to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Γιατί η ΓΓΙΦ θυμήθηκε... τη Θάτσερ;

Για ποιoν λόγο επιλέγει η Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων (πρώην Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων) να προβάλλει μια γυναίκα δηλωμένη αντιφεμινίστρια και να αναπαράγει έναν ξεκάθαρα σεξιστικό λόγο;


Η  Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων μέσω της επίσημης σελίδας της στην ηλεκτρονική πλατφόρμα Facebook ανάρτησε μια, μάλλον προκλητική, δημοσίευση τόσο για το περιεχόμενο της όσο και για τις συνδηλώσεις αυτής.

Η επίμαχη δημοσίευση έγινε στις 28 Σεπτέμβρη, με αφορμή μια παράδοξη επέτειο. Στις 28 Σεπτέμβρη του 2013 πραγματοποιείτε σε κλειστή, ιδιωτική τελετή η ταφή της τέφρας της Μάργκαρετ Χ. Θάτσερ στο Royal Hospital Chelsea, δίπλα στον άντρα της. Η ιδιωτική αυτή τελετή έλαβε χώρα σχεδόν πέντε μήνες μετά τον θάνατο και την δημοσίας δαπάνης κηδεία της (στις 8 και 17 Απριλίου 2013 αντίστοιχα). Η επιλογή της μνημόνευσης της πρώην πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου σε μια ημερομηνία που δεν αφορά την πολιτική ή δημόσια σφαίρα εγείρει τα πρώτα ερωτήματα αναφορικά με την ανάρτηση της Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων.

Μια ξεχασμένη και ανούσια, λοιπόν, επέτειος γίνεται η αφορμή ώστε η Μάργκαρετ Θάτσερ να ξαναέρθει στο προσκήνιο του φεμινιστικού διαλόγου. Η Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων (πρώην Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων) αρκείται στο να αναφερθεί σε αυτό το, ομολογουμένως ιστορικό και ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενο, πολιτικό πρόσωπο ως η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό της χώρας της, θυμίζοντας μας ταυτόχρονα το προσωνύμιο της, «Σιδερά Κυρία». Χωρίς κανέναν άλλον σχολιασμό ή επεξήγηση του λόγου για τον οποίον η Μ. Θάτσερ επιλέχθηκε και προβλήθηκε από την ΓΓΙΦ.  Χωρίς κανέναν σχολιασμό για τις αντεργατικές, νεοφιλελεύθερες, συντηρητικές και σκληρές πολιτικές που εφάρμοσε στα χρόνια της πρωθυπουργίας της, πλην της αναφοράς πως διετέλεσε αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου. Αποκρύπτοντας μάλιστα την, δηλωμένη από την ίδια, στάση της απέναντι στην μάχη για την ισότητα των φύλων και τον φεμινισμό: «Μισώ τον φεμινισμό. Είναι ένα δηλητήριο».

Αυτή της η στάση, πέραν της ρηματικής της έκφρασης, είχε και υλικές προεκτάσεις που επιτρέπουν το χαρακτηρισμό της Μ. Θάτσερ ως αντιφεμινίστρια και αντίπαλο στην ισότητα των φύλων. Όχι μόνο δεν βελτιώθηκε η θέση και η καθημερινότητα των γυναικών κατά τη διάρκεια των δύο θητειών της, αλλά η ίδια διαχειρίστηκε  το παράδειγμα της ως την εξαίρεση στον κανόνα ώστε εμπράκτως να ενισχύσει τον αποκλεισμό γυναικών από θέσεις εξουσίας και αξιώματα. Χαρακτηριστικό είναι πως από τους 339 εκλεγμένους βουλευτές του κόμματος της το 1979  μόνο οι 19 ήταν γυναίκες, με την Θάτσερ συμπεριλαμβανομένη.

Υπενθυμίζεται πως η Μ. Θάτσερ ήταν αρχηγός του Συντηρητικού κόμματος από το 1970. Στις επόμενες εκλογές ο αριθμός των γυναικών αυξήθηκε στις 23. Σε όλη την διάρκεια της πρωθυπουργίας της μόνο μια γυναίκα διορίστηκε υπουργός.

Πιθανότατα η Μ. Θάτσερ να απαντούσε σε ερώτηση αναφορικά με το πλήθος των γυναικών στην κοινοβουλευτική της ομάδα και το υπουργικό της συμβούλιο με τον ίδιο τρόπο που απάντησε ο Κ. Μητσοτάκης στην ερώτηση δημοσιογράφου για ποιόν λόγο ανάμεσα στους 22 υπουργούς μόλις δύο είναι γυναίκες και από τα συνολικά 51 μέλη του υπουργικού συμβουλίου οι γυναίκες ανέρχονται σε πέντε: «Δυστυχώς δεν υπάρχουν τόσες γυναίκες που θα ενδιαφέρονταν να ασχοληθούν με την πολιτική». Πιθανότατα δηλαδή να έδινε μια απάντηση που αναπαράγει έμφυλα στερεότυπα και αποκαλύπτει την απραγία ή απροθυμία των δεξιών και συντηρητικών κυβερνήσεων απέναντι στην πάλη για την έμφυλη ισότητα.

Η απόδοση έμφυλων χαρακτηριστικών και η αναπαραγωγή σεξιστικών στερεοτύπων που οδηγούν σε σεξιστικούς φραγμούς, διακρίσεις και καταπιέσεις αναγνωρίζεται και στην χαρακτηριστική φράση της Μ. Θάτσερ με την οποία η ΓΓΙΦ επέλεξε να κλείσει την δημοσίευση της. Η φράση: «Στην πολιτική, αν θέλεις να ειπωθεί κάτι, ζήτα το από έναν άντρα. Αν θέλεις να γίνει κάτι, ζήτα το από μια γυναίκα», που αποδίδεται στην Μ. Θάτσερ λειτουργεί με ακριβώς αυτόν τον τρόπο.

Ακόμα και στην σφαίρα της πολιτικής ζωής οι έμφυλοι ρόλοι καθορίζουν τις ικανότητες και την αποτελεσματικότητα των υποκειμένων. Μπορεί η συγκεκριμένη σεξιστική φράση να δρα «πριμοδοτικά» για την αποδοτικότητα της γυναίκας στην δράση έναντι του άντρα, στην πραγματικότητα όμως αναπαράγει σεξιστικούς διαχωρισμούς. Μια τέτοια φράση δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να περιέχεται σε έναν αντισεξιστικό λόγο που μάχεται για την ισότητα των φύλων, όπως  οφείλει να είναι ο λόγος της Γενικής Γραμματείας. Και σίγουρα δεν προσιδιάζει τον φεμινιστικό λόγο, ο οποίος δεν αποσκοπεί στον έμφυλο ανταγωνισμό και την ανάδειξη του γυναικείου φύλου ως «αποδοτικότερου».

Για ποιόν λόγο λοιπόν επιλέγει η ΓΓΙΦ να προβάλλει μια γυναίκα δηλωμένη αντιφεμινίστρια και να αναπαράγει έναν ξεκάθαρα σεξιστικό λόγο;

Η απάντηση ενδεχομένως να μπορεί να βρεθεί στην ίδια την ιστορία του φεμινιστικού κινήματος. Ήδη από τις δεκαετίες του 60 και του 70 είχε γίνει σαφές στους ιστορικούς της εποχής πως η γυναικεία ιστορία δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένη από τους υπόλοιπους κοινωνικούς, οικονομικούς, φυλετικούς και ταξικούς αγώνες. Αντιθέτως, οι γυναικείες προσπάθειες για την ένταξη τους στην δημόσια σφαίρα, για την αυτοργάνωση τους (π.χ. σουφραζέτες) μακριά από πατερναλισμούς, για τη διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων, ευκαιριών και οικονομικών απολαβών, για ορατότητα και ισότιμη συμπερίληψη τους δεν εντάσσονται σε μια διακριτή και υποθετική «γυναικεία σφαίρα» απομονωμένη από όλες τις υπόλοιπες ιστορικές σφαίρες. Η ανάγνωση των αγώνων ως ασύνδετων, ανεξάρτητων και πλήρως διακριτών σφαιρών εντός της δημόσιας σφαίρας οδηγεί μονάχα στην αποσιώπηση όλων των υπολοίπων παραγόντων που επηρεάζουν έμμεσα και άμεσα το υπό μελέτη ιστορικό αντικείμενο. Η αποσιώπηση αυτή μπορεί να γίνεται ακούσια, ή μπορεί να εξυπηρετεί τις επιδιώξεις του «μελετητή της ιστορίας».

Συγκεκριμένα, η Linda Kerber υποστήριζε πως η προσέγγιση της γυναικείας ιστορίας ως μια ανεξάρτητη και αυτοτελή σφαίρα επιτρέπει στους ιστορικούς την αγνόηση της σχέσης της φυλετικής καταπίεσης με τους γυναικείους αγώνες. Με άλλα λόγια, η ιστορία του φεμινιστικού κινήματος δεν είναι η συρραφή μεμονωμένων γυναικείων ιστοριών και προσωπικοτήτων. Η ιστορία της πάλης για την ισότητα των φύλων είναι πεπλεγμένη με την αντιρατσιστική πάλη, με την πάλη για την καταπολέμηση των ανισοτήτων, με την πάλη για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η ίδια η πάλη για την ισότητα και τον φεμινισμό έχει ξεκάθαρες πολιτικές ρίζες και ιδεολογικό προσανατολισμό. Γιατί δεν έχει κανένα νόημα η ισότητα μεταξύ φύλων εάν δεν πλαισιώνεται από την ισότητα μεταξύ ανθρώπων, ανεξαρτήτου φυλής, κοινωνικής και οικονομικής θέσης. Και αυτό διότι οι σεξιστικοί φραγμοί και καταπιέσεις ήταν, και είναι, διαλεκτικά συνδεδεμένοι με τις ταξικές, φυλετικές και οικονομικές καταπιέσεις και εκμετάλλευση.

Ο φεμινισμός και η πάλη για την ισότητα των φύλων βρίσκονται αναγκαστικά σε ευθεία σύγκρουση με τον συντηρητισμό και το δεξί τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Η προσπάθεια χαρακτηρισμού της Μ. Θάτσερ ως γυναικείο πρότυπο, ως υποκείμενο που συνέβαλλε στην πάλη για την ισότητα των φύλων είναι μια ξεκάθαρη λαθροχειρία, ένα ανιστόρητο αφήγημα που προσπαθεί να αποκρύψει τις δομικά ανταγωνιστικές σχέσεις της δεξιάς και συντηρητικής ατζέντας με την πάλη για την ισότητα των φύλων, την πάλη για τα δικαιώματα των ανθρώπων. Η εν λόγω δημοσίευση είναι η αποτύπωση της απόπειρας αποπολιτικοποίησης του φεμινιστικού αγώνα, και η εσκεμμένη διαστρέβλωση των φεμινιστικών και γυναικείων προτύπων. Το γυναικείο φύλο δεν αρκεί ως διαπιστευτήριο για την ανάδειξη των υποκειμένων ως γυναικεία πρότυπα. Πολλές γυναικείες προσωπικότητες δεν αποτελούν γυναικεία/φεμινιστικά πρότυπα, γιατί η δράση τους μόνο απελευθερωτική και υπέρ της ισότητας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο ερώτημα γιατί η ΓΓΙΦ προσπαθεί να ταυτίσει την Μ. Θάτσερ με γυναικείο πρότυπο και αγωνίστρια της ισότητας των φύλων, δύο διαπιστώσεις φαίνεται να είναι βοηθητικές για να μπορεί να ερμηνευτεί η παραπάνω απόπειρα. Πρώτον, η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, η οποία ιδρύθηκε το 1985 και πλέον υπαγόταν στο υπουργείο Εσωτερικών, καταργήθηκε το 2019. Στην θέση της ιδρύθηκε η Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των φύλων η οποία ανήκει πλέον στο υπουργείο Εργασίας, υπενθυμίζοντας μας πως η πολιτική για τη γυναίκα δεν μπορεί να ξεφεύγει του οικογενειακού πλαισίου ή του χώρου εργασίας. Οι ίδιες-οι οι εργαζόμενες -οι της ΓΓΙΦ στην επικριτική/σκληρή τους απάντηση στην εν λόγω δημοσίευση καταδικάζουν την αλλαγή του ονόματος της υπηρεσίας τους.

Και δεύτερον, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που φαίνεται να έχει αρκετά κοινά με την κυβέρνηση της Μ. Θάτσερ τουλάχιστον στα ζητήματα φύλου, εύλογο είναι να αναγκάζεται να υιοθετήσει ένα κομμένο στα μέτρα της και διαστρεβλωμένο «φεμινιστικό» προφίλ. Η Νέα Δημοκρατία, με την πολιτική της στάση απέναντι στην ΓΓΙΦ, αναδεικνύεται εκτός από υπέρμαχο των ταξικών φραγμών και σε υπέρμαχο των σεξιστικών διακρίσεων και καταπιέσεων. Η ίδια η ΓΓΙΦ όμως, με την πλήρη ευθυγράμμιση της με την συντηρητική πολιτική της κυβέρνησης, υποσκάπτει στην ουσία τον σκοπό που οφείλει να υπηρετήσει και αφήνει ακόμα περισσότερο έκθετο το φεμινιστικό και το LGBTQI+ κίνημα. Ο πολιτικός χώρος της Νέας Δημοκρατίας δεν έχει φεμινιστικά πρότυπα να επιδείξει και γι αυτό προσπαθεί να βαφτίζει το κρέας ψάρι, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποτινάξει την φεμινιστική κατακραυγή που δέχεται. 

Δυστυχώς όμως για την κυβέρνηση, η συγκεκριμένη δημοσίευση της ΓΓΙΦ αποκαλύπτει πόσο γυμνή, τυφλή και εχθρική είναι επί της ουσίας απέναντι στις γυναικείες διεκδικήσεις και στον αγώνα για την ισότητα.

* H Νεφέλη Ραψομανίκη είναι φοιτήτρια Φυσικής στο ΑΠΘ

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)