to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

21:59 | 20.10.2013

Πολιτική

Ευ. Τσακαλώτος: "Η άμεση στρατηγική σημαίνει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό"

Τη συνέντευξη πήραν για την "Εποχή" ο Παύλος Κλαυδιανός και ο Μάκης Μπαλαούρας


Η κυβέρνηση στις διαβουλεύσεις με την τρόικα θέτει και το πολιτικό της πρόβλημα. Πώς το αντιμετωπίζει η τρόικα;

Υπάρχει για την κυβέρνηση θέμα με το πόσο έχουν πέσει έξω τα νούμερα σε σχέση με το δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό. Αλλά αυτό για το οποίο η κυβέρνηση, κατά την άποψή μου, έχει πιο ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα, είναι ότι δεν φαίνεται να βάζει η πολιτική της την Ελλάδα σε τροχιά που να πείθει ότι σε ένα – δυο χρόνια θα φανούν θετικά οικονομικά αποτελέσματα, σε σχέση για παράδειγμα με την ανεργία ή τις επενδύσεις. Δηλαδή, δεν προκύπτει από πουθενά αυτό που πιστεύουν κάποιοι ότι αν έχεις φτιάξει τα δημοσιονομικά σου, τότε η αγορά είναι τόσο δυναμική που από μόνη της θα επαναφέρει την οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης.

Από εκεί και πέρα, οι διάφοροι εκπρόσωποι των δανειστών μπορεί να διαφωνούν μεταξύ τους, να αλλάζουν κάποτε και ρόλους –κάτι που δεν πρέπει ασφαλώς να υποτιμάμε– όμως συμφωνούν στο οικονομικό μοντέλο. Και για αυτό το λόγο η τρόικα δεν θα δώσει ποτέ στην Ελλάδα μια μόνιμη λύση. Πάντα θα υπάρχει λίγο δημοσιονομικό ή χρηματοδοτικό κενό μέσω του οποίου θα πιέζεται. Tο θεωρώ μέρος του παιχνιδιού. Ο κ. Στουρνάρας το λέει καθαρά: δεν θα έχουμε οριζόντια μέτρα, αλλά μεταρρυθμίσεις. Μα οι μεταρρυθμίσεις είναι η κωδική ονομασία του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου.

Ποιο είναι το επίδικο στο τραπέζι, για το οποίο πιέζει η τρόικα; Θα κάνουν κάποιες υποχωρήσεις;

Η τρόικα απαιτεί να παρθούν όλα τα μέτρα που αν είσαι σοβαρός νεοφιλελεύθερος θεωρείς απαραίτητα: περαιτέρω φιλελευθεροποίηση στην αγορά εργασίας, στην αγορά προϊόντων κ.τ.λ. Επίσης απαιτείται να καλυφθούν τα κενά. Κάποιες υποχωρήσεις μάλλον θα κάνουν. Δηλαδή, θα βρεθούν λύσεις και για τα δύο κενά, αλλά με πίεση ότι θα παρθούν και μέτρα. Το ΔΝΤ λέει τώρα ότι είναι μεγαλύτερο το δημοσιονομικό κενό από ό,τι υποστηρίζει η κυβέρνηση διότι δεν πιστεύει ότι θα εισπραχθούν τα ίδια χρήματα από το νέο φόρο ακινήτων και προβλέπει μεγαλύτερα ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία. Και βεβαίως το κλίμα βαραίνει περισσότερο όσο μετατίθεται η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους για μετά τις ευρωεκλογές.

Όπως διαμορφώνεται η «διαπραγμάτευση», η ελληνική πλευρά προτείνει «τεχνικές λύσεις» όπως η μετακύληση των ομολόγων –η ΕΚΤ το δέχθηκε για την Ιρλανδία!– ενώ η τρόικα πρόσθετα μέτρα.

Γενικότερα, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει δύο επιλογές. Η μία είναι να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο που θα έχει το αβαντάζ χαμηλών επιτοκίων αλλά, συγχρόνως και περιορισμένο βαθμό ελευθερίας στην πολιτική. Η άλλη είναι η μετακύλιση των ομολόγων και να βγει στις αγορές (με νέα ομόλογα) για να καλύψει ένα μέρος του χρηματοδοτικού κενού –πιο ακριβή λύση (υψηλότερα επιτόκια) αλλά με λιγότερο πολιτικό κόστος. Αυτό είναι το «καλό σενάριο» που θέλει ο Στουρνάρας. Δεν φαίνεται να περνάει, αν και δεν είναι και τόσο μακριά. Το βασικό, όμως, ζήτημα που τίθεται, και εκεί έχει μεγάλο πρόβλημα η κυβέρνηση –και εκεί πρέπει να ρίξει το βάρος της η αριστερά– είναι ότι δεν έχει σχέδιο για το πώς θα διαχειρισθεί την επικείμενη περίοδο ισχνής ανάκαμψης, ουσιαστικά στασιμότητας. Η πρόβλεψη για την Ελλάδα είναι του τύπου όπου μας παραπέμπει το Αγγλικό L όχι το V. Δηλαδή, μετά τη μεγάλη πτώση θα πάει σε πολύ χαμηλή πτήση, χωρίς άνοδο της απασχόλησης. Το οξύ πολιτικό πρόβλημα θα είναι τότε ότι η κυβέρνηση άσκησε μια τόσο σκληρή πολιτική, χωρίς αποτέλεσμα για την κοινωνία.

Η αριστερά δεν μπορεί να μένει στην επισήμανση του ασήκωτου κοινωνικού κόστους και του πενιχρού οικονομικού αποτελέσματος της ασκούμενης πολιτικής. Για να έχεις άμεση στρατηγική για το τώρα, πρέπει να έχεις και μια πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική. Για να πείσεις τον κόσμο να πέσει η κυβέρνηση, πρέπει όχι μόνο να καταλάβει ότι είναι αναποτελεσματική, διεφθαρμένη και κοινωνικά άδικη, αλλά ότι έρχεται μια νέα δύναμη, που στηρίζεται και σε συγγενείς δυνάμεις αλλού, που μπορούν να ανατρέψουν τους συσχετισμούς με ένα σχέδιο που επιτρέπει και αναδιανομή του εισοδήματος, και κοινωνικούς πειραματισμούς, και νέο μοντέλο ανάπτυξης και πολλά άλλα. Όταν τίθενται αυτά τα ζητήματα δεν παραμελεί κανείς την άμεση ανάγκη για μια κυβέρνηση της αριστεράς. Εξάλλου ούτε το L, ούτε το «καλό σενάριο» της κυβέρνησης, αποτελεί μια στοιχειωδώς αποδεκτή έξοδο από την κρίση. Το βλέπουμε τώρα στην Ιρλανδία, που βγαίνει μεν στην αγορά, αλλά η άνεργη ανάπτυξη καλά κρατεί, μαζί με μεγάλες ανισότητες. Δεν αισθάνεται η κοινωνία αυτή την «επιτυχία».

Η στρατηγική της Γερμανίας για την ευρωζώνη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον κόσμο του Νότου.

Ναι, έχει πρόβλημα διότι η βασική νεοφιλελεύθερη προσδοκία, ότι αυτή η πολιτική θα φέρει απασχόληση και επενδύσεις, δεν επαληθεύεται. Ποια χώρα, λόγω αυτού ακριβώς, δεν έχει πολιτικά προβλήματα; Αυτή η πολιτική δεν είναι βιώσιμη και έτσι και το ευρώ δεν θα είναι βιώσιμο. Χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες έχουν βιομηχανία με βαθιές ρίζες, κάποια στιγμή δεν θα δεχθούν αυτή την πολιτική. Μπορώ να φανταστώ ότι στο μέλλον η μόνη λύση για τη βιωσιμότητα της ευρωζώνης θα είναι θεσμικές αλλαγές που τη μετατρέπουν σε μια πιο κανονική νομισματική ένωση (μεταβιβάσεις από το Βορρά στο Νότο, μεγαλύτερο προϋπολογισμό, τραπεζική ένωση κ.λπ.). Αλλά τότε δεν θα είναι καθόλου εύκολα τα πράγματα, διότι πώς αυτό θα γίνει αποδεκτό από λαούς που έχουν συνηθίσει σε άλλο προσανατολισμό;

Σε σχέση με την αρχή της κρίσης, είναι εξίσου ισχυρή τώρα η διαπραγματευτική θέση της χώρας, αν έχουμε μια κυβέρνηση της αριστεράς, ή έχει εξασθενήσει;

Εξαρτάται εν μέρει από την οικονομική κατάσταση που θα επικρατεί όταν έρθει η ώρα. Αλλά και από το αν έχουν βρεθεί θεσμικές λύσεις στα δομικά προβλήματα της ευρωζώνης. Δεν προκύπτει από πουθενά ότι η ευρωζώνη έχει αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα που ήρθαν στην επιφάνεια μετά από το 2008. Και αυτό σου δίνει κάποια διαπραγματευτική ισχύ και κάνει πιο δύσκολες τις οποίες προσπάθειες απομόνωσης της χώρας.

Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Εξαρτάται από τις πολιτικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν. Εάν μια κυβέρνηση της αριστεράς πει ότι εμείς δεν θα συνεχίσουμε μια πολιτική που είναι κοινωνικά άδικη, οικονομικά αναποτελεσματική και δεν έχει τη νομιμοποίηση του λαού, καθώς έχει δώσει νωπή εντολή για μια εναλλακτική πολιτική, αυτό εικάζω ότι θα επηρεάσει τους Ισπανούς, τους Ιταλούς ή τους Πορτογάλους. Στόχος της κυβέρνησης της αριστεράς είναι να πάει στις Βρυξέλλες και να θέσει ζητήματα που αφορούν όλη την Ευρώπη, να διαπραγματευτεί, επομένως, λύσεις για όλη την ευρωζώνη.  Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά με την πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά. Θα αφήσει αδιάφορους τους λαούς της Ευρώπης μια τέτοια πρωτοβουλία; Θα αφήσουν τις κυβερνήσεις τους να συμπλεύσουν σε μια συμμαχία κατά της αριστερής ελληνικής κυβέρνησης παρόλο που μια νίκη της θα άνοιγε μια διαφορετική προοπτική για τους ίδιους; Νομίζω ότι δεν θα είναι τόσο εύκολο να διαχειριστεί η ηγεσία της ευρωζώνης ένα τέτοιο ζήτημα.

Η Γερμανία δεν εξάγει μόνο προϊόντα, εξάγει και ανεργία

Ας δούμε λίγο την εξέλιξη της διεθνούς οικονομίας

Τους τελευταίους τρεις – τέσσερις μήνες βλέπουμε μια κάποια ανάκαμψη και στην ευρωζώνη. Κατά την άποψή μου, θα επιστρέψουμε είτε σε μηδενικούς ρυθμούς, σε κάποιες χώρες, είτε σε μικρούς ρυθμούς ανάπτυξης, είτε σε ελαφρά αρνητικούς ρυθμούς. Από την άλλη, μην ξεχνάμε ότι Βρετανία, ΗΠΑ, αλλά και Ιαπωνία υιοθετούν τη λογική της ποσοτικής νομισματικής χαλάρωσης. Ρίχνοντας, όμως, πολύ χρήμα στην αγορά είναι σαν να έχεις οικονομίες στην εντατική. Πώς θα αντιδράσουν, λοιπόν, όταν βγουν; Θα έχουν αυτόνομη ανάπτυξη ή όχι; Ο φόβος είναι ότι ο τρόπος που γίνεται η νομισματική χαλάρωση εντείνει όλα τα κερδοσκοπικά φαινόμενα που ώθησαν στην κρίση το 2008. Δηλαδή, έχουμε χρήμα, που πολύ απ’ αυτό δεν πάει στην πραγματική οικονομία αλλά στις χρηματαγορές και σε άλλα χρηματοοικονομικά εργαλεία. Με την άνοδο των χρηματαγορών παντού –Αγγλία, ευρωζώνη, ΗΠΑ– κερδίζουν συνολικά πιο πολύ οι πλούσιοι, εντείνοντας έτσι την ανισότητα. Συγχρόνως, το τραπεζικό σύστημα διατηρεί τις ίδιες λειτουργίες. Οι προτάσεις που έχουν γίνει δεν υλοποιήθηκαν, δεν έγινε πραγματική ρύθμισή του. Συνεχίζονται οι μεγάλες μακροοικονομικές ανισορροπίες, με τη Γερμανία να έχει συνεχώς πλεονάσματα και τις άλλες χώρες να έχουν συνεχώς ελλείμματα. Δηλαδή, μπορεί να έχουμε τα επόμενα χρόνια, χωρίς αλλαγή πολιτικής, μια πολύ ασθενική ανάκαμψη αλλά χωρίς μακροπρόθεσμο ορίζοντα γιατί θα στηρίζεται σε μικρά κερδοσκοπικά επεισόδια που μετά θα ξεφουσκώνουν.

Ποια είναι η στρατηγική της Γερμανίας;

Να γίνει η ευρωζώνη Γερμανία! Τι σημαίνει αυτό; Η Γερμανία, και η ευρωζώνη στο σύνολο της, θα συνεχίσουν να είναι πλεονασματικές, να εξάγουν περισσότερο από ό,τι εισάγουν. Για να επιτευχθεί αυτό, η Γερμανία θα εξάγει περισσότερο σε τρίτες χώρες και λιγότερο στον ευρωπαϊκό Νότο. Οι οικονομίες του Νότου θα έρθουν σε ισορροπία σε σχέση με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, είτε επειδή θα έχουν χαμηλότερα εισόδημα (και άρα λιγότερες εισαγωγές) είτε επειδή θα αυξηθεί η παραγωγικότητα (και άρα περισσότερες εξαγωγές).

Αλλά αυτή η στρατηγική έχει κοντά ποδάρια. Απο τη μια μεριά, δημιουργεί εντάσεις με τις υπόλοιπες οικονομίες του κόσμου. Η οικονομία της ευρωζώνης κατηγορείται ότι έχει συμπεριφορά «ελεύθερου καβαλάρη», «τζαμπατζή». Γιατί είναι μια μεγάλη οικονομία και δεν μπορεί να αδιαφορεί για τη ζήτηση παγκόσμια. Δεν είναι η παλιά Γερμανία, μια μικρή ανοιχτή οικονομία που έλεγε «εγώ θα έχω εξαγωγές, δεν επηρεάζω, δεν με νοιάζει». Τώρα, η ΕΕ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, δεν μπορεί να αδιαφορεί. Όπως έγραψε πρόσφατα ο Μάρτιν Γουλφ, στους «Financial Times», όταν η Γερμανία έχει συστηματικά μεγάλα πλεονάσματα δεν εξάγει μόνο προϊόντα, εξάγει και ανεργία και χρεοκοπία.

Από την άλλη, δεν βελτιώνεται ουσιαστικά η μοίρα του Νότου της ευρωζώνης. Τα πλεονάσματα της ευρωζώνης κρατούν το ευρώ ανατιμημένο και άρα είναι δύσκολο για αυτές τις οικονομίες να ανταγωνιστούν. Συγχρόνως, ο χαμηλός πληθωρισμός της ευρωζώνης, τις αναγκάζει να προχωρούν σε ονομαστικό αποπληθωρισμό για να είναι ανταγωνιστικές –να μειώσουν τους ονομαστικούς μισθούς. Αυτό δημιουργεί μια μιζέρια στους πολίτες, που επηρεάζει αρνητικά το οικονομικό κλίμα, και επί πλέον αυξάνει την αξία του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ό,τι χειρότερο δηλαδή.

Υποστηρίχθηκε ότι πλέον γνωστοί οικονομολόγοι ασκούν κριτική στα κυρίαρχα δόγματα. Τα Νόμπελ που δόθηκαν προχθές όμως το αντανακλούν αυτό;

Έδωσαν ένα Νόμπελ στον Ρόμπερτ Σίλερ, που μπορεί να μην είναι ετερόδοξος οικονομολόγος, αλλά έχει μεγάλη προσφορά με τις αναλύσεις του για τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις και με τις προτάσεις του για τη ρύθμιση αυτών των χρηματαγορών, που τις θεωρεί εγγενώς αναποτελεσματικές. Όμως το Νόμπελ το πήρε και ο Γιουτζίν Φάμα, ο οποίος είναι τόσο ακραίος νεοφιλελεύθερος που υποστηρίζει ότι οι χρηματαγορές είναι πάντοτε αποτελεσματικές (Perfect Market Hypothesis), ότι δεν λαθεύουν ποτέ, ότι δεν χρειάζονται ρύθμιση και ότι ούτε ο ιδιωτικός τομέας ούτε οι χρηματαγορές φταίνε για την κρίση. Σκεφτείτε να είχαν μοιραστεί το Νόμπελ Ιατρικής κάποιος που είχε αναδείξει τη σχέση του καρκίνου του πνεύματος με το κάπνισμα, και κάποιος άλλος επιστήμονας που ισχυριζόταν ότι η καλύτερη προστασία από τη νόσο είναι το κάπνισμα τριών πακέτων την ημέρα.

Πηγή: Εποχή 

2023 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)