to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το όνειδος ενός πολέμου που ακόμα αιμορραγεί

Ζιλ Βενσάν: Ντζεμπέλ – Στους λόφους του Αλγερίου (μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)


Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας της Αλγερίας ήταν ένας πολύ σκληρός πόλεμος. Ήταν λογικό για τους νεαρούς Γάλλους στρατιώτες, ανεξάρτητα της όποιας στάσης τους απέναντι στους ντόπιους κατά τη διάρκεια της θητείας τους στην Αλγερία, να περιμένουν πώς και πώς να ολοκληρωθεί το διάστημα της παραμονής τους εκεί και να επιστρέψουν σώοι και αβλαβείς στη Γαλλία. Το ίδιο φαίνεται πως νιώθει και ο νεαρός στρατιώτης Αντουάν Μπερτιέ που, τον Μάρτιο του 1960, ετοιμάζεται να γυρίσει στη Γαλλία. Μόνο που, στο πλοίο της επιστροφής και ενώ όλοι οι συνάδελφοί του γλεντάνε και πανηγυρίζουν για τον γυρισμό, ο Μπερτιέ βάζει την κάννη του όπλου του στο στόμα και αυτοκτονεί.

Σαράντα ένα χρόνια μετά, τον Σεπτέμβριο του 2001, μια γυναίκα επισκέπτεται στο γραφείο του τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Σεμπαστιέν Τουρέν: είναι η αδελφή τού Μπερτιέ που, έχοντας κάποιες νέες πληροφορίες από έναν παλιό συμπολεμιστή του αδελφού της για τον τρόπο που αυτός πέθανε, ζητάει από τον Τουρέν να ερευνήσει το επεισόδιο.

Από την αρχή της έρευνας, ο Τουρέν βρίσκεται μπροστά σε διαδοχικά αδιέξοδα: ένας ένας οι πιθανοί μάρτυρες, παλιοί συνάδελφοι του Μπερτιέ, είτε σκοτώνονται είτε εξαφανίζονται. Εκδίκηση ή προσπάθεια συγκάλυψης; Οι δρόμοι κλείνουν και το αποκορύφωμα είναι ότι σύντομα η αστυνομία ανακαλύπτει και το πτώμα της κατασφαγμένης αδελφής του Μπερτιέ, με στοιχεία μάλιστα που ενοχοποιούν τον ντετέκτιβ.

Όπως μπορεί να αναμένει ο αναγνώστης, η υπόθεση σιγά σιγά θα ξεκαθαρίσει, η κάθαρση με κάποιο τρόπο θα έρθει, αφού πρώτα όμως βγει στην επιφάνεια άλλη μια σκοτεινή και βρόμικη ιστορία από τις πολλές που σημάδεψαν τον πόλεμο της ανεξαρτησίας της Αλγερίας.

Η αντιαποικιακή εξέγερση της Αλγερίας και η επακόλουθη ανεξαρτησία της χώρας από τη Γαλλία είναι μια υπόθεση με την οποία μεγάλο μέρος του γαλλικού λαού, για πολλές δεκαετίες, είχε (έχει;) ανοιχτούς λογαριασμούς. Η αλγερίνικη εξέγερση έχει βρει πολλές φορές τον δρόμο της προς την τέχνη, δίνοντας και κορυφαία έργα, όπως η ταινία Η μάχη του Αλγερίου, του Τζίλο Ποντεκόρβο. Προφανώς, όμως, υπάρχει μια πολύ μεγάλη ποικιλία από οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες η τέχνη και η λογοτεχνία έχουν δει τον αντιαποικιακό αγώνα της Αλγερίας. Έτσι κι αλλιώς, ο χρόνος επανακαθορίζει διαρκώς τη ματιά της τέχνης πάνω στα ιστορικά γεγονότα.

Ο Ζιλ Βενσάν προσπαθεί να αποτυπώσει την οπτική των Γάλλων στρατιωτικών για τους «αραπάδες»: «πρέπει να τους μιλάς τη μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν: το βούρδουλα». Οι Αλγερίνοι, σύμφωνα με τον λοχαγό Μιρά, κατά βάθος ξέρουν πως είναι άχρηστοι: «άσε που αυτοί ξέρουν καλά τη χώρα και μας θέλουν εδώ. Έχουν καταλάβει ότι χωρίς εμάς…». Ο Γάλλος αξιωματικός είναι άραγε πεισμένος πως οι Αλγερίνοι έχουν ενσωματώσει τη ματιά του αποικιοκράτη και θεωρούν τον εαυτό τους άχρηστο ή προσπαθεί απλώς να δικαιολογήσει τον εαυτό του και τη δουλειά που κάνει εκεί; Όπως και να ’χει, οι καραβανάδες εκφράζουν μια μάλλον γνώριμη νοοτροπία: «όταν γυρίσεις στην πατρίδα, θα ’χεις ώμους αντρίκειους. Όχι σαν κάτι πουσταρέλια», λέει ο λοχαγός στους στρατιώτες του, για να τον συμπληρώσει ο επιλοχίας του με την άποψή του (τους) για τους ειρηνιστές: γαμιόληδες λουφαδόροι. Οι στρατιωτικοί παραδέχονται τη βία που ασκούν, αλλά υποδύονται τα απλά εκτελεστικά όργανα και δεν παίρνουν όλη την ευθύνη: «Ειδικές εξουσίες. Που τις ψηφίσανε οι πολιτικοί, σχεδόν όλοι. Ομόφωνα».

Οι συγγενείς προσπαθούν να ξεπλύνουν τη μνήμη των Γάλλων στρατιωτών: «Ήταν καλός άνθρωπος ο Αντρέ, αρκεί να μην του μιλούσες για τους αραπάδες. Τότε αγρίευε». Η αλγερίνικης καταγωγής αστυνομικός Αϊσά Σαντιά κουβαλάει ακόμα τη ζωντανή μνήμη από τις διηγήσεις των συγγενών της για τους φόνους, τα βασανιστήρια, τους βιασμούς.
Βέβαια, ο συγγραφέας προσπαθεί να εξισορροπήσει λίγο το κλίμα, προσθέτοντας τις απαραίτητες πινελιές politically correct που απαιτεί ένα μυθιστόρημα για έναν τέτοιο πόλεμο· ο Αλγερινός αξιωματικός παραδέχεται: «Όμως, κι εμείς απ’ την πλευρά μας τα ίδια κάναμε. Πόσους νέους αφήσαμε πίσω μας, στα υπαίθρια τραπέζια των καφενέδων, με τα χέρια ή τα πόδια κομμένα από μια βόμβα… Έτσι είναι ο πόλεμος. Μια κλιμάκωση μίσους και βίας». Η αντίληψη ότι κάποιοι δεν άξιζαν την ανεξαρτησία από την αποικία επανέρχεται: «Όσο για τους Αλγερίνους, βλέπεις πώς κατάντησαν την Ανεξαρτησία τους».

Μια παρένθεση: Η μεγάλη αντιαποικιακή εξέγερση του λαού της Αλγερίας ξεκίνησε την 1η Νοεμβρίου του 1954, για να φτάσει τελικά στο δημοψήφισμα της 1ης Ιουλίου του 1962 που επικύρωσε την ανεξαρτησία της χώρας. Δεν ξέρω αν χρειάζεται να υπενθυμίσει κανείς όσα έχει γράψει ο Φραντς Φανόν για τον αποικιοκρατούμενο και τη σχέση του με τη βία που υφίσταται και ασκεί. Ή να αναφέρει ξανά την οργανωμένη βία, τα συστηματικά βασανιστήρια, την εκτόπιση δύο εκατομμυρίων ανθρώπων για τη δημιουργία «υγειονομικών ζωνών», το ένα εκατομμύριο νεκρούς, τις ναπάλμ και τις ratonnades (το «κυνήγι των ποντικιών») και όλα τα υπόλοιπα που συνέθεσαν την πολιτική του γαλλικού στρατού στην αποικιοκρατούμενη Αλγερία. Δεν είναι θέμα προφανώς κάποιας αριθμητικής της βίας, αλλά όταν συγκρίνονται όλα αυτά με τις βόμβες του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης στις πόλεις είναι σαν να παρακολουθεί κανείς μια συζήτηση που έχει αρχίσει από παλιά και συνεχίζεται μέχρι τη σημερινή Γάζα.

Όσο για τους «πολιτικούς»: Η υπόθεση της Αλγερίας υπήρξε παγίδα για κάποιες δυνάμεις της Αριστεράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις «ειδικές εξουσίες» αποφάσισε το 1956 η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Γκι Μολέ, που ήταν επικεφαλής μιας συμμαχίας σοσιαλιστικών κομμάτων (μεταξύ των οποίων το κόμμα του Μιτεράν κ.ά.)· με τα μέτρα αυτά, ο Μολέ ανέτρεψε πλήρως τις προεκλογικές του δεσμεύσεις όσον αφορά την Αλγερία. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας ψήφισε υπέρ αυτών των «έκτακτων μέτρων» καταστολής. Αξίζει να αναζητήσει κανείς την ομιλία του κομμουνιστή ηγέτη Ζακ Ντικλό στη Βουλή, τον Μάρτιο του 1956, που υπερασπίζεται αυτή την επιλογή: μνημείο μυωπικής οπτικής, για πολλά, αλλά και για τις συμμαχίες, καθώς, στο όνομα μιας άνευ όρων συμμαχίας με τους σοσιαλιστές απέναντι στον φασιστικό κίνδυνο, το ΚΚΓ αποφασίζει να στηρίξει τα μέτρα, αφήνοντας ένα στίγμα διαρκείας στην ιστορία του. Από την άλλη πλευρά, δυνάμεις της διεθνιστικής Αριστεράς σώζουν την τιμή της ευρωπαϊκής Αριστεράς, στηρίζοντας εξαρχής τον αντιαποικιακό αγώνα, ενώ κάποιοι φτάνουν ακόμα και να στήσουν εργοστάσιο όπλων για τους εξεγερμένους· βλ., π.χ., το βιβλίο του Δημήτρη Λιβιεράτου Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης, εκδόσεις Μαύρη Λίστα. Τέλος της παρένθεσης.

Το βιβλίο, χωρίς να βάζει πολύ ψηλά τον πήχη ως προς τη λογοτεχνία που επιδιώκει να εκφράσει, οργανώνεται γύρω από κλασικούς άξονες ενός νουάρ με πολιτικές αποχρώσεις, ενώ στο φόντο αχνοφέγγει πάντα η πόλη της Μασσαλίας. Τη στιγμή του ευτυχισμένου τέλους, οι τηλεοράσεις δείχνουν τους Δίδυμους Πύργους να καταρρέουν. Το Ντζεμπέλ έχει πάρει το βραβείο Europolar 2014 και αναμένει τώρα τη μεταφορά του στον κινηματογράφο.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)