to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Γιατί χρειαζόμαστε τον οικονομικό σχεδιασμό

Στο πλαίσιο της «άνοιξης των ιδεών» που, όπως έχουμε ήδη γράψει, προκαλεί η πανδημία, εκφράζονται κάποιες ριζοσπαστικές απόψεις που για πολλά χρόνια θεωρούνταν περίπου γραφικές λόγω της πολιτικής κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού. Ένα θέμα που βρέθηκε στον πυρήνα των ιδεολογικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων του 20ου αιώνα, αρχίζοντας από το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, κυρίως από τη δεκαετία του 1930, και φτάνοντας μέχρι και τη δεκαετία του 1970, είναι ο οικονομικός σχεδιασμός.


Ανεξάρτητα από τις θεωρητικές διαμάχες για τη μορφή του (συγκεντρωτικός, αποκεντρωτικός, συμμετοχικός, ενδεικτικός κ.λπ.) που ήταν προφανώς συνδεδεμένες με το ανταγωνιστικό δίπολο καπιταλισμός-σοσιαλισμός, και τους τρόπους εφαρμογής του (κεντρικός σοβιετικού τύπου-τον οποίο εφάρμοζαν με κάποιες διαφορές όλες οι χώρες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, σοσιαλδημοκρατικός ή φιλελεύθερος-γαλλικός, βρετανικός, σουηδικός και γενικότερα δυτικοευρωπαϊκός, ασιατικός καπιταλιστικός-δημοκρατικός στην Ινδία, αυταρχικός σε Νότια Κορέα, Σιγκαπούρη, Μαλαισία), ο οικονομικός σχεδιασμός αμφισβήτησε περισσότερο ή λιγότερο την υπεροχή του μηχανισμού της αγοράς στην κατανομή των οικονομικών πόρων. Βασικό χαρακτηριστικό του ήταν ο κρατικός παρεμβατισμός που στα καπιταλιστικά καθεστώτα έφτανε ορισμένες φορές μέχρι και σε εθνικοποιήσεις βασικών τομέων της οικονομίας.
Σήμερα δημοσιεύουμε ένα μεγάλο απόσπασμα άρθρου των Λι Φίλιπς και Μιχάλ Ροζβόρσκι με τίτλο «Why We Need Central Planning», που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του αγγλικού περιοδικού Tribune, στις 31 Μαρτίου 2020 (https://tribunemag.co.uk/2020/03/why-we-need-economic-planning). Ως συνήθως, το πλήρες κείμενο θα δημοσιευθεί στον ιστότοπο της Εποχής.
Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η πανδημική κρίση ανέδειξε έντονα και για άλλη μια φορά την ανάγκη ενός νέου (οικο-σοσιαλιστικού) οικονομικού μοντέλου, που θα βασίζεται στην ικανοποίηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου και όχι στο κέρδος και τις αγορές-δηλαδή την ανάγκη να υπάρξει μια μετα-καπιταλιστική «οικονομία των αναγκών», όπως έλεγε κάποτε κάποια τάση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Συμφωνώ.

Χ.Γο.

Στα χαρακώματα δεν υπάρχουν άθεοι (υπό την έννοια ότι εκεί όλοι προσεύχονται να γλυτώσουν, ΣτΜ), όπως λέει το γνωμικό, αλλά κατά τα φαινόμενα ούτε νεοφιλελεύθεροι.

Η πανδημία του Covid-19 έχει μεταβάλει μέσα σε μια νύχτα τις μόνιμες μαζορέτες του ιδιωτικού τομέα σε παθιασμένους κρατιστές που ιδιωτικοποιούν το ένα και επιτάσσουν το άλλο για να σταματήσουν την εξάπλωση της λοίμωξης. Μετά από τέσσερις δεκαετίες εφαρμογής της αρχής του laisser faire από κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων, η άποψη ότι ο ιδιωτικός τομέας ξέρει καλύτερα, είναι πιο ευκίνητος, πιο καινοτόμος, πιο αποδοτικός, και ότι ο ρόλος της κυβέρνησης είναι να μην μπαίνει εμπόδιο στο θαύμα της κατανομής των πόρων από την ελεύθερη αγορά έχει πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, έστω και αν κανένας από όλους αυτούς τους νεοπροσήλυτους στον κρατικό παρεμβατισμό δεν είχε τον χρόνο ή την προθυμία να πει ένα mea maxima culpa.
Η νέα και πολύ ξαφνική κρατική παρέμβαση συνιστά μια ενστικτώδη, αλλά όχι ρητή υιοθέτηση στην πράξη της ιστορικής κριτικής που έκανε και κάνει η Αριστερά στην αγορά: αυτό που είναι επωφελές για το κοινωνικό σύνολο, αλλά μη κερδοφόρο ή λιγότερο κερδοφόρο από το επιθυμητό, δεν παράγεται, ενώ αυτό που είναι επιζήμιο για το κοινωνικό σύνολο, αλλά κερδοφόρο, συνεχίζει να παράγεται.
Η αγορά είναι λιγότερο ανήθικη από όσο είναι αμοραλιστική (δηλαδή δεν ενδιαφέρεται αν κάτι είναι καλό ή κακό, ΣτΜ). Οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων δεν είναι κακοί άνθρωποι, είναι αιχμάλωτοι ενός συστήματος που δεν τους επιτρέπει να υπηρετούν το κοινό καλό αν δεν έχουν κέρδος, οπότε αναγκαστικά βάζουν λουκέτο. Η Αριστερά υποστηρίζει διαχρονικά το επιχείρημα ότι, ακριβώς λόγω του αμοραλισμού της, η αγορά κατανέμει πολύ άσχημα τους κοινωνικούς πόρους. Όμως σε περιόδους έκτακτης ανάγκης ή πολέμου, όταν ο χρόνος έχει σημασία, ακόμα και η Δεξιά θεωρεί ότι αυτός ο αμοραλισμός, αυτή η νωθρή αδιαφορία της αγοράς, είναι εμπόδιο σ’ αυτά που πρέπει να γίνουν.

Η αντιμετώπιση της κρίσης

Η υγειονομική περίθαλψη είναι μια από τις σημαντικότερες ανθρώπινες ανάγκες και η ύπαρξη ή έλλειψή της σε μια πανδημία είναι η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Από την πλευρά τους, οι νοσοκομειακοί γιατροί και οι ερευνητές είχαν προειδοποιήσει από καιρό ότι η αγορά δεν πρόσφερε κίνητρα στις ιδιωτικές φαρμακευτικές εταιρείες, για να πραγματοποιήσουν έρευνες με στόχο τη θεραπευτική αντιμετώπιση ενός πιθανού νέου κορωνοϊού, κάτι που ήταν αναγκαίο μετά τις προηγούμενες επιδημίες των ιών SARS και MERS. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον παράδεισο της ιδιωτικής υγείας, σήμερα πολύ περισσότερο από ποτέ, η μεγάλη πλειοψηφία αναγνωρίζει ότι η δημόσια υγειονομική περίθαλψη είναι προφανώς αναγκαία για την αντιμετώπιση του φόβου που προκαλεί στον πληθυσμό το κόστος του ιατρικού ελέγχου και της θεραπείας. Έχει γίνει σαφές με ένα βίαιο τρόπο ότι η φροντίδα υγείας δεν μπορεί να παρέχεται στη βάση οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου, πέραν αυτού της κάλυψης των υγειονομικών αναγκών. Αν δεν προστατεύονται όλοι και όλες από τον ιό, δεν προστατεύεται κανένας και καμία.
Στις χώρες με δημόσια συστήματα υγείας, οι περικοπές στη χρηματοδότησή τους και η διολίσθηση στην ιδιωτικοποίηση, από τη δεκαετία του 1980, είχαν ως αποτέλεσμα έναν τραγικά ανεπαρκή αριθμών κρεβατιών και εκπαιδευμένου προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία. Αυτό ήταν ένα θανάσιμο λάθος που το κράτος με την παρέμβασή του στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, ακόμα και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, προσπαθεί τώρα να διορθώσει όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Ο λόγος της κρατικής παρέμβασης είναι απλούστατα ότι αν η αγορά αφεθεί στους δικούς της μηχανισμούς μπορεί να μην είναι ικανή να μας προσφέρει αυτά που χρειαζόμαστε, εδώ και τώρα. Ακόμα και αν για κάποιες κατηγορίες εμπορευμάτων οι δρώντες της αγοράς θα κατάφερναν κάποια στιγμή να ανταποκριθούν στη νέα ζήτηση, δεν έχουμε τη χρονική πολυτέλεια να τους περιμένουμε.
Όμως το γεγονός ότι οι ελίτ φαίνεται να αναγνωρίζουν την αδυναμία της αγοράς να ικανοποιήσει τις ανάγκες της κοινωνίας κάποια συγκεκριμένη στιγμή, λόγω του αμοραλισμού και της βραδύτητας των αντιδράσεών της, δεν σημαίνει ότι έχουν θεραπευτεί πλήρως από το νεοφιλελευθερισμό. Ο στόχος του σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης και του συνειδητού συντονισμού που εμφανίστηκαν στην πανδημία είναι η σωτηρία του συστήματος και η επιστροφή μετά το τέλος της κρίσης στην «κανονικότητα» της οικονομίας της αγοράς. Το ερώτημα για όσες και όσους ανήκουμε στην Αριστερά είναι αν μπορούμε να κρατήσουμε το τζίνι έξω από το μπουκάλι.

Ένα σχέδιο του 21ου αιώνα

Η μεταπολεμική ιστορία της εκβιομηχάνισης και της ανάπτυξης στην Ανατολική Ασία, με κυρίαρχο το ρόλο του κράτους και συνήθως σκληρή καταπίεση των εργατών, κληροδότησε σ’ αυτήν την περιοχή μια εντυπωσιακή ικανότητα να ενεργήσει εκτός αγοράς για την αντιμετώπιση της τρέχουσας πανδημίας. Έτσι, ενώ υπάρχουν πολλές πλευρές της αντιμετώπισης της πανδημίας από την Κίνα στις οποίες σωστά θα μπορούσαμε να ασκήσουμε κριτική, η κατασκευή μέσα σε λίγες μέρες νέων νοσοκομείων στη Γιουχάν ήταν ένα θαύμα του 21ου αιώνα. Η άρνηση της καταπάτησης των δικαιωμάτων και της ασφάλειας των εργατών που συνέβησαν εκεί, σύμφωνα με καταγγελίες ακτιβιστών για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων, δεν είναι αυτό που εμποδίζει την πραγματοποίηση ανάλογων επιτευγμάτων στη Δύση. Το εμπόδιο είναι τα υπολείμματα του νεοφιλελευθερισμού, ή κατά τον φιλόσοφο Μαρκ Φίσερ η ανυπαρξία αντανακλαστικών του «καπιταλιστικού ρεαλισμού», η πλήρης ανικανότητα αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις να πιστέψουν ότι μπορεί να γίνει κάτι σαν κι αυτό που έγινε στην Κίνα: «Ξέρουν ότι τα πράγματα είναι άσχημα, αλλά πιο πολύ ξέρουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση». Κι όμως μια ανάλογη εντυπωσιακή επέκταση των υποδομών στον τομέα της υγείας θα μπορούσε να γίνει εύκολα και στη Δύση μέσα σε λίγες μέρες, με την τήρηση βέβαια των απαραίτητων μέτρων προστασίας των εργατών και ένα γενναιόδωρο επίδομα επικίνδυνης εργασίας.
Το ζήτημα είναι αν μπροστά στις πιεστικές απαιτήσεις που δεν μπορεί να καλύψει η αγορά οι κυβερνήσεις θα έχουν τα μέσα να διευθύνουν με αυτοπεποίθηση την οικονομία κάθε φορά που αυτό είναι αναγκαίο, και όχι απρόθυμα και μόνο ad hoc όταν εμφανίζονται ακραίες καταστάσεις ανορθολογικής παραγωγής. Εδώ μπαίνουν διάφορα θέματα. Το πρώτο είναι ότι ο οικονομικός σχεδιασμός πρέπει να είναι στην υπηρεσία όλων. Ας αρχίσουμε με ένα παράδειγμα από την κρίση: την κρατική παρέμβαση στην εφοδιαστική αλυσίδα της στέγης και των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας. Μια πιθανή αναστολή της πληρωμής ενοικίου από ιδιώτες και μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις απαιτεί την αναστολή πληρωμής και των δόσεων των στεγαστικών δανείων. Με τη σειρά της, η αναστολή πληρωμής των δόσεων των στεγαστικών δανείων απαιτεί την «εθνικοποίηση των απωλειών» του τραπεζικού συστήματος, ενώ η αναστολή της πληρωμής των λογαριασμών των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας απαιτεί την αναστολή των υποχρεώσεων που έχουν απέναντί τους οι προμηθευτές τους και οι προμηθευτές των προμηθευτών τους. Ελάχιστοι φαίνεται να κατανοούν ότι με τον τρόπο αυτό το κράτος ξαφνικά ρυθμίζει τα πάντα. Είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο;
Δεύτερον, η απο-εμπορευματοποίηση, δηλαδή η απόσπαση ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας από τα δεσμά των αγοραίων σχέσεων, είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την επίτευξη μιας ορθολογικής κατανομής. Η εθνικοποίηση δεν είναι από μόνη της σοσιαλισμός. Επιπλέον, η απο-εμπορευματοποίηση πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία όλων. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε εταιρεία και για κάθε τομέα που διασώζεται το αντάλλαγμα πρέπει να είναι η μόνιμη συμμετοχή του δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο. Γενικώς, για κάθε παροχή βοήθειας πρέπει να υπάρχει μια αντιπαροχή. Οι επιλογές περιλαμβάνουν την τοποθέτηση εργατικών εκπροσώπων στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών, την άμεση διακοπή της παροχής μπόνους στα ανώτερα στελέχη, την κρατική συμμετοχή στις επενδυτικές αποφάσεις, την ελεύθερη άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος, και μια μεγάλη μείωση του μισθολογικού χάσματος μεταξύ διευθυντικών στελεχών και απλών υπαλλήλων ή εργατών.
Τρίτον, ενώ η εθνικοποίηση γενικώς σημαίνει την υπαγωγή στο κράτος μιας επιχείρησης μπορεί επίσης να σημαίνει εθνικισμό, με την έννοια ότι κάποιοι έχουν την άποψη πως η μεταφορά μιας επιχείρησης στο δημόσιο γίνεται για να ωφελήσει μόνο αυτούς που ανήκουν στο εθνικό κράτος. Η διοίκηση Τραμπ προσπάθησε να εξαγοράσει μια γερμανική εταιρεία που έκανε έρευνες για την ανακάλυψη εμβολίου κατά του κορωνοϊού, έτσι ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν την αποκλειστική πρόσβαση σ’ αυτό. Η Κίνα απαγόρευσε σε μια μεγάλη εγχώρια εταιρεία κατασκευής μασκών τύπου N-95 να τις εξαγάγει από τη χώρα. Η Γαλλία εξαγόρασε τις εταιρείες προμήθειας ιατρικού εξοπλισμού, με στόχο τα οφέλη της εθνικοποίησης να τα καρπωθεί μόνο η ίδια.
Οφείλουμε λοιπόν να εξασφαλίσουμε ότι από την στιγμή που μια επιχείρηση περιέρχεται στα χέρια του δημοσίου, ειδικά αν αυτή ασχολείται με φάρμακα ή ιατρικό εξοπλισμό, τα αγαθά ή οι υπηρεσίες της θα κατανέμονται διεθνώς με βάση τις ανάγκες και όχι την εθνικότητα. Αυτό δεν πρέπει να γίνει μόνο για λόγους δικαιοσύνης, αλλά και γιατί από τη στιγμή που οι παθογόνοι οργανισμοί δεν χρειάζονται διαβατήρια προκειμένου να περνούν τα σύνορα η φροντίδα στη βάση των αναγκών, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία παρέχεται, είναι προς το συμφέρον όλων των χωρών.
Τέταρτον, υπάρχει ο πειρασμός σε κάθε κατάσταση έκτακτης ανάγκης να περνάμε κατ’ ευθείαν από την εθνικοποίηση στην στρατιωτικοποίηση. Το Ισραήλ πρόκειται να χρησιμοποιήσει την αντιτρομοκρατική τεχνολογία επιτήρησης της Γενικής Υπηρεσίας Ασφάλειας, Σιν Μπετ, στην οποία περιλαμβάνεται και η παρακολούθηση τηλεφώνων σε πραγματικό χρόνο, για να διαπιστώνει παραβιάσεις της καραντίνας και να εντοπίζει τις κινήσεις και τις επαφές των νοσούντων από τον ιό.
Σε μια στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του κόσμου έχει τεθεί σε κάποιας μορφής περιορισμό ή απαγόρευση της κυκλοφορίας, και οι πιο επιτυχείς προσπάθειες καταπολέμησης της λοίμωξης στην Ασία επιτελούνται με υψηλής ποιότητας τεχνολογίες επιτήρησης, είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ να επαγρυπνούμε για να αποφύγουμε την υποβάθμιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών μας. Παρά το γεγονός ότι η τήρηση της κοινωνικής απόστασης είναι απαραίτητη για την εξομάλυνση της καμπύλης διασποράς του ιού, όταν λήξει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης οι κυβερνήσεις ακόμα και των πιο δημοκρατικών χωρών δύσκολα θα εγκαταλείψουν τον κρατικό έλεγχο στην κίνηση των πολιτών, ο οποίος σημείωσε καλπάζουσα πρόοδο αυτήν την περίοδο. Το κράτος της επιτήρησης μπορεί να είναι ένα κράτος που εφαρμόζει τον οικονομικό σχεδιασμό, αλλά δεν είναι αναγκαστικά ένα ελεύθερο και δημοκρατικό κράτος. της

Κάτι περισσότερο από ένα μέτρο έκτακτης ανάγκης

Τέλος, βγαίνοντας από την πανδημική κρίση πρέπει να έχουμε κατανοήσει ότι ο οικονομικός σχεδιασμός δεν είναι κατάλληλος μόνο για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, αλλά ότι ακριβώς η αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων είναι η απόδειξη ότι εξασφαλίζει μια πιο ορθολογική κατανομή των πόρων από εκείνη της αγοράς. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση των εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου που κινδυνεύουν με χρεοκοπία εξ αιτίας της κατάρρευσης της ζήτησης. Η διάσωση και η μεταφορά τους στο δημόσιο θα παρείχε πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες αλλαγής του παραγωγικού προσανατολισμού τους με την ένταξή τους σε μια οικονομία μηδενικού άνθρακα από εκείνες που θα υπήρχαν αν αυτές οι εταιρείες παρέμεναν στον ιδιωτικό τομέα. Το ίδιο ισχύει και για τις αεροπορικές εταιρείες.
Πριν από την πανδημία υπήρχε ήδη επείγουσα ανάγκη, η οποία είχε γίνει κατανοητή και πέραν της Αριστεράς, για μια δέσμη κινήτρων με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικής δραστηριότητας μέσω ενός Πράσινου Νιου Ντιλ ή μιας Πράσινης Βιομηχανικής Επανάστασης που θα είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας, δημόσιας και καθαρής ενεργειακής υποδομής κολοσσιαίων διαστάσεων. Όταν τελειώσουν όλα αυτά που περνάμε, η ανάγκη ενίσχυσης των οικονομιών από τις κυβερνήσεις θα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Αυτή πρέπει να γίνει με τη μορφή ενός σοβαρού, σχεδιασμένου παραγωγικού αναπροσανατολισμού που θα στηρίζεται όλο και λιγότερο στα ορυκτά καύσιμα. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνουν διασώσεις ή οι εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών αν δεν γίνει κατανοητό ότι μόλις, με το καλό, λήξει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της πανδημίας πρέπει αντιμετωπίσουμε την άλλη, επερχόμενη με βραδύτερους ρυθμούς, πλανητική κατάσταση έκτακτης ανάγκης (λόγω της κλιματικής αλλαγής, ΣτΜ), η οποία απαιτεί και αυτή την εφαρμογή πολιτικών ενταγμένων στο οικονομικό σχεδιασμό.
Ο Πήτερ Γκάουαν σε μελέτη του για λογαριασμό του θινκ-τανκ People’s Policy Project σημειώνει ότι η εθνικοποίηση των τραπεζών είναι κάτι πολύ συνηθισμένο λόγω της περιοδικότητας των χρηματοπιστωτικών κρίσεων από τη δεκαετία του 1980-στη Νορβηγία, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, το Μεξικό, το Ισραήλ και το Βέλγιο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι στους καλούς καιρούς οι τράπεζες έχουν τεράστια κέρδη, ενώ στους κακούς καιρούς τις ζημιές του πληρώνει η κοινωνία, προκειμένου να ιδιωτικοποιηθούν πάλι το ταχύτερο δυνατόν. Αυτοί που ευθύνονται για το τελευταίο κραχ έχουν στη μεγάλη πλειοψηφία τους διατηρήσει τα μπόνους τους, τις βίλες τους, και τα γιοτ τους. Ε, λοιπόν, κάποτε πρέπει η κρατική ιδιοκτησία να γίνει μόνιμη ώστε να εξυπηρετεί το γενικό καλό και να εξασφαλίζει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει να μετασχηματιστεί σε μια υπηρεσία κοινής ωφέλειας.
Η απότομη στροφή προς διάφορες μορφές οικονομικού σχεδιασμού που γίνεται αυτήν την περίοδο από κυβερνήσεις όλων των πολιτικών απόψεων σηματοδοτεί ενδεχομένως κάποια μετακίνηση από το νεοφιλελευθερισμό της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», ΣτΜ) των προηγούμενων τεσσάρων δεκαετιών. Αλλά για όσους και όσες υποστηρίζουν μια πιο ελεύθερη και ίση κοινωνία από μόνος του ο οικονομικός σχεδιασμός δεν είναι λόγος πανηγυρισμού, όσο και αν αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητά του. Στο δρόμο που έχουμε μπροστά μας εξακολουθούν να υπάρχουν πάρα πολλές επικίνδυνες παγίδες.

Μετάφραση-επιμέλεια: Χάρης Γολέμης

*Ο Λι Φίλιπς (Leigh Phillips) είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας και ο Μιχάλ Ροζφόρσκι (Michal Rozworski) είναι ερευνητής σε συνδικαλιστικά θέματα, με έδρα τον Καναδά. Οι δύο έχουν συγγράψει από κοινού το βιβλίο People‘s Republic of Walmart (Verso, 2018).

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)