to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Εργασιακές σχέσεις και ανάπτυξη μετά το τέλος της επιτροπείας

Το νέο αναπτυξιακό πρότυπο δεν μπορεί να στηρίζεται στην ελαστικοποίηση και την υποτίμηση της εργασίας, αλλά στην επένδυση στις γνώσεις και τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού και στην εύλογη απαίτηση τα οφέλη να μοιράζονται δίκαια


Με την οικονομία να κινείται σε ανοδική τροχιά και την ανεργία σε σταθερή πορεία αποκλιμάκωσης, η κυβέρνηση ολοκληρώνει το επόμενο διάστημα την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική, που θα θέσει τις βάσεις για το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της μεταμνημονιακής εποχής, ενώ ταυτόχρονα διαπραγματεύεται με τους δανειστές το πλαίσιο εποπτείας μετά τη λήξη του Mνημονίου, δηλαδή τον βαθμό ελευθερίας στην άσκηση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής την «επόμενη μέρα».

Εύλογα, λοιπόν, οικονομικά συμφέροντα στο εξωτερικό, αλλά κυρίως στο εσωτερικό της χώρας, που οργανώνονται γύρω από τα «κεκτημένα» των Μνημονίων, ανησυχούν για τις ανατροπές που θα μπορούσε να εισάγει η σημερινή κυβέρνηση εάν αποκτήσει μεγάλο βαθμό ελευθερίας μέσω μιας «καθαρής εξόδου» από το τρίτο Μνημόνιο. Στην πολιτική αντιπαράθεση που έχει ήδη ξεκινήσει γύρω από τον τρόπο εξόδου από το τελευταίο και θα αναπτυχθεί γύρω από την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική, το ζήτημα του πώς θα διαμορφωθούν τα επόμενα χρόνια οι εργασιακές σχέσεις -και άρα ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ εργασίας-κεφαλαίου- θα βρεθεί στο επίκεντρο.

Τα δύο πρώτα Μνημόνια. Ριζικές αλλαγές και δημιουργία τετελεσμένων

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, γιατί τα δύο πρώτα Μνημόνια πέρασαν πάνω από τις εργασιακές σχέσεις ως οδοστρωτήρας, με σκοπό όχι μόνο τη μείωση του εργασιακού κόστους κατά 20%, στο όνομα της ανάκτησης απωλειών ως προς την ανταγωνιστικότητα (εσωτερική υποτίμηση), αλλά και για να επιφέρουν μόνιμες αλλαγές, να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Θα το πετύχαιναν εάν η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση δεν ανέτρεπε τον προγραμματισμό. Πάντως, η αποκαθήλωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στον ιδιωτικό τομέα, που συνιστά και την υπέρτατη επίθεση στα συνδικάτα και τα εργασιακά δικαιώματα, έχει δημιουργήσει συνθήκες ερημοποίησης. Μόλις 18 εθνικές κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ υπογράφηκαν το 2017, έναντι 95 το 2010, ο βαθμός κάλυψης των μισθωτών από ΣΣΕ έχει πέσει στο 10%, ενώ ο νομοθετημένος κατώτατος και υποκατώτατος μισθός δεν επιτρέπουν πλέον την επιβίωση των ανειδίκευτων εργαζόμενων και των νέων χωρίς οικογενειακή στήριξη. Ως προς τις ατομικές εργασιακές σχέσεις, οι απολύσεις έγιναν εύκολες, η απλήρωτη, αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία έλαβαν μαζικές διαστάσεις, με τη συνειδητή αποδυνάμωση του ΣΕΠΕ και άλλων ελεγκτικών μηχανισμών και την έκρηξη της ανεργίας, που διάβρωσαν πλήρως τη διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών.

Κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ. Φρένο στην απορρύθμιση, βάσεις για επαναρρύθμιση

Την τελευταία τριετία, οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ αφενός έβαλαν φρένο στην περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που ζητούσαν οι δανειστές και κυρίως το ΔΝΤ, αφετέρου διαπραγματεύτηκαν επιτυχώς -και τελικά θεσμοθέτησαν- την επαναφορά της επεκτασιμότητας των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Επίσης, ενδυνάμωσαν τον ΣΕΠΕ και ενίσχυσαν τη δράση του, πήραν μέτρα για την καταπολέμηση της αδήλωτης, υποδηλωμένης και απλήρωτης εργασίας και συνέβαλαν στη γρήγορη αποκλιμάκωση της ανεργίας με κατάλληλα προγράμματα δημιουργίας θέσεων εργασίας. Με τα παραπάνω, έθεσαν τις βάσεις για την επαναρρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και τις προϋποθέσεις ανάκτησης της διαπραγματευτικής δύναμης των μισθωτών στη μεταμνημονιακή εποχή.

Ενώ ο διάλογος του υπουργείου Εργασίας με τους κοινωνικούς εταίρους για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων για τις ΣΣΕ που είχαν ψηφιστεί πριν από το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης σύντομα θα ολοκληρωθεί, η δημόσια συζήτηση για το «ποιες εργασιακές σχέσεις για ποιο μοντέλο ανάπτυξης» θα εκδιπλωθεί τους επόμενους μήνες με την οριστικοποίηση της Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής, που θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους θεσμούς. Ακόμα περισσότερο που η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας έχει εκφραστεί υπέρ της συνεργασίας με τις εργοδοτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις για μια πορεία αύξησης του κατώτατου μισθού.

Ποιες εργασιακές σχέσεις για ποιο μοντέλο ανάπτυξης;

Δύο είναι οι βασικές απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα. Η πρώτη υπερασπίζεται τα «κεκτημένα» των δύο πρώτων Μνημονίων ως προς την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και τον νέο τρόπο διαμόρφωσης των μισθών (αποσύνδεση του κατώτατου μισθού από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις) και προβάλλει την ανάγκη περαιτέρω ευελιξίας στην αγορά εργασίας (π.χ. νέες μορφές εργασίας που συνδέονται με την ψηφιακή οικονομία), θεωρώντας το εργατικό κόστος κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής και την ακαμψία της εργασίας στον ιδιωτικό τομέα ως βασική αιτία της κρίσης. Ν.Δ. και ΣΕΒ συγκλίνουν σε αυτή την προσέγγιση. Στον αντίποδα βρίσκεται η θέση της κυβέρνησης για την ενίσχυση της εργασίας ως πυρήνα ενός μοντέλου δίκαιης ανάπτυξης, που στηρίζεται σε ένα παραγωγικό μοντέλο το οποίο δίνει έμφαση στην ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, την καινοτομία και την παραγωγικότητα ως πηγές ανταγωνιστικότητας.

Αν ξεχάσουμε προς στιγμή την πολιτική οικονομία, δηλαδή τα συλλογικά υποκείμενα που, με βάση τις δύο προαναφερθείσες προσεγγίσεις, οργανώνουν τα συμφέροντα που εκπροσωπούν, κάθε σοβαρή συζήτηση για το είδος των εργασιακών σχέσεων που προσιδιάζει στο υπό αναζήτηση νέο μοντέλο ανάπτυξης οφείλει να λαμβάνει υπόψη:

α. Εκτιμήσεις για τη συμβολή του εργατικού κόστους στην ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής, στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και στις επενδυτικές αποφάσεις του εγχώριου και του ξένου κεφαλαίου.

β. Εκτιμήσεις για τη συμβολή των μισθών, του μη μισθολογικού κόστους και της παραγωγικότητας της εργασίας στη διαμόρφωση και εξέλιξη του εργατικού κόστους.

γ. Τον ρόλο των μισθών στη διαμόρφωση της ζήτησης στην οικονομία και ως κίνητρο για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

δ. Τον ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη διανομή των αποτελεσμάτων της παραγωγικής προσπάθειας μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αποκρυσταλλώνοντας προσωρινούς ταξικούς συμβιβασμούς και κανόνες «δίκαιης» διανομής.

ε. Τον αναπτυξιακό ρόλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με το να στρέφουν τον ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ποιότητας, εξουδετερώνοντας τον ανταγωνισμό στη βάση των χαμηλότερων αμοιβών.

στ. Τον ρόλο της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ στην αποφυγή αθέμιτου ανταγωνισμού στη βάση του εργατικού κόστους μεταξύ επιχειρήσεων που ανήκουν και αυτών που δεν ανήκουν σε εργοδοτικές οργανώσεις.

ζ. Τη σταθερότητα και την ποιότητα της εργασίας ως κίνητρα αύξησης της παραγωγικότητας και επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

η. Τον ρόλο του κατώτατου μισθού στην καταπολέμηση της φτώχειας, στον αυτόνομο και αξιοπρεπή βιοπορισμό και στη δίκαιη κατανομή των μισθών.

θ. Τη συμβολή του υποκατώτατου μισθού και της αποσάθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων των νέων -πέραν του κινδύνου ανεργίας- στο brain drain.

Στρατηγικής σημασίας η εκπαίδευση και η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού

Η έκταση αυτού του κείμενου δεν επιτρέπει την ενδελεχή συζήτηση των παραπάνω ζητημάτων. Να σημειώσω, όμως, ότι δημοσιευμένα αποτελέσματα και της δικής μου έρευνας και άλλων έχουν δείξει ότι το εργατικό κόστος είχε ελάχιστα συμβάλλει στην απώλεια ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής την οκταετία πριν από την κρίση και ότι η ισοτιμία του ευρώ και τα προβλήματα διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας ήταν οι κύριες αιτίες της επιδείνωσης του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών. Από την αντιμετώπιση των τελευταίων θα εξαρτηθεί η μη επανάληψη του φαινομένου της επιδείνωσης τα επόμενα χρόνια, οπότε θα επιταχυνθεί η οικονομική ανάκαμψη. Γι’ αυτό και η στροφή του παραγωγικού προτύπου στην καινοτομία και την ποιότητα, σε συνδυασμό με την εντατική επένδυση στη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης και στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, είναι στρατηγικής σημασίας.

Η κρίση δεν είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής ρύθμισης της αγοράς εργασίας ούτε η περαιτέρω απορρύθμιση θα μπορούσε να αποτελεί λύση για την έξοδο από την κρίση. Γι’ αυτό και το νέο αναπτυξιακό πρότυπο δεν μπορεί να στηρίζεται στην ελαστικοποίηση και την υποτίμηση της εργασίας, αλλά στην επένδυση στις γνώσεις και τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού και στην εύλογη απαίτηση των ανθρώπων του μόχθου και των εργαζόμενων τάξεων αυτής της χώρας τα οφέλη της παραγωγικής προσπάθειας να μοιράζονται δίκαια, οι όροι και οι συνθήκες εργασίας να μην προσβάλλουν την αξιοπρέπειά τους και να παρέχονται ικανοποιητικές αμοιβές και εργασιακές προοπτικές.

* Το κείμενο αποτελεί ομιλία στην εκδήλωση του Ομίλου «Δημοκρατία και Πολιτισμός» και του Fondation Gabriel Péri «Η αγορά εργασίας στη Νότια Ευρώπη: Προοπτικές ανάπτυξης και απασχόλησης», Αθήνα, Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)