to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του 2019

«Οι τάσεις δεν αποτελούν ούτε πολυτέλεια ούτε και εργαλείο που οδηγεί στην εσωστρέφεια, αλλά απαραίτητο εργαλείο για την αποτελεσματική συλλογική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ», γράφει ο Χρήστος Σίμος


Τι συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την εκλογική του ήττα ύστερα από τεσσεράμισι χρόνια διακυβέρνησης, τον Ιούλιο του 2019; Πώς αντιπολιτεύεται και πώς πρέπει να αντιπολιτευθεί; Ποια η σχέση του με τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2010-2015; Ποια δομή και ποια λειτουργία μπορεί να του εξασφαλίσει την επαναφορά του σε θέση ισχύος; Τι χρειάζεται να κάνει με το πρόγραμμα; Τι ρόλο καλούνται να παίξουν οι τάσεις στη νέα φάση; Τα παραπάνω ερωτήματα ανακυκλώνονται με αυτές ή παραπλήσιες διατυπώσεις σχεδόν από την πρώτη μέρα μετά τις εκλογές.

Η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ως μέτρο σύγκρισης

Ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2010 – 2014 κατάφερε να συμπυκνώσει το μεγαλύτερο μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας στα μνημόνια και τις κυβερνήσεις που τα υλοποίησαν, κατασκευάζοντας ένα πολύ σαφές, συνεκτικό και πλήρες αντιπολιτευτικό σχήμα, το οποίο συμπυκνώθηκε στην έννοια “αντί-μνημόνιο”. Ακολουθώντας το σχήμα του Ερνέστο Λακλάου περί λαϊκισμού, το αντί-μνημόνιο κατόρθωσε να συγκεντρώσει όλα τα κοινωνικά αιτήματα που δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν από τους θεσμούς, να τα συνδέσει με όρους ισοδυναμίας και αλληλεγγύης, να τα αποκρυσταλλώσει σε συμβολισμούς και να κατασκευάσει τον «λαό» ως συλλογικό υποκείμενο για να αντιμετωπίσει το τότε υπάρχον καθεστώς με σκοπό να απαιτήσει την αλλαγή του (Ernesto Laclau, On Populist Reason, Verso, Λονδίνο, 2005).

Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως η συζήτηση για την έννοια του λαϊκισμού στην Ελλάδα, ιδίως την τελευταία δεκαετία, βρίθει από τοποθετήσεις που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, είτε διαστρεβλώνουν σκόπιμα την έννοια του λαϊκισμού είτε έχουν πλήρη άγνοια. Παρόλο που είναι σαφές πως στο θεωρητικό σχήμα αυτό, είναι κεντρικές οι έννοιες της δημοκρατίας, του πολιτικού ανταγωνισμού και της διεκδίκησης της ηγεμονίας, η συζήτηση ως επί το πλείστον κινήθηκε σε ένα πλαίσιο επικριτικό, το οποίο επιχειρούσε κι επιχειρεί να απαξιώσει οποιοδήποτε λαϊκό αίτημα ως “λαϊκιστικό”, ενώ δεν έλειψαν και τοποθετήσεις που ταύτιζαν τον λαϊκισμό με την ακροδεξιά και τον εθνικισμό. Ο ελιτισμός της θέσης αυτής είναι κάτι παραπάνω από προφανής, παρόλο που πολλοί από τους εκφραστές του είχαν πρωταγωνιστήσει σε ένα εξαιρετικά επιτυχημένο πολιτικό σχέδιο που ηγεμόνευσε από το 1996 ως το 2004, δηλαδή τον “εκσυγχρονισμό” του ΠΑΣΟΚ υπό την αρχηγία του Σημίτη. Ένα σχέδιο που είχε εμφανιστεί ως συμπύκνωση ανεκπλήρωτων αιτημάτων, τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να ερμηνευτούν από το θεωρητικό σχήμα του Λακλάου, με τις κατάλληλες προσαρμογές. (για τις παρερμηνείες του λαϊκισμού, βλ.Yannis Stavrakakis, “Populism, Anti-Populism and Democracy”, Political Studies Review, 2018).

Η αντιπολιτευτική τακτική αυτή του ΣΥΡΙΖΑ αποδείχτηκε νικηφόρα. Το κόμμα κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, έχοντας πρώτα συμπυκνώσει ένα πολύ μεγάλο μέρος των αντιστάσεων και των αιτημάτων που είχαν προκύψει στη δημόσια σφαίρα κι έχοντας παρουσιάσει ένα πολιτικό πρόγραμμα (το περίφημο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» που είχε παρουσιάσει ο πρόεδρος του κόμματος, Αλέξης Τσίπρας στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2014) που απαντούσε στα περισσότερα από αυτά. Η συνέχεια, ωστόσο, ήταν λιγότερο ένδοξη.


Τα γεγονότα είναι λίγο-πολύ γνωστά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά το απόλυτα επιτυχημένο, πάντα με τους όρους του λαϊκισμού κατά Λακλάου, δημοψήφισμα που διοργάνωσε, αναγκάστηκε σε συμβιβασμό με τους δανειστές της χώρας. Συμβιβασμό που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου και στην επιτυχή ολοκλήρωσή του από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που προέκυψε από αυτές.

Τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι άσχετα με την τρέχουσα περίοδο, κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να αντιπολιτευτεί την κυβέρνηση της ΝΔ, υπό την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να αναμετρηθεί με τα πεπραγμένα του. Κι αυτό όχι για λόγους ιστορικούς ή τυπικούς. Ένας οποιοσδήποτε πολιτικός φορέας που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει προκειμένου να είναι και πειστικός και αποτελεσματικός, να κάνει απολογισμούς. Οφείλει να ξέρει τι έκανε και τι δεν έκανε αλλά και γιατί δεν το έκανε ώστε να μην επαναλάβει ίδια ή παρόμοια λάθη ή, ακόμα και λανθασμένες ή και ξένες προς την Αριστερά πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό, ο απολογισμός του κυβερνητικού που ενέκρινε η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα κείμενο ιστορικό, με την πλήρη σημασία του όρου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, οφείλει να αναμετρηθεί τόσο με την επιτυχή πορεία του προς το 2015 όσο και με το κρίσιμο πρώτο εξάμηνο της συγκεκριμένης χρονιάς, με το δημοψήφισμα, με το 3ο μνημόνιο, με τις επιτυχίες αλλά και με τις αποτυχίες της περιόδου που κατείχε την κυβερνητική εξουσία. Πρόκειται για κόμβους που θέτουν ερωτήματα τα οποία αφορούν αποκλειστικά και μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον πρόκειται για το μοναδικό κόμμα της Αριστεράς που κυβέρνησε τη χώρα. Υπό αυτή την έννοια, τα ερωτήματα που τίθενται προς αυτό, δεν τέθηκαν και δεν πρόκειται να τεθούν ποτέ προς τη Νέα Δημοκρατία ή προς το ΠΑΣΟΚ.

Η αντιπολιτευτική μέθοδος του ΣΥΡΙΖΑ

Έχει ξεχάσει ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει αντιπολίτευση; Σαφέστατα, όχι. Έχει κάνει λάθη ως προς την αντιπολίτευση που ασκεί στην κυβέρνηση της ΝΔ; Σαφέστατα, ναι. Τρανταχτό παράδειγμα εσφαλμένης αντιπολίτευσης ήταν η επιμονή στον Προκόπη Παυλόπουλο για τη θέση του ΠτΔ ως ένα εργαλείο που μπορούσε δήθεν να πιέσει τη ΝΔ και να της προκαλέσει ενδεχόμενο ρήγμα. Αποδείχτηκε περίτρανα πως το σενάριο αυτό απείχε έτη
φωτός από την πραγματικότητα.

Μπορεί να αντιπολιτευθεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη με παρόμοιο τρόπο με τον οποίο το έκανε κατά την περίοδο 2010 – 2014; Και ναι και όχι. ΄Το αρνητικό σκέλος της απάντησης οφείλεται καταρχάς στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και την επιτυχή όψη της διακυβέρνησης του. Η χώρα είναι πλέον εκτός μνημονίων κι αυτό οφείλεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Η ανεργία μειώθηκε, οι οικονομικοί δείκτες βελτιώθηκαν, το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου εκείνης αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής κατάρρευσης που επικράτησε στη χώρα, απόρροια τόσο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης όσο όμως των ειδικών συνθηκών που επικράτησαν εδώ λόγω των κυβερνήσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Είναι πιθανό να επαναληφθούν οι συνθήκες κατάρρευσης λόγω της πανδημίας; Ενδεχομένως. Είναι πιθανό να επαναληφθεί το ίδιο σκηνικό με αυτό της επίμαχης περιόδου; Άγνωστο, αν και, με ιστορικούς όρους, μάλλον απίθανο. Ωστόσο, η εκπόνηση ενός αριστερού αντιπολιτευτικού αφηγήματος δεν εξαρτάται από το μέγεθος της κρίσης ή, γενικότερα, δεν εξαρτάται από τη σφοδρότητα ή την ηπιότητα των κυρίαρχων επιλογών.

Από ‘κει και πέρα, τα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν πως δεν έχει χάσει τα αντανακλαστικά του. Ενδεικτικά: Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε την υπόθεση της εισβολής των αστυνομικών δυνάμεων σε κινηματογράφους. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα που ανέδειξε το ζήτημα της καταστολής με αφορμή την εισβολή αστυνομικών δυνάμεων στην κατοικία του σκηνοθέτη Δ. Ινδαρέ. Ανέδειξε το φιάσκο της κατάρτισης του Γ. Βρούτση, με τα “σκόιλ ελικίκου”. Ανέδειξε ακόμα, στο πλαίσιο της μείζονος κρίσης της πανδημίας, τόσο τη σημασία του δημοσίου συστήματος υγείας για την αντιμετώπισή της όσο και τις τραγικές ελλείψεις που αντιμετωπίζει, που οφείλονται εν πολλοίς στις νεοφιλελεύθερες εμμονές της ΝΔ. Ανέδειξε επίσης τις τραγικές συνέπειες από την άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας. Ανέδειξε, επίσης, τη σκανδαλώδη ενίσχυση των ΜΜΕ από την κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας. Και είναι το κόμμα που αναδεικνύει συστηματικά τις συνέπειες της περιβόητης έκθεσης Πισσαρίδη.

Στα παραπάνω μπορούν να προστεθούν κι άλλα πολλά. Είναι αρκετά; Αν δεν ενταχθούν σε ένα συνεκτικό πλαίσιο αντιπολίτευσης, σαφέστατα όχι. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται με τη μέθοδο της αποσπασματικότητας, δεν θα καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει κάτι από την εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, που προκύπτει κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση της ΝΔ διαχειρίζεται την πανδημία και τις συνέπειες της.

Το πρόγραμμα, η δημοκρατία και οι τάσεις

Έχει πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ; Η συζήτηση για τις προγραμματικές επεξεργασίες της Αριστεράς ξεκινά από την 1η Διεθνή. Χιλιάδες τόνοι μελανιού έχουν ξοδευτεί για θέσεις, επεξεργασίες κι όλα τα συμπαρομαρτούντα καθόλη τη διάρκεια ζωής της Αριστεράς από τότε μέχρι σήμερα. Κι αυτό είναι και χρήσιμο και απαραίτητο. Κι αυτό διότι το σύνθημα “να φύγει η Δεξιά” δεν σημαίνει και δεν μπορεί να σημαίνει κάτι αν δεν συνοδεύεται από μια
συνεκτική εναλλακτική λύση.

Το ίδιο απαραίτητο με το πρόγραμμα είναι κι ένα κόμμα που οι δομές του λειτουργούν πλήρως. Εφόσον η Αριστερά δεν πιστεύει τη χαρισματικότητα και τη μοναδικότητα των υποκειμένων, προκειμένου να είναι αποτελεσματική με όρους Αριστεράς, πρέπει να λειτουργεί, να σκέφτεται, να αποφασίζει και να δρα συλλογικά. Η δημοκρατία στο πλαίσιο αυτό δεν καθίσταται μια πολυτέλεια που αφορά μια αξία που μετατρέπει την ταυτότητα της Αριστεράς σε κάτι ανώτερο από αυτή της Δεξιάς: καθίσταται αναγκαιότητα με όρους αποτελεσματικότητας. Η τελευταία αφορά τόσο την ποιότητα των θέσεων και της δράσης όσο όμως και το παράδειγμα που εκπέμπεται από έναν πολιτικό χώρο που υπερασπίζεται
τα δημόσια αγαθά κόντρα στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Υπό αυτή την έννοια, οι τάσεις δεν αποτελούν ούτε πολυτέλεια ούτε και εργαλείο που οδηγεί στην εσωστρέφεια. Αντίθετα, λόγω της δομής και της ιστορίας του ΣΥΡΙΖΑ, ενδεχομένως και να αποτελούν το απαραίτητο εργαλείο για την αποτελεσματική συλλογική του λειτουργία.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)