to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Θεολογία και πολιτική (2)

Λέγαμε στο προηγούμενο ότι παρά την εκκοσμίκευση της νεωτερικότητας και τη μερική αποχώρηση της θρησκείας από τον δημόσιο χώρο, μια σύζευξη του κοσμικού και του θείου στοιχείου επέζησε κυρίως στις χώρες με πλειοψηφία ορθόδοξων και καθολικών χριστιανών και μουσουλμάνων.


Η σύνδεση αυτή αποσκοπεί να περιβάλει την κρατική εξουσία ή την ιδεολογία με τη θαλπωρή του θρησκευτικού συναισθήματος. Οι ωφελιμιστές φιλόσοφοι πιστεύουν ότι πρέπει να διατηρηθούν κάποιες δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις γιατί απομακρύνουν τις μάζες από τον ριζοσπαστισμό.

Ο αγνωστικιστής David Hume και ο ρομαντικός λόρδος Shaftesbury θεωρούσαν τη θρησκεία απαραίτητη για την πολιτική σταθερότητα. Αλλοι συμφωνούσαν με τον Ρουσό ότι χρειάζεται να ιδρυθεί μια πολιτική θρησκεία, σαν κι αυτήν που προσπάθησαν χωρίς επιτυχία η γαλλική, η ρωσική και η κινεζική πολιτισμική επανάσταση. Προς αυτή την κατεύθυνση προχώρησε σταδιακά και ο προτεσταντισμός που, στην αγγλικανική εκδοχή του, είναι ο πιο κοσμικός και ορθολογικός χριστιανισμός, στενός σύντροφος του καπιταλισμού.

Αλλά ο μεγάλος καθολικός επίσκοπος Butler υπενθύμισε το μάθημα των Ερινυών/Ευμενίδων: τη σημασία της διατήρησης «δεινού», του δαιμονικού στοιχείου, για την αποτελεσματική συμμόρφωση και πειθάρχηση των ανθρώπων. Μια πολιτική και λογική θρησκεία διαλύει το μυστήριο του θείου. Η σχεδόν μαθηματική της σαφήνεια υποσκάπτει την πίστη, την υπομονή και την ταπεινοσύνη. Οι συντηρητικοί φιλόσοφοι συμφωνούν. O Joseph de Maistre υποστηρίζει ότι η εξουσία και η κυβέρνηση εκπορεύονται και νομιμοποιούνται από τη θρησκεία. Η αγία τριάδα του πάπα, του βασιλιά και του εκτελεστή επιβάλλουν τη δημόσια τάξη.

Ο Edmund Bourke συμπληρώνει: Μπορεί να σεβόμαστε τον νόμο αλλά δεν τον αγαπάμε. Ο ορθός λόγος δεν οδηγεί στην έκσταση που προκαλούν το θείο και τα πάθη, ούτε προσφέρει την παρηγοριά των δακρύων. Σ’ αυτές τις παρατηρήσεις στηρίζονται οι πολλαπλές προσπάθειες της νεωτερικότητας να βρει ή να δημιουργήσει εναλλακτικές πηγές του «δεινού» που η κλασική Αθήνα και η ορθολογική Αθηνά βάζουν στα θεμέλια της πολιτικής εξουσίας.

Η θρησκεία της εξόδου από τη θρησκεία
Αλλά υπάρχει μια δεύτερη φιλοσοφική εξιστόρηση της σχέσης. Η συνεχής επιστροφή της θεολογίας αποτελεί κληρονομιά του χριστιανισμού, της «θρησκείας της εξόδου από τη θρησκεία», κατά τον Μαρσέλ Γκοσέ. Οι αρχαίες θρησκείες πίστευαν σε ένα ενωμένο και οργανικό σύμπαν, στο οποίο θεοί και άνθρωποι συμβιώνουν. Ο χριστιανισμός διαρρηγνύει την ενότητα διαχωρίζοντας ριζικά τον ορατό από τον αόρατο κόσμο, τα επίγεια από τα επουράνια. Ο διαχωρισμός εκφράζεται έντονα στις χριστολογικές διαμάχες για τη θεϊκή ή ανθρώπινη φύση του Χριστού και επεκτείνεται σε όλα τα φαινόμενα.

Υπάρχουν δυο βασίλεια, δυο νόμοι, δυο ιστορίες, το σώμα είναι η φυλακή της ψυχής. Ο χριστιανός διασπάται: εξωτερικά είναι ετερόνομος, ακολουθεί τον νόμο του Καίσαρα ή του κράτους. Αλλά η ψυχή αυτονομείται εσωτερικά υπακούοντας στον νόμο του Θεού. Ο νέος μηχανισμός υποταγής παίρνει τη μορφή της «εσωτερικής φωνής» που προέρχεται από μια υπερβατική εξουσία η οποία βρίσκεται μέσα στην ίδια μας την ύπαρξη. Αυτός ο ριζικός διαχωρισμός στηρίζει τόσο την ιδιαιτερότητα του ατόμου όσο και την οικουμενικότητα των αξιών.

Η σχέση μεταξύ των βασιλείων του Θεού και του Καίσαρα ρυθμίστηκε από τον Πάπα Γελάσιο στην επιστολή του Duo Sunt προς τον αυτοκράτορα Αναστάσιο το 494. Η εκκλησία υπερέχει στα θρησκευτικά θέματα, αφού ο Ποντίφικας πρέπει να λογοδοτεί στον Θεό ακόμη και για τον βασιλιά. Αλλά στα κρατικά θέματα, η εκκλησία αναγνωρίζει την κοσμική υπεροχή. Οι δυο εξουσίες διατάσσονται ιεραρχικά, αρχικά με την εκκλησία ανώτερη.

Σταδιακά η Δύση προχώρησε σε μια προσεκτική συγκατοίκηση, μερικές φορές με συνεργασία από απόσταση, άλλες με καχυποψία και αποστασιοποίηση. Αλλά η ριζική φύση του διαχωρισμού οδήγησε αδήριτα στην αντιστροφή της ιεράρχησης και στην «έξοδο» της θρησκείας με τη θεσμική της μορφή. Η νεωτερικότητα επέφερε τον τελικό διαχωρισμό: την ανατροπή της εκκλησιαστικής προτεραιότητας και την κυριαρχία της κοσμικής εξουσίας. Οι σχέσεις κράτους-εκκλησίας ξεκαθαρίστηκαν, οι μισθοί των κληρικών είναι δουλειά των πιστών, το κράτος δεν ασχολείται με τα εσωτερικά της εκκλησίας. Οχι βέβαια σε μας αυτά.

Γιατί όμως ξαναγυρίζει η θρησκεία στη Δύση, γιατί στην Ορθόδοξη Ανατολή δεν ξεκαθαρίστηκε η σχέση; Μια απάντηση δίνεται από την οντολογία του Χάιντεγκερ. Η ανθρωπότητα συγκροτείται μέσω της σχέσης της με το υπερβατικό Αλλο. Ο σύνδεσμος αποκόπηκε στη νεωτερικότητα αλλά δεν εξαφανίστηκε, δημιουργώντας μεγάλο πρόβλημα. Η αυτονομία ξεχνάει την υπερβατική προέλευση του ανθρώπου. Το καρτεσιανό cogito ergo sum ερμηνεύει τον άνθρωπο ως αποκλειστικό θεμέλιο της ύπαρξης, κέντρο της αλήθειας και της αξίας. Ετσι το υποκείμενο σφετερίζεται τη θέση του Θεού. Ο προ-νεωτερικός κόσμος περιελάμβανε έμψυχα και άψυχα όντα σε αρμονική αλληλεξάρτηση.

Τώρα ο φυσικός κόσμος απομαγεύεται, γίνεται αντικείμενο και εικόνα στη διάθεση του ανθρώπου που παρεμβαίνει, τον εκμεταλλεύεται και τον καταστρέφει. Τα πάντα υπάρχουν για το υποκείμενο. Αλλά αυτός ο ανθρωποκεντρικός ναρκισσισμός δεν βάζει τον άνθρωπο αρκούντως ψηλά. Ετσι αρχίζει η απεριόριστη εκμετάλλευση της φύσης και της κοινωνίας που οδήγησε στην οικολογική καταστροφή και στον σύγχρονο πειθαρχημένο άνθρωπο που ονομάζει την υπακοή ελευθερία. Ο αξιακός μηδενισμός δεν είναι παρά η ωρίμανση της διαδικασίας αποστροφής και επιφανειακής αποβολής του υπερβατικού στοιχείου.

Η επιστροφή της ετερονομίας
Ετσι η ετερονομία πάντα επιστρέφει. Η αυτονομία ως ανολοκλήρωτη αρχή της πολιτικής, ο ορθός λόγος ως μέθοδος δεν μπορούν να δώσουν ουσιαστικό περιεχόμενο στον κοινωνικό δεσμό ή να προσφέρουν το αντικείμενο αγάπης του πολίτη. Γι’ αυτό η πολιτική δανείζεται από τη θρησκεία. Είτε με τη δύσκολη συμβίωση του κοσμικού και του υπερβατικού είτε με τη μορφή της πολιτικής θρησκείας. Στο πρώτο ανήκουν τα «δύο σώματα του βασιλιά» με τον τρόμο και το δέος που προκαλούν. Η φιλελεύθερη απάντηση στα προβλήματα της πολιτικής θεολογίας είναι ο κτητικός ατομισμός και ο ανθρωπισμός. Οι παράμετροί τους είναι χριστιανικής έμπνευσης.

Η ανθρωπότητα χωρίζεται ανάμεσα στο πλήρες και τα «πεπτωκότα» μέρη της. Καθήκον της πολιτικής είναι να ενώσει την ανθρωπότητα και να την κάνει να επιτύχει την ουσία της. Αλλά ποια είναι η ουσία της ανθρωπότητας; Στη μηδενιστική της μορφή, η ατελείωτη κυκλοφορία της ανταλλακτικής αξίας που κάνει τα πάντα ισοδύναμα και οδηγεί σε μια ακόρεστη ασίγαστη επιθυμία.

Ολα έχουν τιμή αλλά τίποτε δεν έχει αξία. Στην ανθρωπιστική της εκδοχή, ουσία της ανθρωπότητας αποτελεί ένα κοινό σύνολο χαρακτηριστικών, συνήθως ορθός λόγος και βούληση. Η φιλελεύθερη φιλοσοφία μεταφράζει την ανθρώπινη φύση σε μια σειρά κανονιστικών αρχών όπως η ελευθερία επιλογής, η τυπική ισότητα και τα δικαιώματα. Οπως έλεγε ο Εμίλ Ντιρκέμ, τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι η θρησκεία της νεωτερικότητας. Η ιερότητα εκνομικεύτηκε και η θεολογία έγινε ανθρωπολογία.

Απέναντι σ’ αυτή την αποβολή βρίσκεται το υπερβατικό στοιχείο της επαναστατικής επιθυμίας και της ριζοσπαστικής ουτοπίας. Εδώ επίσης η ιεροποίηση εννοιών όπως το έθνος, η φυλή ή η τάξη, που γίνονται ελαττωματικές μορφές του υπερβατικού. Αλλά γι’ αυτά στο επόμενο.

* Ο  Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και πρόεδρος του Ιδρύματος «Νίκος Πουλαντζάς»

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)