to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Να αναμετρηθούμε με τον εθνικισμό

«Δεν μπορεί να υπάρξουν άλλωστε συνθήκες ενίσχυσης των δυνάμεων της εργασίας εάν παράλληλα η ακροδεξιά καραδοκεί σε κάθε στροφή της ιστορίας. Αυτό πλέον είναι ιστορικά εμπεδωμένο»


Στην μεταφασιστική Ιταλία, η ακροδεξιά βία και τρομοκρατία συνιστούσε μια συνεχόμενη απειλή για το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας. Η λεγόμενη "στρατηγική της έντασης" αποτέλεσε το βασικό εργαλείο των νεοφασιστών με σκοπό να πληγεί η Αριστερά και η ιταλική δημοκρατία στο σύνολο της.

Τον πλέον καθοριστικό ρόλο ωστόσο για την εμπέδωση και την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος τον έπαιξε το ΚΚΙ με τη στρατηγική του.

Το ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα κατανόησε ότι το ιστορικό διακύβευμα εκείνης της εποχής στο επίπεδο της χώρας του ήταν η αναχαίτιση της ακροδεξιάς. Απομακρύνθηκε λοιπόν από καθοδηγητικά κέντρα που ουδεμία επαφή είχαν με την συγκεκριμένη ιταλική πραγματικότητα και κατάφερε να γίνει ο πλέον ισχυρός κοινοβουλευτικός δημοκρατικός πόλος. Η συγκρότηση ενός αντιφασιστικού μετώπου όπως ήταν λογικό πέρασε μέσα από συμβιβασμούς και συναινέσεις, οι οποίες δεν μπορούν να αξιολογηθούν και να κριθούν παρά μόνο κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες έγιναν.

Μπορεί πάντα η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας να είναι κυρίαρχη σε επίπεδο ανάλυσης για την Αριστερά, πολλές φορές όμως οι αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν σε μια κοινωνία θέτουν επιπλέον αιχμές και προτεραιότητες.

Η επίκληση της ιταλικής πραγματικότητας από το '43 και μετά δεν γίνεται προφανώς με όρους ταύτισης της με την αντίστοιχη ελληνική. Ανάμεσα σε ιστορικές περιόδους και γεωγραφικές περιοχές μπορούν να γίνουν συγκρίσεις, τίποτα και ποτέ όμως δεν είναι ακριβώς ίδιο.

Είναι γεγονός ωστόσο ότι τόσο η μετεμφυλιακή Ελλάδα όσο και η μεταδικτατορική ουδέποτε κατάφερε να βάλει ισχυρά θεμέλια στο δημοκρατικό της πολίτευμα. Όσο λαϊκή, φιλελεύθερη και συναινετική προσπάθησε να εμφανιστεί μετά τη δικτατορία η ελληνική δεξιά, άλλο τόσο δεν κατάφερε να διαρρήξει τις σχέσεις της με το σκοτεινό της παρελθόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι επί πρωθυπουργίας, του θεωρητικά πιο κεντρώου πολιτικού της αρχηγού, η Νέα Δημοκρατία είχε την φυσική και πολιτική ευθύνη για τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα.

Σήμερα το νεοναζιστικό κόμμα βρίσκεται στη Βουλή με 7%, η ακορδεξιά βία κλιμακώνεται, και η ελληνική κοινωνία σε μεγάλο ποσοστό παρουσιάζει συντηρητικά αντανακλαστικά. Παράλληλα ο δεύτερος ισχυρός πόλος του κοινοβουλίου, η ΝΔ, δεν μπορεί να πάρει ξεκάθαρη θέση, φοβούμενος την ανάπτυξη κομμάτων στα δεξιά του, που πιθανόν να τον πλήξουν εκλογικά.

Η ενσωμάτωση ακροδεξιών δυνάμεων ήταν πάγια στρατηγική της ΝΔ. Σήμερα άλλωστε είναι πιο σαφές από ποτέ. Δεν είναι λίγα τα νυν και τα πρώην στελέχη της που όχι μόνο επικρότησαν την φασιστική βία απέναντι στον Μπουτάρη αλλά παράλληλα την υποκίνησαν κιόλας. Όλος αυτός ο ακροδεξιός εσμός ήταν και παραμένει ζωτικό κομμάτι της ΝΔ.

Τεράστια ευθύνη ωστόσο φέρει και το ΠΑΣΟΚ. Ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλωστε με τη στάση του απέναντι στο Μακεδονικό που ενίσχυσε τον ελληνικό εθνικισμό και ναρκοθέτησε μέχρι και σήμερα την επίλυση του. Με αφορμή το Μακεδονικό σήμερα οι ακροδεξιές δυνάμεις προσπαθούν να ανασυνταχθούν και να διευρύνουν την κοινωνική τους επιρροή. Γίνεται λοιπόν σαφές ότι η στάση που κράτησαν τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ τόσα χρόνια ευνόησαν την προσπάθεια περαιτέρω ανάπτυξης που καταβάλει η ακροδεξιά σήμερα.

Η οικονομική κρίση μπορεί να ευνόησε σε μεγάλο βαθμό την ανάδυση του ελληνικού εθνικισμού- όπως και σε παγκόσμιο επίπεδο- τίποτα όμως δεν εγγυάται ότι ο τερματισμός της θα ξαναστείλει την ακροδεξιά στο πολιτικό και κοινωνικό περιθώριο. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε χώρας, καθώς και η ιστορική της πορεία διαμορφώνουν πάντα σε έναν βαθμό τους όρους της κοινωνικής συγκρότησης, της πολιτικής εκπροσώπησης αλλά και της δόμησης και λειτουργίας του κράτους. Η καθαρά οικονομίστικη ανάλυση της εμφάνισης των εθνικισμών στο οποίο επιμένει μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς δεν μπορεί να απαντήσει σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα. Γιατί ο πορτογαλικός ή ο ιρλανδικός εθνικισμός δεν γνώρισαν την ίδια ανάπτυξη με τον ελληνικό; Προφανώς δεν υποτιμάται σε κανέναν βαθμό ο ρόλος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, απλά η ανάλυση δεν μπορεί να είναι τόσο απλοϊκή.

Η Ελλάδα λοιπόν μπορεί να αφήνει πίσω της σιγά σιγά την οικονομική κρίση, οι πληγές που δημιουργήθηκαν όμως καθώς και τα ανοιχτά μέτωπα εδώ και δεκαετίες θα συνεχίσουν να υπάρχουν.

Η Αριστερά σε αυτό το πλαίσιο οφείλει να έχει ως κορυφαία πολιτική προτεραιότητα την εμβάθυνση της δημοκρατίας και την κατοχύρωση και διεύρυνση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η συγκρότηση πραγματικά προοδευτικών μετώπων, ανάγεται σήμερα σε μέσο και αυτοσκοπό.

Η επίλυση του Μακεδονικού, ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας, η εκκοσμίκευση του κρατικού μηχανισμού και η εκκαθάριση του από φασιστικούς θύλακες, ο μετασχηματισμός της δημόσιας παιδείας και η ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών οφείλουν να είναι τα κεντρικά επίδικα πάνω στα οποία θα προκύψουν οι συμμαχίες της μεταμνημονιακής Ελλάδας παράλληλα με την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους και τη δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας. Η ήττα του εθνικικισμού άλλωστε επιτυγχάνεται μόνο στον βαθμό που θασυμβεί τόσο στο επίπεδο του κράτους όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας.

Δεν μπορεί να υπάρξουν άλλωστε συνθήκες ενίσχυσης των δυνάμεων της εργασίας εάν παράλληλα η ακροδεξιά καραδοκεί σε κάθε στροφή της ιστορίας. Αυτό πλέον είναι ιστορικά εμπεδωμένο.

*Μέλος του Κ.Σ. της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)