνατότητας να κάνει ακόμα περισσότερα και πιο τολμηρά βήματα υπέρ της βελτίωσης της ζωής των πολιτών αυτής της χώρας. Και τελικά, αυτό το πλήρωσε στην κάλπη.

«Για να μην έρθει η Δεξιά»

Ο ΣΥΡΙΖΑ την κρίσιμη στιγμή δεν είχε μια άμεση και συνεκτική απάντηση γιατί πρέπει να εκλεγεί ξανά. Όταν η πιο πειστική απάντηση προεκλογικά στον δημόσιο λόγο αλλά και σε ιδιωτικές συζητήσεις κατέληγε να είναι το «για να μην έρθει η Δεξιά», το πρόβλημα είναι εμφανές. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξασφάλιζε τελικά την εντιμότητα, αλλά όχι το όραμα. Αυτή η βαθιά αιτία είναι δύσκολο να εντοπιστεί με ειλικρίνεια και ακόμα πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Γιατί πάντα υπάρχουν πολύ πιο εύκολες και λυτρωτικές εξηγήσεις. Η ξεδιάντροπη μονομέρεια των ΜΜΕ είναι πάντα η πιο κυρίαρχη από αυτές. Καθόλου περίεργο ότι και αυτή η εξήγηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά αμυντική.

Επομένως, το κυρίαρχο πόρισμα (φαίνεται να) είναι η έλλειψη στην επικοινωνία. Αυτή η εξήγηση δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο σε εξαγριωμένα μέλη, φίλους ή «φίλους» της παράταξης που εξεγείρονται τόσο απέναντι στα ΜΜΕ όσο και απέναντι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που δεν κάνει κάτι. Τελικά, ένας ολόκληρος οργανισμός αρνείται να δει όχι μόνο το πρόβλημα, αλλά πολύ περισσότερο το πώς ο αντίπαλος πάτησε σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα, διδάχτηκε και τελικά υλοποίησε ένα είδος αντικατοπτρισμού. Η Δεξιά, όταν το γύρισε στην άμυνα συνετρίβη.

Η περίοδος 2014-2015 είναι μνημείο αυτού: Η Ν.Δ. ασχολείται μονάχα με τον Τσίπρα. Δεν έχει πρόγραμμα, είναι απλώς μια κυβέρνηση που προσπαθεί να «στριμώξει» την αντιπολίτευση. Όχι απλώς δεν εμπνέει, καταντά εμμονική. Τελικά δεν χάνει απλώς τις εκλογές, αλλά φτάνει πραγματικά στα όρια της κατάρρευσης και της απαξίωσης λίγο πριν τις εσωκομματικές εκλογές της. Όταν ο Μητσοτάκης σταθεροποιείται στην ηγεσία της Ν.Δ., το γυρίζει στην επίθεση, χτίζει ένα εν πολλοίς κούφιο αλλά τελικά πειστικό αφήγημα για το τι σκοπεύει να κάνει και μάλιστα αρχίζει να το ξεδιπλώνει σε μια περίοδο μετάβασης για τη χώρα, απολύτως κατάλληλη σε νέα οράματα και αφηγήματα. Πλησιάζοντας στις κάλπες, τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ, που δημιούργησε ο ίδιος τη μετάβαση και έβγαλε τη χώρα από το Μνημόνιο, αρχίζει να μιλάει για το τι συνέβαινε στη χώρα το 2012 και το 2015 και η Ν.Δ. αρχίζει να μιλάει για το 2021 και το 2030.

Με ποια στρατηγική

Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα επιλέγει να ασχολείται με τα οργανωτικά του. Με την ταυτότητα και τη φυσιογνωμία του, ελάχιστα. Η αντιπολιτευτική του στάση δεν είναι χλιαρή και δεν θα είναι χλιαρή. Θα είναι αυτό που ξέρει να κάνει καλά. Το «ξεσκέπασμα» του αντιπάλου και όλα τα παρελκόμενα. Απαραίτητο και χρήσιμο τώρα που όντως είναι αντιπολίτευση, αλλά σίγουρα όχι αρκετό. Η κυριαρχία του αντιπάλου δεν πρόκειται να αλλοιωθεί από επιμέρους τακτικές μάχες ελάχιστης επιρροής στο ευρύ κοινό, αλλά από τον πανικό που θα προκαλέσει ένα σοβαρό συνολικό αντίπαλο δέος και σχέδιο. Πέρα και έξω από τις νόρμες του πολιτικού παιχνιδιού των ανακοινώσεων, δελτίων Τύπου, non paper, συνεντεύξεων, ομιλιών, που σε μεγάλο βαθμό αφήνει αδιάφορο το ευρύ κοινό. Η Ν.Δ. φοβάται ένα ρεύμα απέναντί της. Όχι ένα ρεύμα κινηματικό και συγκρουσιακό, γιατί φαίνεται ότι αυτό μπορεί ακόμα και να το αξιοποιήσει υπέρ της. Αλλά ένα ρεύμα -ίσως πολύ πιο βουβό ή υπόγειο- προοδευτικών, αριστερών αντανακλαστικών εντός της κοινωνίας που θα «μιλήσει» όταν χρειαστεί. Αν κάτι μπορούμε να ισχυριστούμε με σχετική ασφάλεια, είναι ότι το 32% του ΣΥΡΙΖΑ είναι κυρίως άνθρωποι με τέτοια αντανακλαστικά. Και είναι σαφές ότι η Ν.Δ. το έχει ερμηνεύσει σωστά και θα προσπαθήσει στην πορεία να πάρει κοντά της και αυτό τον κόσμο, αν ο ΣΥΡΙΖΑ φανεί αδύναμος.

Αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ όντως μοιάζει αδύναμος να επικοινωνήσει με αυτό τον κόσμο. Όχι γιατί φταίει το οργανωτικό του πλάνο ή η δομή του, αλλά η ταυτότητά του. Η ταυτότητά του δεν είναι οι θέσεις και οι αποφάσεις οργάνων και συνεδρίων. Αλλά η φυσιογνωμία και η στόχευσή του. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να επιλέξει αν θέλει να γίνει παραδοσιακό κόμμα του δικομματισμού, δηλαδή να πορευτεί με μια στρατηγική αναμονής και αξιοποίησης της αναμενόμενης φθοράς του αντιπάλου ή ένα κόμμα - πόλος που θα έχει καθαρό στίγμα και προνομιακή απεύθυνση σε όλο τον προοδευτικό κόσμο, ανεξαρτήτως της συγκυρίας. Την πρώτη στρατηγική μπορεί να την εξυπηρετήσει πολύ εύκολα, με αμφίβολα αποτελέσματα όμως, διότι ο παλιός δικομματισμός είχε κανόνες που πλέον δεν ισχύουν για τον νέο παίχτη στο τραπέζι. Η δεύτερη στρατηγική θέλει πρωτίστως σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό.

Η μαγιά της Νέας Αριστεράς

Η πλούσια ιστορία της Αριστεράς έχει κληρονομήσει την τάση να δημιουργούνται τοτέμ. Μάλιστα, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση λειτούργησε για πολλές γενιές αριστερών ως προσωπική δικαίωση μιας μακράς πορείας. Όμως, το ρητό «η Αριστερά δε χρωστάει σε κανέναν» όσο εύκολα λέγεται στη θεωρία τόσο εύκολα ξηλώνεται στην πράξη. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η στρατηγική ενόραση μιας γενιάς αριστερών που δεν προέρχεται από τα μεγάλα «σχολεία» της Αριστεράς του ’70 και του ’80 ήταν ο καθοριστικός παράγοντας της επικράτησης και όχι τόσο η εμπειρία των παλαιότερων γενιών. Με την έννοια αυτή, ένας άνθρωπος που έχει μάθει να σκέφτεται και να δρα για σαράντα χρόνια σε ένα ορισμένο πλαίσιο πολιτικής είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανταποκριθεί στις ανάγκες της τρέχουσας συγκυρίας. Προφανώς υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Κυρίως άνθρωποι που η δική τους δικαίωση είναι να βλέπουν τους επόμενους να πηγαίνουν την υπόθεση δυο βήματα παραπέρα. Οι τριαντάρηδες και οι σαραντάρηδες που ανέλαβαν θέσεις ευθύνης, αυτοί και αυτές που έβγαλαν τα συκώτια τους στη διαπραγμάτευση με την τρόικα, που σήκωσαν το βάρος της δουλειάς στα υπουργεία, που εργάστηκαν για την αναβάθμιση της ίδιας της χώρας στο διεθνές πεδίο με τη Συμφωνία των Πρεσπών, είναι η μαγιά της Νέας Αριστεράς, που βλέπει και πέρα από την ήττα. Αυτός ο κόσμος έχει συσσωρεύσει τόση εμπειρία και τόση γνώση αυτά τα τέσσερα χρόνια που συνιστά το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο του ΣΥΡΙΖΑ στην νέα του πορεία και τη νέα του φυσιογνωμία. Η κριτική προς ένα τρόπο οργάνωσης, αντίληψης των πραγμάτων και λειτουργίας των παλιότερων δεν συνιστά ασέβεια. Δεν είναι εκκλησιαστικός οργανισμός η Αριστερά ούτε μπορεί να έχει επετηρίδα. Πολλώ δε μάλλον, να θεωρούνται εντός της ότι υπάρχουν τα λεγόμενα ιστορικά στελέχη, τα οποία διαθέτουν όλες τις απαντήσεις και η παρουσία τους στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στα όργανα είναι δεδομένη εσαεί.

Το 2008, συνέβη αυτό που φάνταζε αδιανόητο και δυστυχώς φαντάζει ακόμα και σήμερα. Η επετηρίδα έσπασε. Μια γενιά ανθρώπων που δεν ήταν παιδιά του Χαρίλαου ή του Κύρκου ανέλαβε τα ηνία ενός μικρού κόμματος της Αριστεράς. Εφτά χρόνια μετά, το κόμμα αυτό έγινε κυβέρνηση και μάλιστα με συντριπτικά ποσοστά στον νέο κόσμο.

Αυτή η εξέλιξη τότε συνιστούσε -και φυσικά καταγγέλθηκε ως τέτοια- ασέβεια. Τώρα η ίδια γενιά που γαλουχήθηκε μέσα στη νίκη και τη μάχη σε εντελώς άλλο επίπεδο από αυτό του 4%, πρέπει να απελευθερωθεί οριστικά. Δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει new age κόμμα, με έμφαση σε νέες μορφές συμμετοχής, με αριστερή στρατηγική του 21ου αιώνα και το πολιτικό του προσωπικό να ανταποκρίνεται σε μια άλλη εποχή.

Όσο σκληρό ή -φυσικά- ασεβές και αν μοιάζει το παραπάνω, ανταποκρίνεται στον καιρό μας. Το βασικό πολιτικό εργαλείο του καθενός είναι οι παραστάσεις του. Υπάρχει ένα δυναμικό δεκάδων νέων ανθρώπων που δούλεψε για την κυβέρνηση, δούλεψε για την Αριστερά -όντας μέλος ή μη του ΣΥΡΙΖΑ- σε επιτελικές θέσεις. Αυτός ο κόσμος μπορεί να επιβάλει -γιατί έτσι έμαθε να δουλεύει- και έναν άλλο τρόπο λειτουργίας, με όρους συνέπειας και αποτελεσματικότητας, έχει την τεχνική επάρκεια να συγκροτήσει τους άξονες της προγραμματικής δουλειάς και, το πιο σημαντικό, έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει με το πιο πολύτιμο και δυναμικό τμήμα αυτής της κοινωνίας, γιατί και ο ίδιος είναι κομμάτι της.

Η συμβολή παλιότερων συντρόφων στο οικοδόμημα είναι καθοριστική. Είναι τα θεμέλια του σπιτιού. Το ίδιο ίσχυε και για τους παλιούς που κατήγγειλαν τους τότε νέους που έδιναν τη μάχη για το «Κ» ή γι’ αυτούς που υπό το βάρος των εξοριών και των διώξεων δεν ήθελαν να ακούν καν τη λέξη «ανανέωση» στα τέλη του ’80. Δεν θα πάρει κανείς και τίποτα από την πορεία και τη διαδρομή τους, γιατί αυτά ανήκουν στην ψυχή τους και στα χρόνια που έχει δώσει ο καθένας σε μια υπόθεση πολύ μεγαλύτερη από τον καθένα και την καθεμιά μας. Απλώς όλα τα εργαλεία κάποια στιγμή πιάνουν και σκουριά. Και είναι ευτυχία για ένα πολιτικό χώρο να μπορεί να έχει γενιές που έχουν νέα γνώση, εμπειρία και πίστη ότι μπορούν να τα καταφέρουν καλύτερα από τις προηγούμενες στη δεδομένη συγκυρία.

Το μεγάλο στοίχημα

Το μεγάλο στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αν θα γίνει κόμμα άοκνων εργατικών μελών ή δραστήριων followers. Το μεγάλο στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι να γίνει ένα κόμμα της εποχής του και να εκφράσει τις γενιές αυτής της εποχής. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τις εκλογές από τους εξηντάρηδες (το 40% των ψηφισάντων του Ιουλίου ήταν άνω των 65) και δεν κατάφερε να φέρει στην κάλπη τους εικοσάρηδες και τους τριαντάρηδες, παρότι όσοι από αυτούς πήγαν, τον έβγαλαν πρώτο. Εφόσον το focus είναι αυτοί οι άνθρωποι, το πολιτικό προσωπικό που θα αναλάβει αυτή την προσπάθεια πρέπει να έχει και μια ταύτιση με τις γενιές που θέλει να εκπροσωπήσει. Αλλιώς θα ξοδευτεί μια πρωτοφανής ιστορική ευκαιρία αξιοποίησης συσσωρευμένης γνώσης, εργατικότητας και τεχνικής επάρκειας, για να πληρώσει τελικά τα χρωστούμενα η Αριστερά σε αυτούς που πιστεύουν πραγματικά ότι ακόμα κάτι τους χρωστάει.

tags: άρθρα

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)