to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

7 Ιουλίου: Η συνέχεια της ιστορίας και η επαναφορά του «εμείς»

«Θεωρούμε ότι η στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλες τις διαφωνίες και τις αμφιβολίες, δεν είναι μόνο μια δημοκρατική απάντηση στην επερχόμενη νεοφιλελεύθερη επίθεση, αλλά είναι και μια στήριξη για την υπεράσπιση των βασικών δικαιωμάτων των αδύναμων, για τη διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους. Θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κερδίσει για να μπορούμε να διεκδικήσουμε περισσότερα την επόμενη μέρα και αυτό πρέπει να ειπωθεί με θάρρος και ξεκάθαρη πολιτική συνείδηση»


Οι εκλογές δεν είναι το μοναδικό εργαλείο πολιτικής έκφρασης και δράσης, όμως διαμορφώνουν ευνοϊκότερες ή δυσμενέστερες συνθήκες τόσο για την καθημερινότητα των πολιτών και την κατεύθυνση της κοινωνίας όσο και για τις διεκδικήσεις του αύριο. Είναι ένας ευκρινής καθρέφτης για τις κοινωνίες, αν και όχι ο μοναδικός, γι’ αυτό θέλουμε αναλύοντας τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούν να ξεδιαλύνουμε και τις δικές μας σκέψεις, αλλά και να συνεισφέρουμε στην εμβάθυνση  ενός πολιτικού διαλόγου που είναι αναγκαίος.

Η άνοδος της ακροδεξιάς στο σκληρό πυρήνα της Ευρώπης αποτελεί γεγονός το οποίο αν και ήταν εν μέρει αναμενόμενο, επηρεάζει σημαντικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η ακροδεξιά στην Ευρώπη απειλεί να γίνει από παρένθεση μια θεσμική κανονικότητα που θα επηρεάζει τις πολιτικές εξελίξεις και θα επιχειρεί να διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα.  Στην Ελλάδα μπορεί η νεοναζιστική  Χρυσή Αυγή να υποχώρησε σημαντικά, όμως η ακροδεξιά είναι κι εδώ παρούσα καθώς, αν και πολυδιασπασμένη, βρίσκεται αθροιστικά στο 12% κάτι που δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η Χρυσή Αυγή παρά το ανησυχητικό 13% που παίρνει στους νέους ψηφοφόρους είναι στριμωγμένη τόσο από το εκλογικό αποτέλεσμα όσο κυρίως από τη διαδικασία της δίκης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Τόσο η νεοναζιστική συμμορία όσο και το υπερεθνικιστικό μόρφωμα της Ελληνικής Λύσης πρέπει να ηττηθούν κι’ αυτό οφείλει να το προκαλέσει  η κοινωνία.

Η Νέα Δημοκρατία πέτυχε μια ευρεία νίκη στις Ευρωεκλογές, εκπροσωπώντας ένα μείγμα νεοφιλελεύθερης και ακροδεξιάς ρητορικής, υποστηριζόμενη από κομμάτια της ελληνικής ολιγαρχίας που θέλουν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Την τελευταία πενταετία, μετά την κρίση του παλιού πολιτικού συστήματος και την αποτυχία του πειράματος με τους πολιτικούς-τεχνοκράτες παρατηρείται μια προσπάθεια της ελληνικής ολιγαρχίας να εμφανιστεί αδιαμεσολάβητα στην πολιτική ζωή τόσο μέσα από την απόκτηση πολλών ΜΜΕ που καθορίζουν την πολιτική ατζέντα όσο και μέσα από την άμεση συμμετοχή στις εκλογές. Αυτό δεν είναι ένα ελληνικό φαινόμενο, αντίθετα αποτελεί ένα παλιό πείραμα «έκτακτης ανάγκης» του καπιταλισμού, που το συναντήσαμε στην Ιταλία (Μπερλουσκόνι) και τελευταία στην Αμερική (Τραμπ). Η στρατηγική επιδίωξη ενός μέρους της αστικής τάξης και της ελληνικής ολιγαρχίας να συγκυβερνήσουν τη χώρα, με το πολιτικό σύστημα σε ρόλο διαχειριστή που θα ικανοποιεί τα συμφέροντά τους, είναι ένα άκρως επικίνδυνο πείραμα για την ποιότητα της Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα, η διαρκής προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού για ιδεολογική ηγεμονία απέναντι στις έννοιες της συμμετοχής, της συλλογικότητας και στις αξίες της Αριστεράς, δείχνει να έχει αλλάξει χαρακτηριστικά στις μέρες μας. Η συγκροτημένη προπαγάνδα μέσα από την αναπαραγωγή fake news  και η επένδυση στη λογική της αντιπολιτικής, έχει ως στόχο την απομάκρυνση από το χώρο της πολιτικής αντιπαράθεσης με επιχειρήματα και την ανάδειξη της ως μια υποτιθέμενη αντιπαράθεση(όλοι τα ίδια είναι) ή ως μια ανούσια αντιπαράθεση(δε νοιάζονται για το λαό μόνο για τις καρέκλες). Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη καθώς καθιστά την όποια πολιτική θέση και συζήτηση περιθωριακή και παράλληλα ενισχύει τη ρητορική της ακροδεξιάς και την αποχή.

Ένα άλλο στοιχείο προβληματισμού είναι η μεγάλη αποχή στους 500 χιλ. νέους ανθρώπους που είχαν για πρώτη φορά δικαίωμα ψήφου στις Ευρωεκλογές. Αυτό το φαινόμενο οφείλουμε να το αναλύσουμε τόσο απ’ την σκοπιά της νεολαίας όσο και απ’ την αδυναμία της Αριστεράς συνολικά να εμπνεύσει και να δημιουργήσει προοπτικές γι’ αυτούς. Η αποχή των νέων μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να έχει στοιχεία πολιτικού αδιεξόδου κυρίως όμως υποδηλώνει αδιαφορία και αδράνεια. Αν δεν έχουμε άποψη και δεν τοποθετούμαστε για το πως θέλουμε να ζήσουμε, τότε θα ζήσουμε όπως θέλουν κάποιοι άλλοι. Η Αριστερά χρειάζεται να αφουγκραστεί τις ανησυχίες των νέων ανθρώπων, να ανακαλύψει νέους τρόπους συλλογικής δράσης και έκφρασης και να δώσει από θέση αρχής τη μάχη για τη συμμετοχή και την κοινωνική ενεργοποίηση.

Οι αιτίες της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ

Η αναζήτηση των αιτιών της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι κυρίως ενδογενής. Ο βασικός λόγος που ένα μέρος των πολιτών έδειξε τη δυσαρέσκεια του στον ΣΥΡΙΖΑ είναι πρωτίστως επειδή υλοποίησε ένα πρόγραμμα λιτότητας και επειδή δεν κατάφερε να βελτιώσει την κοινωνική και οικονομική καθημερινότητα τους. Τα πρώτα 3 χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είχαμε μια κανονικοποίηση της κρίσης και παράλληλα με την εφαρμογή μέτρων λιτότητας είχαμε και μια προσπάθεια στήριξης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων με σκοπό την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Όταν όμως οι πολιτικές λιτότητας συνεχίζονται, αυτή η συνθήκη λειτουργεί εκθετικά και συσωρευτικά εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ  τον Αύγουστο του 2018  μπορεί να έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και τους τελευταίους 10 μήνες να προσπάθησε να μετριάσει τις συνέπειες των μνημονίων με μια σειρά θετικών μέτρων για την κοινωνία , παρ’ όλα αυτά το μνημόνιο δεν είναι μόνο μια δανειακή σύμβαση αλλά το κοινωνικό αποτύπωμα του περιεχομένου αυτής στους πολίτες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε, σ’ ένα ομολογουμένως εχθρικό περιβάλλον απέναντί του (ΜΜΕ, fake news, επιχειρηματικά συμφέροντα), να μιλήσει με ειλικρίνεια στους πολίτες για τα μέτρα λιτότητας που αναγκάστηκε να εφαρμόσει, αντίθετα σε αρκετές περιπτώσεις αναλώθηκε σε μια αντιπαράθεση με το παλιό πολιτικό σύστημα για το ποιος επιβάρυνε περισσότερο την κοινωνία. Όσο, λοιπόν, η Αριστερά εγκλωβίζεται σ’ ένα πεδίο καθαρά επικοινωνιακό, τους όρους του οποίου έχουν ήδη διαμορφώσει η πλειοψηφία των ΜΜΕ σε συνεργασία με τη Ν.Δ, όσο κυρίαρχες αξίες είναι ο ατομισμός και η επιβίωση του ισχυρότερου, θα χάνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας  ελάχιστες ελευθερίες σε οικονομικό επίπεδο τα 3 πρώτα χρόνια, έπρεπε να δείξει περισσότερο πολιτικό θάρρος και να έρθει αντιμέτωπος με συντηρητικές αποτυπώσεις που επικρατούν στη κοινωνία προκειμένου να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων, να πολιτικοποιήσει και να μετασχηματίσει προοδευτικότερα την κοινωνία. Έτσι θα κατάφερνε να αλλάξει το κυρίαρχο πρότυπο, μεταβαίνοντας από την αντίληψη του ατομικού οφέλους στις ιδέες της κοινωνικής αλληλεγγύης και της συλλογικής προόδου.

Ωστόσο, για να μην είμαστε άδικοι, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε με μια σειρά πρωτοβουλιών (συμφωνία των Πρεσπών, απλή αναλογική, ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών, σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια) να διευρύνει το εκτόπισμα της δημοκρατίας, σε επίπεδο δικαιωμάτων και κράτους δικαίου. Όμως δεν κατάφερε να τις επικοινωνήσει επαρκώς και να τις ριζώσει κοινωνικά ώστε να προκαλέσει μια ιδεολογική αντιπαράθεση που θα ριζοσπαστικοποιούσε τόσο την κοινωνία όσο και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ. Αντίστοιχες πρωτοβουλίες έπρεπε να βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας και να αποτελούν την κανονικότητα στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να επιδείξει πιο ρηξικέλευθες θέσεις στα κρίσιμα θεσμικά επίδικα (σχέσεις κράτους-εκκλησίας) και στα προνομιακά πεδία για την Αριστερά (Παιδεία, Πολιτισμός, Οικολογία, Δικαιώματα) γιατί οι κοινωνίες για να προχωρήσουν μπροστά έχουν ανάγκη από βαθιές τομές που εμβαθύνουν τη δημοκρατία και έρχονται αντιμέτωπες με συντηρητικά αντανακλαστικά. Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε καταφέρει, να αφήσει ένα ακόμα πιο θετικό προοδευτικό αποτύπωμα στην κοινωνία και θα γινόταν πιο απτή η αντιπαράθεση των δύο κόσμων της Αριστεράς και της Δεξιάς, της προόδου και της συντήρησης.

Τα πολιτικά διλήμματα του σήμερα για το αύριο

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό περιβάλλον οφείλουμε να τοποθετηθούμε ξεκάθαρα και να αναστοχαστούμε τις προοπτικές της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Οι δύο κυρίαρχοι πόλοι που συγκροτούνται, αυτός του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ, παρά τα λάθη του ΣΥΡΙΖΑ την τετραετία της διακυβέρνησης του, έχουν ξεκάθαρες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές σε μια σειρά από κομβικά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα το μέλλον της κοινωνίας και αν δεν τις αναγνωρίσουμε, υπεκφεύγουμε.

Αυτή η πολιτική παραδοχή θεωρούμε ότι πρέπει να αποτελέσει την απαρχή στην ανάλυση της συγκυρίας, αλλιώς οδηγούμαστε σε μια πολιτική σύγχυση η οποία επικρατεί σ΄ έναν κομμάτι πολιτικοποιημένου αριστερού κόσμου που είναι απογοητευμένο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Που ακριβώς όμως έγκειται αυτή η πολιτική σύγχυση; Στο γεγονός ότι ενώ αυτός ο κόσμος νιώθει τις διαφορές ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, ταυτόχρονα αρνείται να μετασχηματίσει αυτή την αίσθηση σε πολιτική τοποθέτηση που θα απαντά στα ερωτήματα του σήμερα. Κοινώς, δε γίνεται να αναγνωρίζεις τις αρνητικές για την κοινωνία εξαγγελίες της ΝΔ στα εργασιακά, στο κοινωνικό κράτος και στα δικαιώματα και να μην αναγνωρίζεις ταυτόχρονα ως minimum θετικές τις παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στους αντίστοιχους τομείς. Η παραδοξότητα αυτή, τροφοδοτείται από μια αντιΣΥΡΙΖΑ ρητορική, στα όρια της μόδας η οποία έχει ως αποτέλεσμα να αποκρύπτονται τα πολιτικά επίδικα που διακυβεύονται και να κυριαρχεί η πολιτική και πνευματική αδρανοποίηση.

Αν δεν αναγνώσουμε  τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στη ΝΔ  ως μια διελκυστίνδα ιδεολογικής αντιπαράθεσης, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις ανάγκες της κοινωνίας αλλά και  σαν οδηγό για το μέλλον, τότε θα εξακολουθούμε να παρακολουθούμε αμήχανα τις εξελίξεις και να αναμένουμε μεταφυσικά να ξαναβγεί ο κόσμος στους δρόμους, με τον ερχομό μιας ακραίας, νεοφιλελεύθερης, ρεβανσιστικής δεξιάς. Η κοινωνία όμως ούτε βγαίνει μεταφυσικά στο δρόμο, ούτε υπάρχει μια ιστορική νόρμα η οποία εγγυάται τη ριζοσπαστικοποίηση του κόσμου όταν τα πράγματα πάνε προς το χειρότερο.

Πού εδράζεται όμως το επιχείρημα ότι οι εκλογές της 7ης Ιουλίου έχουν διλημματικό χαρακτήρα και γιατί συγκρούονται δύο αντίθετες λογικές; Αρχικά οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι οι πολιτικές που ασκούνται όσο κι’ αν απέχουν από αυτό που εμείς θεωρούμε ιδανικό, δεν αποτελούν ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, ακριβώς γιατί επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων και άρα οφείλουμε να παίρνουμε θέση στο τι είναι προτιμότερο για τους πολλούς και τους αδύναμους.

Επομένως το αν ο κόσμος της εργασίας θα έχει ως κατώτατο μισθό τα 750€ ή τα 586€, το αν θα υπάρχει ο απαράδεκτος υποκατώτατος μισθός για τους νέους ή όχι, το αν θα υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή όχι, το αν θα γίνονται έλεγχοι για την τήρηση των εργασιακών δικαιωμάτων ή όχι, δεν είναι ερωτήματα κενού περιεχομένου. Αντίθετα είναι πραγματικά διλήμματα που ακόμα κι’ αν δεν προσιδιάζουν σε αυτό που οραματιζόμαστε ως ιδανικές συνθήκες εργασίας, οφείλουμε να τα απαντήσουμε. Δε γίνεται να μην παίρνουμε θέση στο αν θέλουμε η δημόσια παιδεία να ενισχυθεί ή να ιδιωτικοποιηθεί, στο αν θέλουμε να συνεχίσει να ισχύει το πανεπιστημιακό άσυλο ή να καταργηθεί, στο αν θέλουμε η Υγεία να είναι δημόσια και δωρεάν για όλους ή αν θα ιδιωτικοποιηθεί αποκλείοντας κοινωνικές ομάδες.  Δε μπορούμε να θεωρούμε ψευτοδιλήμματα, το αν τα παιδιά των μεταναστών θα πηγαίνουν σε δημόσιο σχολείο, το αν θα παίρνουν την ελληνική ιθαγένεια, το αν θα δικαιούνται τα κοινωνικά επιδόματα, το αν θα αποκαλούνται πρόσφυγες που έχουν δικαιώματα ή λαθρομετανάστες που πρέπει να τους απαγορεύουμε την είσοδο στη χώρα μας. Δεν είναι άνευ σημασίας, το αν θα διευρυνθούν ακόμα περισσότερο τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας ή όχι, το αν θα βελτιωθούν οι συνθήκες των κρατουμένων και η προοπτική επανένταξής τους στην κοινωνία ή αν θα γυρίσουμε πίσω σε περιόδους που επικρατούσε η λογική του φόβου και του τρόμου με την επαναφορά των φυλακών τύπου Γ. Στο ερώτημα συρρίκνωση ή διεύρυνση της δημοκρατίας, των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, οφείλουμε να μη σωπάσουμε γιατί αλλιώς θα βρούμε μπροστά μας αυτή τη σιωπή.

Είναι γεγονός ότι η πολιτική σήμερα δεν είναι ακριβώς όπως θα τη θέλαμε. Όμως, ούτε η ζωή μας, η καθημερινότητά μας και οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι ακριβώς όπως τα θέλουμε. Οι άνθρωποι προχωράνε μέσα από υποχωρήσεις, συμβιβασμούς, αλλά και μέσα από την ανυπακοή. Γιατί όπως στη ζωή έτσι και στην πολιτική υπάρχει και ο ρεαλισμός και το όραμα. Έτσι προχωράμε, μέσα από τις καθημερινές συγκρούσεις και συνθέσεις, αυτού που θέλουμε εμείς και αυτού που θέλουν κάποιοι άλλοι. Οι αντιφάσεις δεν είναι πάντα κωλοτούμπες ή ψέματα, οι ήττες δεν είναι συνώνυμο της καταστροφής ή της προδοσίας αλλά πολλές φορές είναι επιμέρους κομμάτια μιας συνθήκης που πρέπει να αγωνιζόμαστε για να την αλλάξουμε ακόμα κι’ αν αυτό παίρνει χρόνο. Άλλωστε, όπως και στη ζωή, δεν είναι εξασφαλισμένο ότι κερδίζουμε πάντα ακριβώς αυτό που θέλουμε γιατί αυτό είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων, αρκετοί εκ των οποίων δεν είναι αποκλειστικά στο δικό μας χέρι, την κάθε στιγμή. Η ήττα άλλωστε, έχει και το στοιχείο του μαθήματος που τροφοδοτεί την αναζήτηση των αιτιών της και την προσπάθεια για μελλοντική αποφυγή της. Το ζήτημα είναι να μην τα παρατάμε, να κοιτάμε πως θα φτάσουμε πιο κοντά σε αυτό που θέλουμε, να διεκδικούμε, να αναστοχαζόμαστε και να αγωνιζόμαστε με σχέδιο και αυτοκριτική.

Σ’ αυτό το σημείο θεωρούμε πως η Αριστερά πρέπει να προκαλέσει μια διευρυμένη συζήτηση για το τι πήγε λάθος, τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά αλλά και να απαντήσει σε δύο κομβικά ερωτήματα. Αγωνίζεται για μια κοινωνία που θα διεκδικεί επιθετικά θετικότερες προοπτικές και διεύρυνση των δικαιωμάτων της ή για μια κοινωνία που έχει μάθει απλώς να αμύνεται επιστρέφοντας χρόνια πίσω, διεκδικώντας πάλι τα «αυτονόητα» που της πήραν; Η Αριστερά θέλει να πραγματώνει τα πιστεύω της αλλάζοντας τους συσχετισμούς προς όφελος των πολλών ή να κάθεται στη γωνία και να υποδεικνύει πόσο χειρότερη γίνεται διαρκώς η πραγματικότητα, ελπίζοντας σε μεταφυσικά ψήγματα αγανάκτησης του κόσμου; Η αριστερά, για να υπάρχει ως τέτοια, είναι υποχρεωμένη να αναπνέει από το οξυγόνο των κοινωνικών κινημάτων, να ακούει, να αφουγκράζεται και να δρα για να βελτιώνει την καθημερινότητα των πολλών είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση είτε όχι. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Θεωρούμε ότι η στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλες τις διαφωνίες και τις αμφιβολίες, δεν είναι μόνο μια δημοκρατική απάντηση στην επερχόμενη νεοφιλελεύθερη επίθεση, αλλά είναι και μια στήριξη για την υπεράσπιση των βασικών δικαιωμάτων των αδύναμων, για τη διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους. Θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κερδίσει για να μπορούμε να διεκδικήσουμε περισσότερα την επόμενη μέρα και αυτό πρέπει να ειπωθεί με θάρρος και ξεκάθαρη πολιτική συνείδηση.

Μέσα από αυτή τη στάση μας επιδιώκουμε να ιχνηλατήσουμε όλη αυτήν την ιστορική διαδρομή των αγώνων της Αριστεράς που έφτασε μέχρι τη διακυβέρνηση, να μη διστάσουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα που τίθενται στη μάχη των εκλογών, αλλά και να οραματιστούμε την επόμενη μέρα. Μια επόμενη μέρα που το «εμείς», ως μια διαδικασία επαναφοράς του πολιτικού χώρου και της πολιτικής συζήτησης, με χαμόγελο και θάρρος, θα αντιμετωπίσει την πρόκληση της ηγεμονίας.

Γέττος Μάρκος

Γκόγκου Νίκη

Θηβαίος Γιάννης

Καραπατάκης Οδυσσέας

Κουτρουμάνου Νάντια

Λάζος Γιώργος

Μαλάμης Κώστας

Μαραβέλη Έλλη

Μπάρλας Γιώργος

Μπαρλίκας Κωνσταντίνος

Μπατσιούδη Φένια

Μπούκα Έρρικα

Παπαδάτος Θοδωρής

Ποντικοπούλου-Βενιέρη Ελάτη

Πουλάκης Μάριος

Σταματελάτος Ντίνος

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)