to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η συνδικαλιστική δράση μετά την πανδημία (μέρος 2ο)

Τα συνδικάτα σήμερα οφείλουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του κόσμου της εργασίας διεκδικώντας έναν ισχυρό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις


Μόνο μια οργανωμένη εργατική τάξη μπορεί να φέρει λύση στα μεγάλα προβλήματα και στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής, όπως οι χαμηλοί μισθοί, η φτώχεια, η κλιματική κρίση, ο κοινωνικός αποκλεισμός και οι ανισότητες στην πρόσβαση παροχών Υγείας και εκπαίδευσης. Πώς όμως θα γίνει αυτό εφικτό όταν τα συνδικάτα έχουν χάσει τη δύναμή τους συγκριτικά με το παρελθόν; Πώς θα οργανωθεί η εργατική τάξη όταν οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι αναζητούν λύση στα πιεστικά βιοποριστικά τους προβλήματα με ατομικό τρόπο (μετανάστευση, παράταση της παραμονής στο τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα, συχνή αλλαγή επαγγέλματος κατά τη διάρκεια του εργάσιμου βίου, αποδοχή ανασφάλιστης εργασίας κ.τ.λ.); Τι μπορούν να κάνουν τα συνδικάτα γι’ αυτό;

 

Εδώ οφείλουμε να θυμηθούμε ότι τα συνδικάτα και η συνδικαλιστική δράση δεν προκύπτουν μέσα σε ένα ιστορικό κενό. Αντιθέτως, διαμορφώνονται από τις διαφορετικές παραδόσεις διεκδίκησης και επίλυσης των εργατικών θεμάτων, καθώς και από το εκάστοτε θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο που διέπει τις εργασιακές σχέσεις, αλλά και από τις εκάστοτε στρατηγικές επιλογές του συνδικαλιστικού κινήματος.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε μια μεγάλη συζήτηση για το μέλλον του συνδικαλισμού η οποία δίνει έμφαση στις στρατηγικές συνδικαλιστικής ενδυνάμωσης και στους τρόπους επίτευξής της. Πετυχημένα παραδείγματα κινητοποιήσεων κατέδειξαν ότι τα συνδικάτα και οι εργαζόμενοι έχουν πάντοτε ένα περιθώριο να καθορίσουν τη μοίρα τους μέσα από τη συλλογική δράση και αντίσταση όσο κι αν επηρεάζονται οι εργασιακές σχέσεις από τις δυνάμεις τής παγκοσμιοποίησης και την εχθρότητα των κυβερνήσεων και των εργοδοτών (Frege και Kelly). Στο πλαίσιο αυτό εμφανίστηκαν πολλές μελέτες που ανέλυαν τους λόγους για τους οποίους διάφορες κατηγορίες εργαζομένων, που είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη η ένταξή τους στην αγορά εργασίας και κατά συνέπεια στο συνδικαλιστικό κίνημα (hard-to-organize workers), μπόρεσαν να πετύχουν αξιοσημείωτες νίκες.

Κινηματικός συνδικαλισμός

Επιπλέον, η σύγχρονη πλέον εμπειρία εργατικής αντίστασης επιβεβαιώνει αυτό που προτάσσουν ο Nowak και άλλοι μελετητές (Connolly and Darlington, Gordon και Upchurch). Η ανάλυση των σύγχρονων εργατικών διεκδικήσεων δεν σχετίζεται μόνο με αμιγώς οικονομικού και μισθολογικού χαρακτήρα ζητήματα σε επιμέρους κλάδους/χώρους εργασίας, αλλά και με ευρύτερα ζητήματα ανισοτήτων και αίσθησης αδικίας, τα οποία ενδέχεται να ευνοούν περισσότερο τον κινηματικό συνδικαλισμό συγκριτικά με τον συνδικαλισμό που βασίζεται στην επίτευξη πιο συναινετικών λύσεων (Baccaro, Hamman, Turner).

Αυτά τα ζητήματα έχουν αναδειχθεί σε διάφορες μελέτες κυρίως στις αστικές περιοχές, καθώς το αστικό περιβάλλον συνιστά πιο πρόσφορο έδαφος ανάδειξης σύγχρονων κινηματικών δράσεων, οι οποίες συχνά βασίζονται στην έντονη δικτύωση εργαζόμενων που έχουν πολιτική δράση (για παράδειγμα, η μελέτη των διανομέων στην Ιταλία από τους Chesta, Zamponi και Caciagli, καθώς και η αντίστοιχη μελέτη των Maccarone και Tassinari στην Ιταλία και τη Βρετανία). Σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά και σε άλλες αντίστοιχες εκστρατείες, η κινητοποίηση των εργαζομένων και της κοινωνίας δεν προήλθε από μεγάλα και οργανωμένα συνδικάτα, αλλά από ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και τη δημοσιοποίηση αθέμιτων εργοδοτικών πρακτικών.

Μια σχετικά όμως πρόσφατη (2017) επισκόπηση των διεθνών στρατηγικών συνδικαλιστικής ανασυγκρότησης από τους Ibsen και Tapia τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι σε μια περίοδο κυριαρχίας αντεργατικών πολιτικών η ένταξη νέων μελών στα εργατικά σωματεία είναι μεν απαραίτητη, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για να ενισχυθεί ο ρόλος των συνδικάτων. Η πολιτική απαισιοδοξία, η οποία σύμφωνα με τον Hyman συχνά τροφοδότησε τη συνδικαλιστική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών με υψηλότερο νομικό ρίσκο και περισσότερη μαχητική δράση σε τοπικό ή επιχειρησιακό επίπεδο, δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει τη γενικότερη τάση υποβάθμισης των εργασιακών σχέσεων και της διαχρονικής μείωσης της ισχύος των συνδικάτων.

Δύο προϋποθέσεις για τα συνδικάτα

Ο κόσμος της εργασίας χρειάζεται μόνιμου χαρακτήρα θεσμικές αλλαγές για να αποκτήσει μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας όχι μόνο για την εργασία του, αλλά γενικότερα για το μέλλον του. Οι μεμονωμένες νίκες, όσο ελπιδοφόρες κι αν είναι, δεν αρκούν για να αλλάξουν τη ζωή των εργαζομένων. Τα συνδικάτα αντίστοιχα χρειάζονται πιο ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας για να μπορέσουν να διαδραματίσουν πιο κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των εργασιακών σχέσεων. Αυτό όμως μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, όταν τα συνδικάτα μπορούν να ασκούν μεγαλύτερη επιρροή στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ενισχύοντας τους παραδοσιακούς τους δεσμούς με τα προοδευτικά πολιτικά κόμματα και την κοινωνία των πολιτών (Behrens). Για παράδειγμα, μια νέα προοδευτική κυβέρνηση με βασικό κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. οφείλει να βοηθήσει το συνδικαλιστικό κίνημα θεσμικά και οικονομικά ώστε να ενισχυθεί ο ρόλος των συνδικάτων στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και να περιοριστούν τα φαινόμενα παραβίασης των κείμενων διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Η δεύτερη προϋπόθεση σχετίζεται με τη στρατηγική επιλογή των συνδικάτων να δουν τη μεγάλη εικόνα και να αρχίσουν να λειτουργούν ως σημαντικός πολιτικός θεσμός, με σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά και επικεντρώνοντας τη δράση τους όχι μόνο σε θέματα που αφορούν την εργασία, αλλά και σε ευρύτερα ζητήματα που επηρεάζουν τη ζωή των εργαζομένων (Atzeni, della Porta και Diani).

Και αυτή η ανάγκη μεγαλώνει διαρκώς, καθώς ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν παράγει μόνο τεχνολογική καινοτομία και ευημερία, αλλά και επισφαλή εργασία, κλιματική κρίση, τον λεγόμενο «θάνατο του εμποράκου», όπως και μεγάλα μονοπώλια, υπερχρεωμένα νοικοκυριά και φυσικά πολεμικές συγκρούσεις και προσφυγιά. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν προσφέρει μόνο επιλογές στις πραγματικές και πλασματικές μας ανάγκες, αλλά και διευρυμένες ανισότητες τόσο σε όρους εισοδήματος όσο και σε όρους κοινωνικής κινητικότητας και πολιτικής εκπροσώπησης. Οι κυβερνήσεις τιμωρούν τους οικονομικά αδύναμους με λιτότητα ή ρυθμίσεις που δεν διασφαλίζουν το αίσθημα ισονομίας μεταξύ των πολιτών ώστε να εξυπηρετηθεί περισσότερο η επέκταση των αγορών, όπως για παράδειγμα συμβαίνει σήμερα με την αγορά ακινήτων.

Η πανδημία ενίσχυσε αυτές τις τάσεις και οδήγησε στην ταχεία αναδιοργάνωση της εργασίας και της παραγωγής με σαφείς γεωπολιτικούς όρους (π.χ. επίδραση κλεισίματος εργοστασίων στην Κίνα και άνοδος πετρελαίου στις μεταφορές) προκαλώντας μια νέα γενικευμένη επίθεση στις εργατικές κατακτήσεις δεκαετιών (π.χ. καταγγελία των συνδικάτων AFL-CIO και SEIU στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας για την παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας από την κυβέρνηση Τραμπ).

ΑΠΕΡΓΙΑ

Τα μαθήματα της πανδημίας

Όπως όμως είδαμε στο πρώτο μέρος της ανάλυσης, η πανδημία είχε και δύο σημαντικές επιδράσεις στη δημόσια συζήτηση για το μέλλον της εργασίας (και των συνδικάτων). Η πρώτη αφορούσε την αυξημένη ορατότητα εκείνων των εργαζόμενων των οποίων η εργασία παρέμενε επί μακρόν υποτιμημένη (undervalued frontline workers). Αυτή η εξέλιξη δημιούργησε -προσωρινά τουλάχιστον- νέους δεσμούς αλληλεγγύης με την ευρύτερη κοινωνία, που εκφράστηκαν με την έμπρακτη υποστήριξη των αιτημάτων τους σε διάφορες περιπτώσεις (π.χ. διανομείς έτοιμου φαγητού στην Αθήνα, τη Νέα Υόρκη και στο Ντουμπάι).

Η δεύτερη αφορούσε την αμφισβήτηση της υπεροχής του καπιταλισμού και των αγορών να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Η πανδημία έδειξε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός και ότι αυτό που έχει ανάγκη η ανθρωπότητα είναι μια ριζική αλλαγή στη φιλοσοφία με την οποία λειτουργούν οι αγορές, το κράτος και οι θεσμοί.

 

Οι αγορές δεν μπορούν να καλύψουν όλες τις ανθρώπινες ανάγκες και ο ατομικισμός δεν είναι το μόνο ή το καλύτερο αξιακό σύστημα που μπορεί να κάνει ευτυχισμένους τους ανθρώπους. Για παράδειγμα, η πανδημία, ως μια πρωτίστως υγειονομική κρίση, απέδειξε ότι έχουμε ανάγκη την ύπαρξη ισχυρών δημόσιων συστημάτων Υγείας γιατί αυτό επηρεάζει την υγεία όλων ανεξάρτητα από την πρόσβαση που έχει κάποιος σε ιδιωτικές υπηρεσίες Υγείας.

Τα συνδικάτα σήμερα οφείλουν να διατηρήσουν επίκαιρες και τις δύο αυτές πτυχές της δημόσιας συζήτησης για το μέλλον της εργασίας (ανάδειξη και αποκατάσταση της συνεισφοράς των εργαζομένων της πρώτης γραμμής στη λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας, αμφισβήτηση των πολιτικών νεοφιλελεύθερης έμπνευσης).

Και πάλι όμως, για να το κάνουν αυτό, οφείλουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του κόσμου της εργασίας διεκδικώντας έναν ισχυρό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Αυτό μπορεί να γίνει αν έχουν κεντρική αναφορά όχι μόνο στα προβλήματα που εντοπίζονται στους χώρους εργασίας, αλλά και σε οτιδήποτε απειλεί την ευημερία και τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων και των οικογενειών τους (π.χ. ακρίβεια-πληθωρισμός, στέγαση, ποιότητα εκπαίδευσης).

Η δυσπιστία των πολιτών προς τα κόμματα και τα ΜΜΕ

Ο βαθμός δυσπιστίας των πολιτών προς την πολιτική εξουσία και τα μέσα ενημέρωσης επιτείνει την ανάγκη τα συνδικάτα να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Η φωνή των εργαζομένων δεν ακούγεται κι αυτό μπορεί να αλλάξει μόνο αν τα συνδικάτα χτίσουν πιο ισχυρές συμμαχίες με προοδευτικούς πολιτικούς σχηματισμούς και κοινωνικές οργανώσεις και εντείνουν τις προσπάθειες καθιέρωσης στον δημόσιο διάλογο μιας θεματολογίας η οποία προκρίνει τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης (agenda setting).

Αυτό άλλωστε κάνει με μεγάλη επιτυχία η πλευρά του κεφαλαίου. Με αφορμή την υπόθεση εξαγοράς του Twitter από τον  Ίλον Μασκ αποκαλύφθηκε, για παράδειγμα, ότι οι δέκα πλουσιότεροι άνθρωποι στις ΗΠΑ απέκτησαν ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας τους μέσα από την ταυτόχρονη κατοχή εταιρειών τεχνολογίας και μέσων ενημέρωσης. Αλλά και στο πλαίσιο των στρατηγικών marketing και branding οι επιχειρήσεις αγοράζουν διαφήμιση, κάνουν δαπάνες δημοσίων σχέσεων, χρηματοδοτούν φιλικές προς τα συμφέροντά τους πολιτικές δυνάμεις και πολλά στελέχη τους εμφανίζονται ως δημοσιογράφοι ή πολιτικοί που ευαγγελίζονται με κοινοτοπίες έναν καλύτερο κόσμο, όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις και κατασπατάληση των φυσικών πόρων του πλανήτη.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, σε διάφορες έρευνες εμφανίζεται μια αυξημένη ευαισθησία των νεότερων γενεών προς τα θέματα της ισότητας, των διακρίσεων και της προστασίας του περιβάλλοντος (Ευρωβαρόμετρο, Pew Research Centre κ.τ.λ.) Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι τα μεγαλύτερα κινήματα που εμφανίστηκαν παγκοσμίως από το 2019 και εντεύθεν ήταν το #MeToo και το #BlackLivesMatter, απότοκα σε μεγάλο βαθμό των αφηγήσεων και των περιστατικών βίας που διαδόθηκαν με εκστρατείες ενημέρωσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τα συνδικάτα όμως στη συντριπτική τους πλειονότητα, ειδικά στην Ευρώπη, δεν αξιοποιούν όσο θα έπρεπε τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, τις εφαρμογές κινητής τηλεφωνίας ή δεν έχουν κατασκευάσει τις δικές τους πλατφόρμες, αλλά συνήθως αναλώνονται στην παροχή ιστοσελίδας με περιορισμένο και συχνά μη ελκυστικό οπτικοακουστικό περιεχόμενο (Jansson και Uba).

Η σημασία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης

Ακόμη και οι ακαδημαϊκοί ερευνητές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων δεν έχουν δώσει μεγάλη έμφαση στη σημασία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για την ενίσχυση του συνδικαλισμού, με τις περισσότερες σχετικές μελέτες να αναλύουν την επίδραση των ιστοσελίδων που διατηρούν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις στα μέλη τους (Kerr and Waddington, Peterson, Wood). Αν και το σχετικό ενδιαφέρον και οι σχετικές πρωτοβουλίες αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, τα συνδικάτα έχουν πολύ πιο μειωμένες, συγκριτικά με την εργοδοτική πλευρά, δυνατότητες παρουσίας στα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανόμενων των κοινωνικών μέσων δικτύωσης.

Αντίστοιχα περιορισμένες είναι και οι από κοινού με άλλες κοινωνικές οργανώσεις εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους ή όταν προκύπτουν σημαντικά ζητήματα.  Έτσι χάνονται οι ευκαιρίες που προσφέρει το Διαδίκτυο στα συνδικάτα να δημιουργήσουν πολιτικά γεγονότα ή να επηρεάσουν τις πολιτικές εξελίξεις και να έρθουν σε επαφή με ευρύτερες ομάδες εργαζομένων και ανέργων.

Τα συνδικάτα όμως οφείλουν να παρεμβαίνουν στη δημόσια πολιτική ζωή και να διεκδικήσουν θεσμικές αλλαγές και όχι διορθωτικές παρεμβάσεις που ενδέχεται να θεραπεύουν τα συμπτώματα, αλλά όχι την ασθένεια.

Η επίκληση για ένα νέο είδος συμβολαίου των πολιτών με τις κυβερνήσεις τους (για παράδειγμα η πρόσφατη ανακοίνωση της Διεθνούς Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας για την Εργατική Πρωτομαγιά) με στόχο την επίτευξη αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας δεν έχει μεγάλη αξία αν δεν γίνεται με όρους συνεχούς πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση και την εργοδοσία ή στο πλαίσιο εθιμοτυπικών απεργιακών κινητοποιήσεων.

Προφανώς αυτό αποτελεί μια δύσκολη εξίσωση, ειδικά σε μια εποχή συρρίκνωσης του πραγματικού εργατικού εισοδήματος και σε περιπτώσεις, όπως η Ελλάδα, όπου το κόστος απώλειας της εργασίας είναι τεράστιο δεδομένου των περιορισμένων ευκαιριών απασχόλησης.  Όπως όμως έχει τονίσει και ο Hyman, τα συνδικάτα οφείλουν πλέον να λειτουργούν ως πυροσβέστες σε μια πυρκαγιά με πολλά ταυτόχρονα μέτωπα.

* Ο Λευτέρης Κρέτσος είναι πρώην υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)