to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

14:17 | 18.06.2018

πηγή: Στο Κόκκινο

Πολιτική

Έφη Αχτσιόγλου: Αποκαλυπτική της υποκρισίας που χαρακτηρίζει τη ΝΔ η συζήτηση στη Βουλή

Η συζήτηση που διεξήχθη στη Βουλή για το «Μακεδονικό» ζήτημα ήταν «αποκαλυπτική της υποκρισίας» που χαρακτηρίζει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και που «είναι πρωτίστως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτή τη στιγμή στη Νέα Δημοκρατία κουμάντο κάνει μία ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματος». Αυτό τόνισε μιλώντας στο Κόκκινο Θεσσαλονίκης η υπουργός Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου.


Με αφορμή τα όσα είπε στη Βουλή ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Κωνσταντίνος Μπαρμπαρούσης, ο οποίος κάλεσε τον στρατό να συλλάβει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρωθυπουργό, η κα Αχτσιόγλου σχολίασε πως «η ΝΔ με τον τρόπο που αποφάσισε -ψαρεύοντας στα θολά νερά του εθνικισμού- να οξύνει αυτό το θέμα και να το θέσει με αυτούς τους όρους, τελικά επέτρεψε και στη Χρυσή Αυγή να διατυπώσει τέτοιες εκφράσεις. Όταν η ΝΔ μιλά για εθνική προδοσία και για μειοδότες, τότε η Χρυσή Αυγή θα μιλήσει για αυτά που μίλησε».

Η υπουργός Εργασίας συμφώνησε στην εκτίμηση ότι η αξιωματική αντιπολίτευση θα σταθεί ενάντια σε ο,τιδήποτε με στόχο να πέσει η κυβέρνηση, σημειώνοντας πως αυτό φάνηκε και από την πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε η ΝΔ σε μία χρονική στιγμή την οποία χαρακτήρισε «εντελώς άκαιρη», «αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή είναι μία χρονική στιγμή που συνδυάζονται δύο πολύ μεγάλα γεγονότα: πρώτον, ότι ολοκληρώνεται το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και αυτό είναι πραγματικά ιστορική στιγμή για τη χώρα και δεύτερον, ότι επιλύεται ένα μείζον εθνικό ζήτημα που ταλάνιζε τη χώρα για 25 χρόνια». «Αυτή τη χρονική στιγμή η Νέα Δημοκρατία επιλέγει να χρησιμοποιήσει το πιο έντονο εργαλείο που διαθέτει ως αξιωματική αντιπολίτευση, την πρόταση δυσπιστίας», συνέχισε, σημειώνοντας πως «νομίζω πως αυτή η κίνηση είναι που θα καταγραφεί ως πολιτικά γραφική».

Ερωτηθείσα εάν η συμφωνία θα πιστωθεί ή θα χρεωθεί στον πρωθυπουργό και τον ΣΥΡΙΖΑ, η κα Αχτσιόγλου εξέφρασε την πεποίθησή της πως «θα πιστωθεί» και πως «όποιος είναι καλόπιστος και έχει ανοιχτά αυτιά, μπορεί να ακούσει και να καταλάβει γιατί αυτή η συμφωνία είναι εξαιρετικά θετική». Συγκεκριμένα ανέφερε πως «το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία είναι εξαιρετικά θετικό, είναι ιστορικό γεγονός, επιλύεται ένα πρόβλημα που ταλάνιζε τις σχέσεις των δύο χωρών για πάνω από 25 χρόνια, που σκόρπισε τοξικές αναθυμιάσεις σε όλα τα Βαλκάνια και στις σχέσεις μεταξύ δύο λαών και επιλύεται με έναν τρόπο που προστατεύει απολύτως τα εθνικά συμφέροντα μας, είναι βασισμένη στις αρχές της αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας των δύο λαών, προστατεύει και τη δικιά μας ιστορία και ανοίγει μία νέα σελίδα για την επωφελή συνεργασία των δύο χωρών». Επίσης, όπως συμπλήρωσε, «οι όροι με τους οποίους γίνεται αυτή η συμφωνία σέβονται απολύτως την εθνική γραμμή όπως έχει αυτή χαραχθεί από το 2008 και μετά στην Ελλάδα» για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων και επιπλέον «υπάρχουν πρόσθετα στοιχεία που διασφαλίζουν τη χώρα μας» και έχουν μεγάλη σημασία, όπως η συνταγματική αναθεώρηση «η γείτονα χώρα θα πρέπει να αλλάξει στο σύνταγμά της αλλά και μια σειρά από άλλα στοιχεία μεταξύ των οποίων η διαγραφή οποιασδήποτε φράσης μπορεί να έχει αλυτρωτικό χαρακτήρα».

Σχετικά με τις αντιδράσεις που υπάρχουν, η κα Αχτσιόγλου τόνισε πως έχει «πλήρη συναίσθηση της ευαισθησίας του θέματος και της ευαισθησίας ενός πολύ μεγάλου μέρους των Ελλήνων πολιτών απέναντι στο ζήτημα αυτό, ιδίως αυτών που κατάγονται ή που ζουν στη βόρεια Ελλάδα».  «Νομίζω ότι πραγματικά οποίος έχει διάθεση να ακούσει και να δει τη συμφωνία, θα καταλάβει ότι είναι μία πάρα πολύ καλή συμφωνία, μία επωφελής συμφωνία και για τη χώρα μας και για τη συνεργασία των δύο λαών» και τόνισε πως τα επιχειρήματα υπέρ της διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων είναι συντριπτικά. Ωστόσο, συνέχισε, «όποιος είναι εκ των προτέρων διατεθειμένος να είναι αρνητικός απέναντι στο γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία, τότε κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσω να τον πείσω».

Σε σχετική ερώτηση, η κα Αχτσιόγλου απέρριψε τον ισχυρισμό του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας ότι «η απόρριψη της συμφωνίας θα επικυρωθεί στις εκλογές», υπογραμμίζοντας πως «ο πρωθυπουργός της χώρας όπως και ο υπουργός Εξωτερικών έχουν την αρμοδιότητα εκ του συντάγματος, αλλά και από τη σύμβαση της Βιέννης που διέπει το δίκαιο των διεθνών συνθηκών, να υπογραφούν διεθνείς συμβάσεις και αυτό έγινε χθες». Επίσης ανέφερε πως «υπάρχουν μία σειρά από διαδικασίες που θα πρέπει να τηρηθούν για να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία», και συγκεκριμένα η επικύρωση της συμφωνίας στη Βουλή της γειτονικής χώρας, η συνταγματική αναθεώρηση και η επικύρωσή της στην ελληνική Βουλή.

Παράλληλα, η κα Αχτσιόγλου χαρακτήρισε τη συζήτηση στη Βουλή «αποκαλυπτική της υποκρισίας που χαρακτηρίζει τη Νέα Δημοκρατία στο ζήτημα αυτό», σημειώνοντας πως με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν αποδείχτηκε πως «η θέση που κρατούσε η ΝΔ τα προηγούμενα χρόνια επί των διαφόρων κυβερνήσεων της στη διαπραγμάτευση για το συγκεκριμένο θέμα ήταν μία θέση η οποία είχε επί της αρχής τα χαρακτηριστικά της εθνικής γραμμής και ήταν πολύ λιγότερο απαιτητική σε μία σειρά από άλλα ζητήματα που αφορούσαν τη γλώσσα ή την ιθαγένεια, υπηκοότητα κλπ- πράγματα τα οποία αυτή τη στιγμή διευθετούνται με ένα θετικότερο τρόπο για τον ελληνικό λαό και την ιστορία του». «Η υποκρισία που διακρίνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης» στη συζήτηση αυτή, τόνισε η κα Αχτσιόγλου «δεν είναι τυχαία», επισημαίνοντας πως «είναι πρωτίστως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι αυτή τη στιγμή στη Νέα Δημοκρατία κουμάντο κάνει μία ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματος η οποία δεν έχει σχέση ούτε με τη φιλελεύθερη παράδοση του συντηρητικού κόμματος, ούτε με την ευρωπαϊκή του διάσταση, ούτε με τον αντι-λαϊκισμό που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να έχει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης».

Σχολιάζοντας την άποψη ότι υπάρχει σύνδεση της συμφωνίας με την πΓΔΜ με το ελληνικό χρέος, η υπουργός Εργασίας επισήμανε πως «τα ζητήματα αυτά είναι εντελώς διακριτά». «Το μακεδονικό ζήτημα ακολούθησε μία εξέλιξη διαπραγματεύσεων» σημείωσε και στάθηκε στο ότι «ο πρωθυπουργός στην αρχή της χρονιάς είπε ενημερώνοντας και τους πολιτικούς αρχηγούς ότι εδώ διαβλέπω ένα παράθυρο ευκαιρίας για τη χώρα, έχουμε από την άλλη πλευρά έναν πρωθυπουργό ο οποίος έρχεται με νέο πνεύμα στη συμφωνία, διατεθειμένος να απαλλαγεί από τις εθνικιστικές εξάρσεις του παρελθόντος και βλέπω ότι υπάρχει μία ιστορική ευκαιρία για να υπάρξει μία συμφωνία- πράγμα το οποίο αποδείχτηκε και αληθές».

Από την άλλη, όσον αφορά το ζήτημα του ελληνικού χρέους, σημείωσε πως «είχε προδιαγραφεί αρκετό καιρό πριν. Η πιο κομβική στιγμή ήταν πέρυσι στο Eurogroup του Ιουνίου όπου καθορίστηκαν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, καθορίστηκε και ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που αφορά το χρέος δηλαδή το ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο δεν μπορούν να ξεπερνάνε το 15% του ΑΕΠ της χώρας και καθαρίστηκε με τη λήξη του προγράμματος που έρχεται σε δύο μήνες θα εφαρμοστούν και τα λεγόμενα μέσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος». Όπως σημείωσε η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη και σε λίγες ημέρες θα υπάρξει οριστική απόφαση αφορά στην επιμήκυνση των ωριμάνσεων των ελληνικών ομολόγων, υπογραμμίζοντας πως «μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι». «Συνολικά έχει διαμορφωθεί μία πολύ καλή δυναμική για τη χώρα μας», «είναι η πιο ευνοϊκή στιγμή σε επίπεδο διαπραγματεύσεων που έχουμε υπάρξει. Υπάρχει μία συμμαχία και πολλών άλλων χωρών υπέρ μας, υπάρχει μία εξαιρετικά θετική εξέλιξη σε ό,τι αφορά τη συζήτηση για τη μεταμνημονιακή εποπτεία -δεν συζητάω για την ολοκλήρωση του προγράμματος που είναι πια προδιαγεγραμμένη- και νομίζω ότι διαμορφώνεται και μία θετική στιγμή και για το ζήτημα ρύθμισης του ελληνικού χρέους».

Τέλος, όσον αφορά τα εργασιακά, η κα Αχτιόγλου επισήμανε πως η κυβέρνηση εργάζεται σε 3 άξονες: Ο πρώτος άξονας αφορά στην επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη χώρα «πράγμα το οποίο έχουμε πλέον εξασφαλίσει απολύτως και τεχνικά για τον Αύγουστο του ‘18». Ο δεύτερος άξονας αφορά την καταπολέμηση της αδήλωτης και της υποδηλωμένης εργασίας και της παραβατικότητας στους χώρους δουλειάς «πράγμα το οποίο είναι αρκετά εμφανές με τον τρόπο που λειτουργούμε και μέσω του ΣΕΠΕ αλλά και μέσω των νόμων που ψηφίζουμε στη Βουλή για το συγκεκριμένο ζήτημα, θωρακίζουμε καλύτερα τα δικαιώματα των εργαζομένων». Ο τρίτος άξονας είναι η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, που «ήταν από τις βασικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ πριν ξεκινήσει την κυβερνητική του θητεία» και «αυτή τη στιγμή κάνουμε την τεχνική δουλειά προκειμένου να μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε μία σταδιακή αύξηση» του κατώτατου μισθού, ακολουθώντας σε γενικές γραμμές το πορτογαλικό μοντέλο.

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)