to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

16η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης: Ένα ταξίδι στην πραγματικότητα

Η δεύτερη μέρα της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης


Η δεύτερη μέρα της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης ξεκίνησε με μια ημερίδα για τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα στην παγκόσμια αγορά του βιβλίου, στην οποία παρουσιάστηκαν νέες πρακτικές, εναλλακτικές, συνεταιριστικές κ.α. από εξειδικευμένα στελέχη του βιβλίου, προερχόμενα από την Αγγλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία κ.α., όπως και από έλληνες συνάδελφούς τους.

Στο διπλανό περίπτερο, μεγάλος αριθμός επισκεπτών παρακολούθησε με προσοχή την καλεσμένη της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφρασεολογίας, Κατερίνα Φράγκου. Υπάρχουν δύο ελληνίδες ατζέντισσες. Η κ. Φράγκου είναι η μία από αυτές. Στις επιτυχίες της συγκαταλέγεται και η έκδοση των έργων του Π. Μάρκαρη στο εξωτερικό. Μάλιστα όπως μας αφηγήθηκε η ίδια, όταν πουλήθηκαν τα δικαιώματα των βιβλίων του στη Γαλλία, στην Ελλάδα ήταν σχεδόν άγνωστος. Εξίσου ανύπαρκτο μεταξύ των συμπατριωτών μας ήταν και το επάγγελμά της πριν από μερικά χρόνια. Η κ. Φράγκου μίλησε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στη δουλειά του ένας ατζέντης. «Φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις αν σε έναν κινέζο εκδότη που κάθεται απέναντί σου άρεσε το βιβλίο σου». Οι διαφορετικές κουλτούρες και κώδικες συμπεριφοράς είναι κάτι με το οποίο έρχεται συνέχεια αντιμέτωπη. Κοιτάζεις έναν Άγγλο και ενώ, από την έκφρασή του, είσαι βέβαιη ότι δεν του άρεσε καθόλου το βιβλίο που του πρότεινες, αυτός είναι κατενθουσιασμένος. Η μετάφραση και έκδοση ελληνικών βιβλίων στο εξωτερικό αριθμεί ελάχιστους τίτλους ανά έτος. Και παρότι η κρίση έστρεψε το ευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο ενδιαφέρον προς ώρας στην Ελλάδα, αυτό δεν μεταφράστηκε σε αυξημένες εκδόσεις ελληνικών βιβλίων στο εξωτερικό. Ίσως μάλιστα να έκανε και καχύποπτους τους ξένους εκδότες απέναντι στους Έλληνες. Το ρεύμα φιλελληνισμού που καλλιεργήθηκε σε χώρες της δυτικής Ευρώπης από τη μετοίκιση σ’ αυτές διανοούμενων κατά τη μετεμφυλιακή και δικτατορική περίοδο φαίνεται να φθίνει πλέον στις μέρες μας. Σ’ αυτό το ρεύμα χρωστούσαμε και το κάποιο ενδιαφέρον για την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή στο πρόσφατο παρελθόν. Υπάρχουν ωστόσο εξαιρέσεις. Από τα διακόσια ελληνικά βιβλία που θα φτάσουν στα χέρια της κ. Φράγκου ετησίως, θα διαβάσει τα πενήντα, για να πουλήσει τελικά ένα δύο. Έστω κι αυτά είναι μεγάλη χαρά στη δουλειά της. Ξεκαθάρισε δε ότι δεν είναι δυνατόν να πωλούνται μόνο κορυφαία λογοτεχνικά έργα. Χρειάζονται και τα λεγόμενα εμπορικά, καθώς η ύπαρξη και η έκδοσή τους στο εξωτερικό, στηρίζει ποικιλοτρόπως και την έκδοση ποιοτικών αλλά λιγότερο εμπορικών τίτλων.

Τέλος, ανέφερε πως υπάρχει μια ξενόγλωσση αγορά στην ίδια τη χώρα μας, που δεν έχει αξιοποιηθεί επαρκώς. Οι τουρίστες που φτάνουν εδώ είναι πολλά εκατομμύρια το χρόνο. Αν πωλούντο στη χώρα μας μεταφράσεις σύγχρονων ελληνικών έργων, εύκολων αναγνωσμάτων (που δεν σημαίνει μη ποιοτικών), που συνηθίζει να αναζητά κανείς στις διακοπές του, η εμπορική τους επιτυχία θα ήταν πολύ πιθανή. Το κοινό άκουσε με ενδιαφέρον τις ιστορίες της κ. Φράγκου, που παρά τον κόπο που απαιτεί το επάγγελμά της και την επισφάλεια που το χαρακτηρίζει, δεν δείχνει να το βάζει κάτω. Ένα είναι σίγουρο, χρειάζονται πολλοί ακόμα σαν κι αυτήν, για να ταξιδέψει το ελληνικό βιβλίο έξω από τα σύνορα της χώρας μας. Όταν ακόμα και οι συγγραφείς που καταφέρνουν να εκδώσουν ένα βιβλίο τους στο εξωτερικό συχνά δεν έχουν συνέχεια εκεί. Οι Διεθνείς Εκθέσεις, όπως αυτή της Θεσσαλονίκης, αναμφίβολα μπορούν να βοηθήσουν τη δουλειά των λογοτεχνικών πρακτόρων.

Ανεβαίνοντας έναν όροφο, ή για την ακρίβεια μερικά σκαλιά, και βγαίνοντας στον εξώστη του Περιπτέρου 15, μπορεί κανείς να δει την έκθεση φωτογραφιών του πρόσφατα και πρόωρα χαμένου Γιάννη Μπεχράκη.

Ένα συγκινητικό κολάζ της ανθρωπότητας στις πιο σκληρές συνθήκες του πολέμου, της πείνας και της προσφυγιάς, μέσα από το ευαίσθητο φακό του βραβευμένου με Πούλιτζερ φωτογράφου, που μας έμαθε να βλέπουμε πίσω από τα στερεότυπα τον άνθρωπο, τους ανθρώπους.

Στο βάθος του εξώστη έλαβε χώρα, λίγο αργότερα, μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που διοργάνωσε το διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό Book Press για τη λογοτεχνική κριτική και το διαδίκτυο. Είναι δυνατόν κανείς να γράψει χωρίς να έχει διαβάσει λογοτεχνία; αναρωτήθηκε ο διευθυντής του περιοδικού και συγγραφέας, Κώστας Κατσουλάρης. Και είναι δυνατόν να γράψει κανείς κριτική χωρίς να γνωρίζει θεωρία της λογοτεχνίας; Ακούστηκαν πολλές και διαφορετικές απόψεις και από πολλούς συγγραφείς και κριτικούς που βρέθηκαν στο κοινό. Το διαδίκτυο και ο ρόλος του στην καθημερινότητα όλων μας και άρα και των αναγνωστών, φαίνεται να έχει συμβάλλει στην αλλαγή του τοπίου της λογοτεχνικής κριτικής. Ο παραδοσιακός επαγγελματίας κριτικός των εφημερίδων αντικαθίσταται από διαδικτυακούς επαγγελματίες, ημι-επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αλλάζει και η ποιότητα και ο χαρακτήρας της κριτικής. Η «δημοκρατία» του διαδικτύου και κατ’ επέκταση της διαδικτυακής κριτικής έχει ενίοτε ως αποτέλεσμα ένα βιβλίο σαν το «Έγκλημα και τιμωρία» να πάρει από κάποιον ένα «αστεράκι» γιατί δεν το κατάλαβε ή το βρήκε ανιαρό. Ενώ αλλάζει και ο τρόπος προώθησης των βιβλίων: μια «αυθόρμητη» φωτογραφία ενός ωραίου εξώφυλλου δίπλα σε ένα λαχταριστό γαλακτομπούρεκο με τη σημείωση «Επιτέλους βγήκε» στο instagram μπορεί να φέρει πολλές «καρδούλες» και να κινήσει το ενδιαφέρον των «φίλων» ή «ακόλουθων», όπως ανέφερε ο blogger Άγης Αθανασιάδης (librofilo), που συμμετείχε στο πάνελ. Γεγονός είναι πως το μάρκετινγκ και η κριτική έχουν εδώ και δεκαετίες, ακούσια ή εκούσια, αναπτύξει δεσμούς (βλέπετε τα αποσπάσματα κριτικών στα οπισθόφυλλα). Η αλλαγή στο μάρκετινγκ αλλάζει άραγε και τη μορφή της κριτικής; η αλλαγή του χαρακτήρα της κριτικής αλλάζει το μάρκετινγκ; ή τελικά το μέσο (και το ποιος το «κατέχει») αλλάζει και τα δύο;

Στο ισόγειο, ο υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό βραβείο λογοτεχνίας συγγραφέας Νίκος Χρυσός παρουσίασε το μυθιστόρημα του «Καινούργια μέρα», με τη συνδρομή της θεσσαλονικιάς συγγραφέως Μαρίας Κουγιουμτζή. Το ακροατήριο που παρακολούθησε την παρουσίαση άκουσε τον συγγραφέα να αφηγείται τα περιστατικά που στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου που παρακολουθεί τις ζωές μιας ομάδας αστέγων στο λιμάνι. Πολλά χρόνια πριν στο Παρίσι μια παρέα νεαρών, γόνων αστικών οικογενειών, έκαψαν ζωντανό έναν κλοσάρ (άστεγο), χωρίς κανέναν προφανή λόγο. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα μια αντίστοιχη παρέα πλουσιόπαιδων στη Ρωσία σχημάτισε μια συμμορία που έκαιγε άστεγους (τουλάχιστον δεκαπέντε έχασαν τη ζωή τους). Η καύση του «μιάσματος» συγκλόνισε τον συγγραφέα. Η επιστροφή του φαινομένου έπειτα από μια δεκαετία, ακόμα περισσότερο. Στο βιβλίο του, δεν κρίνει τους «παρίες», δεν τους παρατηρεί απ’ έξω. Βρίσκοντας την ανθρωπιά τους (αγγελική και δαιμονική συνάμα) δημιουργεί μια τοπιογραφία των αστέγων στο λιμάνι, τόσο αληθινή που ευλόγως, θα μπορούσε να πει κανείς, ένας ακροατής τον ρώτησε αν είχε ανάλογη εμπειρία ή τραύμα.

Πηγαίνοντας στο Περίπτερο 14, στο οποίο από πέρσι επεκτάθηκε η έκθεση, συναντά κανείς πολλά από τα εκθετήρια των ξένων χωρών. Μια εντυπωσιακή έκθεση με 33 καρικατούρες του Θερβάντες αποτίνει φόρος τιμής στον εμβληματικότερο συγγραφέα της ισπανικής γλώσσας (η ισπανόφωνη λογοτεχνία είναι η τιμώμενη της έκθεσης φέτος). Η παρακείμενη αίθουσα Δον Κιχώτης είναι γεμάτη κόσμο, καθώς ο γάλλος συγγραφέας Ερίκ Βυϊγιάρ συστήνεται στο κοινό και συστήνει τα έργα του, με τη βοήθεια του μεταφραστή και γενικού γραμματέα της Βουλής, κ. Κώστα Αθανασίου και του δημοσιογράφου/μεταφραστή και διευθυντή της έκθεσης, κ. Μανώλη Πιμπλή.

Έμπνευση για το τελευταίο βιβλίο του πολυβραβευμένου συγγραφέα, με τίτλο «14 Ιουλίου», αποτέλεσε ένα περιστατικό σε μία συνοικία κοντά στη Βαστίλη, τον Απρίλη του 1789. Το ανώνυμο πλήθος έκαψε μία μεγάλη βιοτεχνία. Όλα ξεκίνησαν όταν ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να περικόψει τους μισθούς των εργατών. Αυτό που εντυπωσίασε τον Βυϊγιάρ στην έρευνα που πραγματοποίησε στα αρχεία της εποχής και τον έσπρωξε στη συγγραφή του βιβλίου ήταν η ύπαρξη δύο αρχείων για το συμβάν και η μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Μία καταγραφή των καταστροφών, σε χαρτί πολυτελείας με καλλιγραφικά γράμματα, όπου αναφέρεται και το τελευταίο πόμολο που κάηκε, ώστε να αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες. Και έναν κατάλογο των νεκρών (της εξέγερσης), σε χαρτί δεύτερης ποιότητας, προχειρογραμμένο και ελλιπή, με αποτέλεσμα ο αριθμός των νεκρών ως και τις μέρες μας να είναι ασαφής.

Ο συγγραφέας, στο βιβλίο του, επιχειρεί να δώσει ταυτότητα σ’ αυτό το ανώνυμο πλήθος (βασική θεματική της φετινής διοργάνωσης, το πλήθος στη λογοτεχνία), ζουμάροντας στην πραγματικότητα. «Η λογοτεχνία», μας λέει, «είναι ένα ταξίδι στην πραγματικότητα».

Λίγο παραπέρα, στο κινεζικό περίπτερο, επισκέπτες δοκιμάζονται στην κινεζική καλλιγραφία. Ενώ στο βάθος του περιπτέρου, στην αίθουσα Μινώταυρος, η Πατρίτσια Κολαΐτη, ποιήτρια και φιλόσοφος της τέχνης, αφηγείται δύο στυγερά εγκλήματα (στο πλαίσιο της θεματικής: Φύλο και λογοτεχνική περφόρμανς), μιλώντας τη φωνή μιας σειράς προσώπων, αντρών και γυναικών, με καθηλωτικό τρόπο.

Μια μεγάλη ουρά σχηματίζεται λίγο αργότερα στο εκθετήριο των εκδόσεων Πόλις, όπου ο Βυϊγιάρ υπογράφει τα βιβλία του. Άλλο έναν ανώνυμο πλήθος, θα γίνει επώνυμο για μερικά δευτερόλεπτα, τη στιγμή που ο συγγραφέας θα αφιερώνει το βιβλίο του.

Λίγο πιο πέρα, ο κ. Μίνως Ευσταθιάδης, παρουσιάζει το δικό του μυθιστόρημα. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ο δύτης». Τον συνδράμουν, η δημοσιογράφος Έλσα Σπυριδοπούλου και ο κριτικός βιβλίου Νίκος Κουρμουλής. Ο τελευταίος λέει: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι μια τέχνη σαν την φωτογραφία. Όλοι έχουμε μια φωτογραφική μηχανή, αλλά πόσοι είμαστε καλοί φωτογράφοι;»

Το πλήθος των επισκεπτών ήταν και τη δεύτερη μέρα αυξημένο σε σχέση με την αντίστοιχη ημέρα στο παρελθόν. Και οι πωλήσεις των βιβλίων επίσης αυξημένες. Αλλά δεν είναι μόνον αυτά ενδείξεις της φετινής επιτυχίας της. Ο οδηγός του ταξί στο οποίο επιβιβαστήκαμε για να πάμε, όταν του είπαμε ότι θέλουμε να πάμε στην HELEXPO, μας ρώτησε: «Πάτε στην Έκθεση Βιβλίου;». Ήταν η πρώτη φορά στα χρόνια που επισκεπτόμαστε τη διοργάνωση, που ένας οδηγός όταν του έλεγες για έκθεση βιβλίου δεν σκεφτόταν το παζάρι βιβλίων που γίνεται κάθε χρόνο στην παραλία, και που προσφέρεται για μια όμορφη βόλτα σ’ αυτή. Το άνοιγμα της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίων Θεσσαλονίκης στην πόλη, που τέθηκε ως στόχος και επιχειρείται από την προηγούμενη διοργάνωση, φαίνεται ότι αρχίζει να αποδίδει καρπούς, χάρη στις συστηματικές προσπάθειες της ομάδας του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, που εργάζεται πραγματικά με πάθος για την επιτυχία της έκθεσης.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)